ΤΑΣΕΙΣ

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

ΥΛΙΚΟ

ΒΙΝΤΕΟ

8/7/16

Το ταξίδι μου - Γιάννης Ψυχάρης. Ολόκληρο το βιβλίο



"Έτσι κ' η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου μου λέει σ' αγαπώ, δεν το λες εσύ· το λένε μέσα σου χίλιες γενιές που σου μάθανε την αγάπη. Όταν το πούνε τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε."

"Το ταξίδι μου" (1888) είναι ένα έργο-σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών Γραμμάτων, το "μανιφέστο" του δημοτικισμού, το σπουδαιότερο βιβλίο του Γιάννη Ψυχάρη, ηγετικής μορφής του αγώνα για την επίλυση του γλωσσικού ζητήματος, που αποφαίνεται ότι: "Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο".

Ο Ψυχάρης (ο οποίος υπέγραψε μόνο με το επώνυμό του) είναι λογοτέχνης και, συνάμα, επιστήμονας. Ως επιστήμονας γλωσσολόγος μελετά τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας, για να συμβάλει στην καθιέρωση της Δημοτικής. Ο λογοτέχνης Ψυχάρης -σε μια σύνθεση σύντομων αφηγημάτων, από τα οποία όλα μοιάζουν με μικρά διηγήματα, αλλά με χρονογραφήματα, άλλα με σελίδες αυτοβιογραφίας ή σελίδες ημερολογίου- γράφει, όλο χάρη και τρυφερότητα, άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με σατιρική διάθεση, ένα βιβλίο που, εκτός από τη μεγάλη ιστορική σημασία του, έχει επίσης επιτύχει να τέρψει και να αγαπηθεί.

Από το Project Gutenberg

Δυο λόγια.
Όποιος με διαβάση θα καταλάβη με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα_αμύνεται περί πάτρης_.
Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης• πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Γραικός και δεν μπορώ να το ξεχάσω• έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πόλεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνη έθνος, θέλει δυο πράματα• να μεγαλώσουν τα σύνορά του και να κάμη φιλολογία δική του. Άμα δείξη που ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντραπή γι' αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε που τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώση όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι' αφτά τα σύνορα πολεμώ.
Άλλα δεν είχα να πω στον πρόλογό μου. Όσοι πιάσουν το βιβλίο μου στο χέρι για να διασκεδάσουν και να περάση η ώρα — να το πω φανερά, γι' αφτούς γράφω — δεν έχουν ανάγκη μήτε να τους ξηγήσω τορθογραφικό σύστημα που ακουλούθησα, μήτε να τους δώσω λόγο για κάθε λέξη, για κάθε φράση που έγραψα. Δεν έβαλα έναν τύπο γραμματικό, δεν έγραψα μια λέξη, μία συλλαβή στο βιβλίο μου, χωρίς να το συλλογιστώ πριν ώρες, μπορώ μάλιστα να πω χρόνια, αφού κάθε χειμώνα στα δημόσια μαθήματα που δίνω, της γλώσσας μας την ιστορία μελετώ.
Όποιος πάλε θέλει να με διαβάση για να με κατακρίνη, για να βρη λάθη, για να κάμη το δάσκαλο, τον παρακαλώ πρώτα να ρίξη μια ματιά στα επιστημονικά και φιλολογικά μου δοκίμια — στα Ιστορικά ζητήματα και στα γαλλικά μου συγράμματα. Για να με κατηγορήση, πρέπει πρώτα να διή με τι ιδέα γράφω κι αν ακουλούθησα παντού την ίδια ιδέα ή όχι. Θα με κάμουν παρατήρηση για πολλά πράματα που αποκρίθηκα αλλού, χωρίς μάλιστα να προσμένω την παρατήρηση. Δε θαπαντήσω και δέφτερη φορά. Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτειαξα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού• όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι έκαμαν όλα τα έθνη του κόσμου• έτσι θα κάμουμε και μεις. Με φαίνεται που για πρώτη φορά, σ' αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κ' ενότητα η γλώσσα του λαού. Προσπάθησα να τη γράψω κανονικά, να φυλάξω τους νόμους της, να προσέξω στη φωνολογία, στη μορφολογία, στο τυπικό και στη σύνταξη της δημοτικής γραμματικής.
Δεν είμαι τόσο νέος, δεν είμαι και τόσο παιδί, για να νομίζω που κατώρθωσα μ' αφτό μου το βιβλίο να λύσω το πρόβλημα που μας βασανίζει όλους. Για να το λύσουμε, χρειάζουνται ακόμη πολλά• πρέπει πρώτα ο καθένας να πιάση να μάθη με τα σωστά του αφτή τη γλώσσα που καταφρονεί χωρίς να την ξέρη, να γίνουνε γραμματικές, να παραδίδεται η αληθινή μας γλώσσα κι όχι μόνο η καθαρέβουσα στα σκολειά και στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει μάλιστα να σπουδάξουμε καλήτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να τη μελετήσουμε με σέβας και να διούμε που μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε. Προσπάθησα να δείξω που μπορεί κανείς να γράψη αφτή τη γλώσσα και πεζά. Το λέω φανερά και μ' όλη μου την καρδιά• αν το βιβλίο μου δεν είναι καλό, φταίω γω• η γλώσσα μας δε φταίει.
Γραμματική όμως δε θέλησα να κάμω. Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση. Πήρα πρόφαση το ταξίδι που έκαμα, κοντέβουν τώρα δυο χρόνια, στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Πολλοί ταξιδιώτες συνηθίζουν και μας λεν τι έκαμαν τη δεφτέρα και την τρίτη, τι ώρα έφταξαν και τι ώρα έφυγαν, τι κρασί ήπιαν, πόσα κουνούπια τους δάγκασαν, ποιόνα είδαν εκεί που κατέβηκαν, τι μαλλιά είχαν η νοικοκερά κι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Έπειτα, σ' ό τι χώρα κι αν πατήσουν, κάθουνται και μας διγούνται τα ιστορικά της. Τέτοια δεν έχω. Ο guide Joanne είναι πολύ πιο χρήσιμος οδηγός από μένα. Κανένα απ' όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Γραικός για τον Τούρκο κ' η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάννα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στάτομα• ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουν κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικής• εγώ τίποτις δεν είμαι• η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει• προσπάθησα να διώ πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.
Αφτό θέλησα. Θέλησα και κάτιτις άλλο• να διασκεδάση ο αναγνώστης μου, κι αν είναι δυνατό να μη με βαρεθή, ακόμη κι όταν του μιλώ για σοβαρά κ' επιστημονικά ζητήματα. Μα πρώτα απόλα θέλησα να μπορέση ο καθένας να με καταλάβη.
Παρίσι, 1888.

Α'.

Πόθος κρυφός.
Ένα πρωί στην εξοχή, που μυροβολούσαν οι πεδιάδες και που τα δέντρα κελαδούσαν, πουλιά γεμάτα, βγήκα και γω, — κάτω στης δυτικής Γαλλίας τα μακρινά παράλια που βρίσκουμουν τότες, — να σεργιανίσω όξω στους κάμπους και να λούσω στη δροσιά της αβγής κορμί και ψυχή. Ανέβηκα απάνω σ' ένα λόφο μικρό. Στο πλάγι μου, τα χόρτα είχαν ξαπλωμένη τη λαμπρή τους πρασινάδα• μισοβρεμένα από την πρωινή δροσιά, σαν καμαρωμένα μέσα στο ζωηρό τους το χρώμα, όλα τους φορούσαν τη στολή τους, διαμάντια, σμαράγδια και μαργαριτάρια. Το χορτάρι, χρυσολούλουδα κεντημένο, έμοιαζε ύφασμα ζωντανό. Τα τριαντάφυλλα άνοιγαν τα κόκκινα τους φύλλα. Ταγιόκλημα, η αλιφασκιά, οι σπαρτιές περεχούσαν την καρδιά με τη μυρωδιά τους. Φυσούσε αγέρι σιγαλό• παρέκει, σε μια κοιλάδα, κουνιούνταν τα στάχια αγάλια αγάλια κ' έκαμναν την κουβέντα τους• έσκυφτε το ένα στάλλο, σα να χαιρετιούνταν. Είταν όλο χαρούμενα που τα ζέσταινε ο ήλιος με τις γλυκές του αχτίδες. Ο ουρανός ερωτεμένος γλυκοκοίταζε τη γις, σαν που κοιτάζει την αγάπη του ένας νιος, όταν περάση και τη διή. Τόσο φως, τόση φλόγα σκόρπιζε αποκεί απάνω στον κόρφο της μέσα, που φαίνουνταν, αλήθεια, σα να μην ήξερε ο ήλιος πώς να προφτάξη από τα τρελλά φιλιά που γύρεβε να της δώση. Η άνοιξη είναι ο μεγάλος έρωτας που μας ανάφτει και που κάθε χρόνο τον κόσμο γεννά. Όλα τα ξανοίγει, όλη τη φύση, όλες τις ψυχές• είναι σα μια πλημμύρα ζωή που κατεβαίνει.
Κάθουμουν ήσυχος, δίχως φροντίδα, δίχως καμιά συλλογή. Γαλήνη γίνουνταν η ψυχή μου. Μ' όλη μου τη δύναμη τέντωνα τα στήθια μου, για να τα γεμίση ζωή. Χαίρουμουν και γω την άνοιξη, τη φύση, τον κόσμο. Η εφτυχία, τι είναι; ενέργεια και τίποτις άλλο. Όλα ενεργούσαν τριγύρω μου και μέσα μου, τα δέντρα για να λουλουδιάσουν, η καρδιά μου για να καταλάβη ακόμη καλήτερα τη γλυκύτητα, την καλλονή του βίου. Άκουγα τη φύση και τραγουδούσε κοντά κοντά στ' αφτιά μου το παντοτινό της το τραγούδι, που κάθε χρόνο το ξαναλέει, το τραγούδι της ζωής και της αγάπης. Έβλεπα την όμορφη θέα που είχα μπροστά μου, από πάνω μου τον ουρανό με τη λαμπρότητά του, στο πλάγι μου κάμπους και πρασινάδα κι άξαφνα πιο κάτω, άμα σήκωνα τα μάτια, απέραντη θάλασσα με τα μαβιά της κύματα, θάλασσα γελαστή, άσπρους αφρούς στολισμένη.
Αχ! τη θάλασσα, γιατί να τη διώ; γιατί να μη μου τη σκεπάσουν οι πλατάνοι, οι ιτιές και τάλλα τα δέντρα που βγάζει το χώμα το γαλλικό; Μόλις την είδα τη θάλασσα, και πήρε η φαντασία μου άλλο δρόμο. Θυμήθηκα την πατρίδα! Και στην πατρίδα θάλασσα θα με πάη. Ότι το συλλογίστηκα, ό τι έβαλα τέτοια ιδέα στο νου μου, του κάκου! δεν μπορούσα πια τίποτις άλλο να συλλογιστώ. Ξέχασα την πρασινάδα, τα λουλούδια, τον ουρανό, και τη φύση που πρώτα δε χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι με τραβούσε! Μια λιγούρα μ' έτρωγε την καρδιά και δε μ' άφινε ησυχία. Στη στιγμή έπρεπε να σηκωθώ, να γυρίσω σπίτι, να μετρήσω τους παράδες μου — να βγω στο ταξίδι.
— «Ναι! έλεγα μέσα μου όσο περπατούσα και πήγαινα σπίτι, είναι ανάγκη πια! Πρέπει, πρέπει χωρίς άλλο να διώ τους ομογενείς! Αφτή τη λαχτάρα έχει η καρδιά μου. Δεν ξέρω, μα σα να με φαίνεται πως γέρασα πάρα πολύ. Είναι καιρός να πάω να ξανανιώσω, να πέσω μέσα στον Ιλισσό, το νόστιμο το ποτάμι που δε φταίει το κακόμοιρο α δεν τρέχει, αφού δεν έχει μήτε μια σταλιά νερό. Πρέπει να διώ τους δικούς μου, να διώ την Πόλη, τη Χιο και την Αθήνα! Πόσα χρόνια είναι τώρα που άφησα την πατρίδα, πόσα χρόνια που ζω ήσυχος, φτυχισμένος στην καινούρια μου, την αγαπημένη πατρίδα! Εδώ τίποτις άλλο δεν έπαθα παρά καλό. Καιρός, καιρός είναι να μαλλώσουμε λιγάκι με τους ομογενείς. Πότε θα τους χαρώ και γω τους βλογημένους μου Γραικούς, τους καλούς μου πατριώτες; Πάντα ψηλά πετά ο νους τους, όλο εβγένεια πνέει η ψυχή τους• ζουν ακόμη με το Σωκράτη και τον Περικλή. Από τους αρχαίους χρόνους τίποτις ίσια με τώρα δεν άλλαξε, γλώσσα, αίμα, προφορά. Φτάνει να τους ρωτήξης• έχουν πάντα χίλια δυο να σε πούνε για να σταποδείξουν — και να σε βρίσουν, αν πης όχι.
Τις βρισιές τους, να τις ξανακούσω μια ώρα αρχήτερα! Εδώ στη Γαλλία που κάθουμαι, ποτές, όχι! ποτές κανένας μου φίλος — αλήθεια είναι, πρέπει να το πω — μήτε θύμωσε, μήτε τα χάλασε μαζί μου, μήτε με το βάσταξε βαρύ, μήτε μια γροθιά μ' έδωσε στη ζωή μου. Αν και δε συφωνούσαν πάντα οι ιδέες μας, συφωνούσαν οι καρδιές μας. Το φέρσιμό μας είταν πάντα καλό. Γίνεται τέτοια μονοτονία! Βαρέθηκα την τύχη μου. Θα φιλήσω τον πρώτο που θα με βρίση. Καβγάδες δίψασε η ψυχή μου• Είναι καιρός που έχω σα μια λιγούρα στην καρδιά. Λαχτάρα μ' έπιασε να ξαναδιώ τη μάννα μου, — την Ελλάδα! Ο νους μου μεγάλα γυρέβει. Θέλω δόξα και γροθιές!
Πόσους είδα, πόσους γνώρισα στον κόσμο! Όσους φωστήρες έχει η καλή μου Γαλλία, μικρούς και μεγάλους, τους ξέρω. Πρόφταξα και τον περίφημο το γέρο, το Βιχτώρ Ουγκώ. Μ' έκαμε σωρό τεμενάδες και μ' είπε• — «Μεγάλος είσαι συ• τι είμαι γω;» Μόνο τους δικούς μας τους μεγάλους, μόνο τους καλούς μας δασκάλους δε θα τρέξω να διώ; Και τι να την κάμω τότες τη ζωή; Κάλλια μια ώρα να τους πλησιάσω και να πεθάνω, παρά να ζω χρόνια και να μην τους βλέπω! Ξέρεις τι γλύκα, τι νοστιμάδα που την έχει ένας που σε πετά πρώτα στο πρόσωπο όσα λόγια, όσες βρισιές ξέρει και δεν ξέρει, κ' έπειτα πετιέται κι ο ίδιος στην αγκαλιά σου, λέγοντας• Μπρε αδερφέ! έλα να σε φιλήσω!
— «Γυναίκα μου, να σε χαρώ, νάχης έτοιμο το σεντούκι. Ή αν το θέλεις κ' έτσι «πλήρωσον το κιβώτιον και κράτει τας αποσκευάς ετοίμους». Θα σε πάω στην Ελλάδα Ας αφήσουμε για τρεις μήνες — το πολύ πολύ — τη γλυκειά μας τη γωνιά που καθούμαστε κουκουλωμένοι ζεστά στην αγάπη μας μέσα, σαν το πουλί στη φωλιά του. Έλα να διής του αντρός σου την πατρίδα. Έλα να καταλάβης πώς μιλούσαν ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης. Έλα νακούσουν τα βάρβαρά σου ταφτιά την προφορά που έβγαζε του Όμηρου το στόμα. Τι κάμνουν οι σοφοί της Εβρώπης, οι επιστήμονες, οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, όταν κανένα δύσκολο ζήτημα τους σκοτίζει το κεφάλι, όταν πολεμούνε να καταλάβουν πώς ζούσαν οι αρχαίοι, με τι τρόπο ντύνουνταν, πώς έβαζαν τη φορεσιά τους, πώς πεινούσαν και πώς έτρωγαν; Τι κάμνουν, όταν απαντήσουν άξαφνα σε κανένα συγραφέα, πεζογράφο ή ποιητή, μια φράση που τους ξεφέβγει, μια λέξη που δεν εννοούν; Τι κάμνουν, όταν άλλη βοήθεια δεν έχουν πια, για να φωτιστή ο νους τους, παρά κανέναν κώδικα μισοσβισμένο, και προσπαθούν, όλοι τους μαζί, να διορθώσουν τα σακατεμένα χωρία ενός χερογράφου; Μήπως κάθουνται και σπουδάζουν, ανοίγουν ή σφαλνούν τα βιβλία της επιστήμης, σκαλίζουν επιγραφές και σπάνουν το κεφάλι τους για να ξεδιαλύσουν την αλήθεια, με τα λίγα μνημεία της αρχαιότητας που σώθηκαν ίσια με τώρα; Όχι βέβαια! Οι σοφοί Εβρωπαίοι, αν κανένας αρχαίος ζούσε ακόμη και σήμερα, θάτρεχαν αμέσως, θα φιλούσαν τα πόδια του για να τους πη την έννοια της λέξης που δεν ξέρουν, το νόημα του χωρίου που τους βασανίζει, τα μέτρα του στίχου, την ποιότητα και την ποσότητα κάθε συλλαβής. Τώρα παν όλοι στην Ελλάδα, κ' είναι σα να μιλούσαν κανέναν αρχαίο. Ρωτούν ένα δάσκαλο ή ένα χωρικό, κι ο δάσκαλος ή ο χωρικός αμέσως λέει του σοφού ό τι θέλει νακούση• όλες του τις απορίες με μια λέξη θα του τις λύση, γιατί ξέρει ο καθένας στην Εβρώπη που άμα πατήση στο βασίλειο, θα βρη την αρχαία Ελλάδα απαράλλαχτη και ζωντανή.
Ας πάμε και μεις. Άβριο φέβγουμε. Ακόμη μια παραγγελιά να σε δώσω. Μην ξεχάσης, ζωή μου, σε παρακαλώ, να βάλης δυο τρεις σταφίδες στο σεντούκι. Είναι της αθρωπιάς να φέρουμε και μεις κανένα χάρισμα στους ομογενείς. Μπορεί να σώθηκαν κ' οι σταφίδες. Πρόσεχε, φως μου, και θυμήσου να πάρης καμιά Γραμματική της νεοελληνικής. Πρέπει να ξέρουμε να μιλούμε. Κάτω κάτω στο σεντούκι, ρίξε, ψυχίτσα μου, την Grammaire du grec actuel του Rangabe.»

Β'.

Η γ ι α ν ο ύ λ α.
Δεν έκαμα τίποτις στη ζωή μου, χωρίς να ρωτήξω πρώτα τη γιαγιά μου. Εμένα αγαπούσε μέσα σ' όλα της τα παιδάκια. Την έλεγα γιανούλα και της άρεζε να τακούη. Όλα της τα χάδια, όταν είμουν παιδί, όλες μου τις τρέλλες και τα τρυφερά της μαλλώματα, τα θυμούμουν κάθε φορά που τη φώναζα γιανούλα. Έβλεπε αμέσως που γύρεβα να την καλοπιάσω. Όταν έγινα μεγάλος, συχνά ακόμη έτσι της μιλούσα. Τι μοναδική γυναίκα που είταν εκείνη! Πόσες ανοησίες μ' εμπόδισε να κάμω, κι ας έμοιαζαν κάποτες οι ανοησίες μου σωστές! Πόσα καλά, πόσα φρόνιμα λόγια είχε πάντοτες να με πη! Με τι τρόπο ήξερε να μ' αρμηνέψη! Μόνες οι γυναίκες γνωρίζουνε, χωρίς να την έμαθαν ποτές, την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά και πείθει το νου. Ο λόγος τους μπαίνει ίσια μέσα στην ψυχή. Η γυναίκα, ό τι γεννηθή, είναι μάννα• μάννα την έχει η φύση καμωμένη, και με τον ίδιο τρόπο που ξέρει μωρά να μας νανουρίζη, να μας ησυχάζη με το φιλί της, έτσι και κατόπι, με την ίδια καλοσύνη, με την ίδια αγάπη, ξέρει να παρηγορή, ξέρει να κάμη μέλι τη ζωή μας.
Μια γλύκα ξεχωριστή είχαν της γιανούλας μου τα λόγια• είχαν τα λόγια της μια φρόνηση δική τους. Το πρόσωπό της είχε ένα χαμογέλοιο έξυπνο και τρυφερό όλο μαζί• τέτοιο είταν και το μίλημά της. Δεν είμουν εγώ που την έκαμνα κάπου κάπου να ξεχνά τις πολλές πίκρες της ζωής της, τις δυστυχίες που σαν ταγκάθια κεντούσαν την καρδιά της• μ' όλα της τα χρόνια είταν εκείνη που μ' έσπρωχτε, που μ' έδινε θάρρος, που μ' έλεγε πάντα να μην απελπίζουμαι. Μαζί της ησύχαζα. Άμα είχα κανέναν καημό, αμέσως στη γιανούλα! Έτσι και τώρα. Όση βία κι αν είχα να βγω στο ταξίδι, να διώ την πατρίδα, να χαιρετήσω τους δασκάλους, συλλογίστηκα μέσα μου• — «Καλό είναι να πάω πρώτα να βρω τη γιαγιά μου, τι θα με πη.»
Όταν πήγα, την ήβρα καθισμένη στην πολτρόνα της• φορούσε τη μάβρη της σκούφια λίγο στραβά στο πλάγι που της σκέπαζε το ένα της ταφτί• είταν πάντα μαβροντυμένη κι ωςτόσο την έβλεπες πάντα με το καλό της το χαμογέλοιο, που έλαμπε μέσα στα ζωηρά της, τα γλυκά της τα μάτια.
— « Γιανούλα μου χρυσή, την εφκή σας! Τόχω απόφαση από χτες• θα σείρω στην Ελλάδα. Αποθύμησα τους ομογενείς (αφτή τη λέξη, θυμούμαι, η γιανούλα δεν την αγαπούσε). Κοιμάται μέσα στο στήθος βαθιά της πατρίδας η αγάπη• άξαφνα μια μέρα, και κει που κανείς δεν το προσμένει, παίρνει φωτιά, κορώνει σα σπίθα κρυφή και σου καίει γλυκά την ψυχή.»
— « Ο ίδιος είσαι που είσουν πάντα, ορμητικό, πεταχτό παιδί, μεγαλόκαρδο κι αστόχαστο. Δεν κάθεσαι, Γιάννη μου, στη γωνιά σου; Καλό ναγαπά κανείς την πατρίδα του, να τη θυμάται, ακόμη κι αν έκαμε άλλη πατρίδα• η ιδέα σου φρόνιμη μοιάζει κι ο πόθος σου φαίνεται καλός. Μα δεν το βλέπεις που κάμνεις τρέλλα;
Πρώτα πρώτα δε με λες, από πότε σ' έπιασε τόσος πατριωτισμός, εσύ που δε θέλεις νακούσης τέτοια λέξη;»
— « Από χτες, γιαγιάκα μου, από χτες! Αλήθεια είναι, τόχω αφτό το κακό• συχαίνουμαι τα λόγια και ντρέπουμαι, για το παραμικρό πράμα που θα κάμη κανείς, να βγάζει τόση λέξη από το στόμα του. Συχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουν πως λεν όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Συχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ' αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.»
— «Τι πας τότες στην Ελλάδα; Τι πας να κάμης με τους ομογενείς; Όλες σας οι ιδέες διαφορετικές• έλα να τις πάρουμε μια μια. Πρώτα πρώτα, ποτές σου δε θέλησες να πιστέψης που δεν έχουμε στις φλέβες μας μέσα, ίδιο κι απαράλλαχτο, των αρχαίων το αίμα. Λες που και σε μας, σα σ' όλους τους λαούς του κόσμου, αρχαίους και νέους, αίματα ξένα πολλά με τον καιρό ανακατώθηκαν και στο τέλος έγιναν ένα.»
— «Δεν πρέπει λοιπό να λέμε τέτοιο πράμα;»
— «Όχι! Πρέπει να μη μοιάζουμε με κανένα άλλο έθνος. Να είναι το πράμα όπως το λες, πάει καλά• αν είναι, πώς μπορούμε πάλε να κάμουμε να μην είναι; Να πούμε όμως την αλήθεια, δε γίνεται. Για στοχάσου το λιγάκι! Εσύ τώρα, είχες έναν παππού Ιταλό• ο άλλος σου πάππους είτανε Χιώτης και μένα ο πατέρας μου Αρβανίτης. Ταιριάζει, σε παρακαλώ, να φανερώσης ποτές τέτοια γενιά; Πρέπει να την αρνηθής. Η Εβρώπη, που σ' έχει απόγονο του Περικλή, τι θα πη, άμα το μάθη; Αμέσως ξεπέφτεις!»
— «Όχι μόνο δεν ξεπέφτω• με φαίνεται μάλιστα που ανεβαίνω. Ο Θεός να με φυλάξη να ντραπώ να πω την αλήθεια• πιώτερο από καθετίς μας τιμά. Πήραμε αίματα ξένα, τα κάμαμε δικά μας. Ποιος βλέπει σήμερα στην Ελλάδα που και Φράγκοι και Σλάβοι την έχουν πατημένη και που μας έχυσαν ο ένας κι ο άλλος μια σταλιά αίμα από κάτω από το πετσί; Γραικός είναι, Γραικός λέγεται ο καθένας κ' η καρδιά του φωνάζει Γραικό. Νίκησε το ελληνικό το στοιχείο, κ' έτσι πλουτίσαμε με δύναμη νέα και νέα ζωή.»
— «Τέτοια φιλοσοφία, παιδάκι μου, δεν τη σηκώνουμε ακόμη. Θέλεις να συφωνούν οι άλλοι με την ιδέα σου; πρέπει πρώτα να πάρης εσύ τη δική τους. Ποιοι είναι που έχουν πέραση στον κόσμο; Όσοι ξέρουν και κολακέβουν τους αθρώπους. Ποιους αγαπούνε στην Ελλάδα; Όσους όλο τα ίδια κοπανίζουν. Έτσι να το κάμης και συ. Ό τι σε πουν, ποτές σου να μην πης όχι. Αν ακούσης μάλιστα τίποτις για την προφορά, αμέσως σώπα. Θα το καταφέρης; Δεν το πιστέβω. Κανείς ως τώρα δεν μπόρεσε να σε καταπείση, που δυο και τρεις χιλιάδες χρόνια στάθηκε δυνατό να προφέρνουμε πάντοτες με τον ίδιο τρόπο. Κάθε τριάντα χρόνια παντού, λες, αλλάζει κάθε προφορά. Πρόσεχε καλά• θα πείραξες και τους άλλους λαούς. Φαντάσου να βγουν τώρα στη μέση κ' οι Εβρωπαίοι! Αν πούμε τους Γάλλους που δε μιλούνε σήμερα απαράλλαχτα σαν που μιλούσαν ή στα χίλια ή στα χίλια διακόσια, θα νομίσουν που τους βρίζουμε. Μήπως κι αφτοί δεν είναι οι ίδιοι Γάλλοι που είταν και τότες; Τον πατριωτισμό τι τον κάμνεις;»
— «Τον αφίνω κει που πρέπει. Ο Πλάτωνας βέβαια δεν πρόφερνε σαν τον Όμηρο. Στοχάστηκε ποτές κανένας να του πη που δεν είταν Έλληνας και κείνος σαν τον Όμηρο; Δεν είμαστε ακόμη σαν τους πεθαμμένους. Δε μας πλάκωσε ο τάφος, να βουβαθούμε. Οι πεθαμμένοι μοναχά δεν αλλάζουν. Ένας ζωηρός, δραστήριος λαός σαν το δικό μας, τουλάχιστο κάθε τριάντα χρόνια βγάζει καινούρια προφορά κιαπό κει φαίνεται που είναι ο ίδιος λαός. Έτσι είναι που μας δείχτει ίσια ίσια πόση ενέργεια έχει μέσα του η ψυχή του, πόσο τρέχει μέσα στο στόμα του η γλώσσα του. Ίσως είναι ταφτιά μου χαλασμένα• μα τέτοια ακούω να με λέη σιγά σιγά ο πατριωτισμός. Ο πατριωτισμός θέλει πρώτα πρώτα να ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο, τι λεν και τι κάμνουν οι σοφοί. Καιρός είναι που κατάλαβε η επιστήμη με τι τρόπο, με τι νου πρέπει κανείς να πιάνη τέτοια ζητήματα• έμαθε να ξεχωρίζη πράματα που μαζί δεν ταιριάζουν• άλλο πατριωτισμός κι άλλο γλωσσολογία. Μόνοι μας θα μείνουμε πίσω, μέσα στάλλα τα έθνη; Ένα βλέπω και λυπούμαι, που με τις ιδέες μας, με το μπόσικό μας το πείσμα γενήκαμε περιγέλοιο στον κόσμο. Και τη λύπη μου τούτη τη λέω πατριωτισμό.»
— «Εμένα, θα με γελάσης με τα λόγια σου; Σε κατάλαβα και βλέπω πού θέλεις να με φέρης. Τους δασκάλους και τη γλώσσα τους πολεμάς να ξεπαστρέψης. Και ποιόνα ελπίζεις νάχης μαζί σου; Όλος ο κόσμος λέει τη γλώσσα μας βάρβαρη• εσύ λες που να μην την ξέρουμε είναι ντροπή. Εμείς φωνάζουμε που διόρθωση θέλει• εσύ γράφεις που διόρθωση θέλει το κεφάλι μας. Άραγες θα βρεθή κανένας να σε πιστέψη; Ο καθένας νομίζει που γυρέβεις το κακό μας. Δεν είναι πιο φρόνιμο, δεν είναι πιο σωστό να μιλούμε μια γλώσσα σαν την αρχαία, που κανένας μας πια σήμερα δεν τη νοιώθει, παρά να καθούμαστε να μελετούμε τη μητρική μας γλώσσα, που και τα μωρά παιδιά μπορεί σήμερα να την καταλάβουν; Τι να σε πω; Αφού με λεν που με ξεβγενίζει η καθαρέβουσα, άρχισε και μένα να μ' αρέση τω δασκάλων το σύστημα.»
— « Γιαγιάκα μου, ξέρετε όλα νόστιμα να τα λέτε. Βλέπω και γω η γνώμη σας πού πέφτει. Η μόνη εβγένεια είναι της αλήθειας η αγάπη, κ' η εβγένεια τούτη δεν κάθεται στο στόμα• βρίσκεται μοναχά μέσα στην ψυχή• δεν την κάμνουν τα λόγια• γεννιέται στο νου. Από την αλήθεια δεν μπορεί να βγη παρά καλό. Γίνεται τώρα να βρίζουμε της μάννας μας τη γλώσσα και μάλιστα να το θαρρούμε σωστό; Η γλώσσα που με μιλήσετε παιδί είναι σα θησαβρός κρυμμένος στην καρδιά μου. Τη σέβουμαι όσο σας σέβουμαι και σας. Τα καλά τα αιστήματα κάμνουν και τις ιδέες τις καλές. Θα ξεχάσω ποτές που με παίρνατε στα γόνατά σας και που με λέγατε παιδί μου. Πώς να τολμήσω λοιπό το παιδί μου που άκουγα τότες, τώρα να το κάμω τέκνον μου
— « Με τα χάδια δεν πιάνεις τους δασκάλους. Εμένα μπορείς να με πιάσης. Κάμε καλήτερα καμιά παραχώρηση. Κοίταξε να τα σιάξης με τους ομογενείς. Βάλε νερό στο κρασί σου.»
— « Το κρασί, μάννα μου, καλό και το νερό που πίνουμε στην πατρίδα λάμπει σαν τον ήλιο κ' είναι καθαρό σαν το διαμάντι. Δε θέλει κρασί• πίνεται μοναχό του. Έτσι και με την αλήθεια. Να μην την ανακατώνουμε• καθαρή να την πίνουμε, για να μας δροσίζη το νου.
Το κρασί, λέω μάλιστα να ταφήσουμε όλους διόλου• το κρασί μοιάζει σα να είναι το φοβερό εκείνο το γραικικό φιλότιμο, που μας ζαλίζει το κεφάλι και που μας θολώνει την αλήθεια. Κάμαμε γλώσσα καινούρια, αλλάξαμε προφορά, με το δικό μας μαζί πήραμε κάπου κάπου στις φλέβες μας μέσα κι άλλο αίμα. Το πρώτο μας χρέος είναι να το ξέρουμε και να το λέμε. Ένας λαός υψώνεται άμα δείξη που δε φοβάται την αλήθεια. Όταν τη φοβάται, θα πη που δεν τιμά, που δε σέβεται τον εμαφτό του. Στολίζεται με ξένα ρούχα και βάζει ψέφτικες θωριές στο πρόσωπό του, σα να του φαίνουνταν πως δεν του φτάνουν τα φυσικά του στολίδια. Πρέπει νάχουμε συνείδηση καθαρή. Ας έχουμε και καλήτερη ιδέα για την καινούρια μας την Ελλάδα και για το νέο μας το λαό. Ας μην ντραπούμε να φανούμε ό τι είμαστε. Έτσι θα δείξουμε πιώτερη αξιοπρέπεια. Να μη ζητούμε ξένα φτειασίδια και προτερήματα που δεν έχουμε. Όσο μικρά κι αν είναι τα δικά μας, θα προκόψουμε την ημέρα που θάχουμε το θάρρος να περηφανεφτούμε με τα δικά μας μοναχά.»
— «Κάλλια, παιδί μου, νάπιανες νάγραφες κινέζικα, κάλλια να καταγίνουσουν — είναι καιρός ακόμη — με καμιά γλώσσα της Αουστραλίας ή της Αφρικής, παρά να διαβάζης τα γραικικά. Μη σε μέλη• οι δικοί μας ποτές γνώση δε θα βάλουν και συ άδικα θα χολοσκάνης. Ο μπελάς στο κεφάλι σου θα ξεσπάση. Ή θα σε βρίσουν ή θα κάμουν πως δε σε ξέρουν. Τουλάχιστο να με τα λες εμένα• μην τα λες εκείνους.»
— «Το χρέος του πρέπει να κάμη ο καθένας, όσο ζη, και την πεποίθηση που έχει μέσα ριζωμένη στην καρδιά του, σα σκλάβος να την ακούη. Η πεποίθηση μέσα φωνάζει κ' η φωνή της, άμα βροντήση μέσα στο στήθος, πρέπει με κάθε τρόπο όξω να βγη!»
— «Πήγαινε το λοιπό, αφού έτσι το θέλεις! Ποιος σε πιάνει; Μια χάρη μόνο θα σε ζητήξω. Πρόσεχε, παιδί μου, τη θρησκεία να μην την αγγίξης. Θρησκεία σε μας πατριωτισμό σημαίνει και τον πατριωτισμό τον έχουμε ανάγκη για την ώρα.
Άκουσε κ' ένα άλλο, να σε βρίζουν και να μη βρίζης• τράβα ίσια το δρόμο σου και μη σε μέλη. Τρόπους καλούς μπορούμε νάχουμε πάντα• έχε τους και συ. Ό τι κι α σε πουν, πάντοτες να λες ναι• όταν πιάσης την πέννα, τότες αλλάζει• όσο θέλεις, το όχι σου να το γράφης. Οι καβγάδες δε φελούν• οι αθρώποι πιάνουνται με τα καλά λόγια. Για να το θυμηθής ακόμη καλήτερα, βάστα στο νου σου και τούτο μου το λόγο•
    Μ' όλους όμορφα, παιδί μου,
    Να φερθής μη λησμονήσης
     — Και στον Κόντο να μην κάμης
    Γλωσσικάς Παρατηρήσεις.»
Ταξίδι.
Γιούλιο μήνα, στις τριάντα σωστά, μέρα Παρασκεβή, η ώρα ξήμισυ το βράδυ, — αφού αποχαιρετήσαμε τη γιανούλα και κλειδώσαμε το σπίτι, — με τα σεντούκια και με τα σακκιά σηκωθήκαμε να πάμε στο σταθμό, για να πάρουμε το σιδερόδρομο. Είχαμε καλό αμάξι, μα έβρεχε φοβερά.
Άμα φτάξαμε, δώσαμε τα μπαούλα στα φορτώματα, μας έδωσαν την απόδειξη και την έβαλα στην τζέπη μου, για να μην τη χάσω. Τότες είναι που μπήκαμε στο ξενοδοχείο του σταθμού. Πήραμε ένα ζουμί, φάγαμε δύο μπριζόλες, μισό πουλί, τρεις ρόγες σταφύλι, μας έφεραν καφέ, πλερώσαμε οχτώ φράγκα και τριάντα πέντε λεφτά. Είταν και πέντε σολδιά παραπάνω για το γκαρσόνι.
Ανεβήκαμε στο βαγόνι στις εφτά και δέκα. Στις εφτά και τέταρτο σωστά κούνησε το τραίνο. Κάμαμε ταξίδι μοναδικό• δεν έσπασε ρόδα, δε χάλασε αμάξι, άλλο τραίνο δεν απαντήσαμε να μας πλακώση — και δε μας σκότωσε κανείς. Το σάββατο πρωί, στις δέκα και δωδεκάμισυ, φτάξαμε στη Μαρσίλια.
Κάμαμε στου θειου μου πρόγεμα λαμπρό• είχαμε πολύ καλή όρεξη κι όχι λίγη δίψα. Κάτσαμε, φάγαμε, γελάσαμε κ' έτσι ήρθε πια κι ώρα να μπαρκαριστούμε.
Στις τρεις, ανέβηκα στο βαπόρι με τη γυναίκα μου. Φύγαμε στις πέντε. Στο ταξίδι, κάμαμε κάμποσες γνωριμίες• η συντροφιά καλή, οι κυρίες νόστιμες κι ώσπου να φτάξουμε στην Πόλη, περνούσε με τις κουβέντες ο καιρός.
Να μην ξεχάσω να το πω κι αφτό! στο σιδερόδρομο, στη Μαρσίλια, στου θειου μου, στο βαπόρι, μήτε ψύλλους είδαμε μήτε μισό κουνούπι. «Σεντ» είταν τόνομα του βαποριού.
Δ’.
Παρίσι.
Παρίσι μου, να σε ξεχάσω δεν μπορώ! Οι κουβέντες, τα γέλοια και τα παιχνίδια δε με διασκεδάζουν. Πάντα σε σένα πάει ο νους μου. Κι ως τόσο μπορούσα άλλα να συλλογιστώ, μπορούσε να χαρή η καρδιά μου. Προβαίνει το βαπόρι και με δείχτει νέα θάλασσα, νέο κόσμο• σα να περηφανέβεται που βλέπει τόσα κύματα και δεν τα φοβάται• ήσυχο προχωρεί και ξεσκεπάζει στα μάτια μου μπροστά, όταν είναι μέρα, την αιώνια γλυκύτητα τουρανού μας, όταν είναι νύχτα, τις άπειρες λαμπάδες που τρέμουν εκεί απάνω μέσα στο σκοτεινό τους το φως.
Το κορμί μου μοναχά σέρνει μαζί του το βαπόρι, την ψυχή μου πίσω την αφίνει. Του κάκου συλλογιούμαι που σε λίγες μέρες θα πατήσω το ξακουστό της πατρίδας το χώμα, που η ώρα κοντέβει τα μάτια μου να χαρούν την πανώρια θέα της Ελλάδας, που θα πλησιάσω τόσα θάματα της φύσης, τόσα ιερά της ιστορίας μεγαλεία! Του κάκου λέω μέσα μου που γρήγορα θα διώ την Αγιά Σοφιά, μοναδικό κατόρθωμα της τέχνης, τον Παρθενώνα, παντοτινή φαιδρότητα του κόσμου!
Όχι! Παρίσι μου αγαπημένο! Πάντοτες εσένα ποθεί, εσένα σε κλαίει πάντοτες η καρδιά μου. Η πατρίδα μου είσαι συ. Εσύ με γέννησες νου και ψυχή. Πού είναι πόλη να σ' αξίζη; Ποιος σε γνώρισε ποτές
και δε σ’ αγάπησε για πάντα; Με τη βαρειά σου την ατμόσφαιρα, με το συννεφιασμένο σου τον ουρανό, με τον ψυχρό σου τον αγέρα, το γκάζι σου που βρωμά και το κακό σου το κλίμα, μάγεψες τον κόσμο. Τι νόστιμη που είναι η λάσπη σου, τι γλύκα που την έχει η βροχή σου! Η λάσπη σου μιλεί και λέει του διαβάτη• — « Εσύ που λερώνεις τα παπούτσια σου κι αφανίζεις το πανταλόνι σου, μη σε μέλη! Ιδέες γεμίζεις το μυαλό σου. Άγιο χώμα πατείς. Φρονήματα γενναία, σοβαρούς λογισμούς, αγάπη της λεφτεριάς, της πρόοδος και της πατρίδας, φτάνει νανοίξης το στόμα σου κιόλα μαζί ταναπνέεις. Για διές τις, τις ιδέες πώς πετούν τριγύρω σου στον αγέρα, από δω κι από κει κι από κάθε μεριά. Η ατμόσφαιρα που καταπίνεις είναι ιδέες φορτωμένη• από παντού σε τριγερνούν το κεφάλι, ποια να πρωτομπή.»
Κι όλο τρέχει στους δρόμους, κάμνει, κοπιάζει, δουλέβει ο λαός σου. Ξυπνός, εργατικός λαός, ορμητικά παιδιά και γενναία, πρόθυμα για το καλό, φοβερά στο θυμό τους. Δεν πρέπει να τα πειράξης• ξέρεις να τα πιάσης, σαν πρόβατα σ' ακουλουθούν ορμούνε σαν το θεριό, άμα ταγγίξης. Δε θέλουνε σκλαβιά• τους βασιλιάδες δεν τους φοβούνται, κι όταν τους βαρεθούν, απλώνουν το χέρι και σαν παιχνίδια τους σπάνουν. Οι πέτρες στους δρόμους σηκώνουνται μοναχές τους• η μια απάνω στην άλλη ανεβαίνει• ταμάξια που περνούν εφτύς γίνουνται πύργοι• τα κάγκελλα τα κάμνουν κοντάρια, και το φύσημά τους μπαρούτι. Πριν προφτάξης να το διής, βρέθηκαν μπάλλες, πιστόλια και τουφέκια• δεν ξέρεις από πού βγήκαν. Από πάνω από τα σπίτια, από κάτω από τα κελλάρια, μαζώνουνται, πηδούν, ξεφυτρώνουν καρέγλες, ξύλα, γυαλιά, σίδερα και μολύβι. Όλα μαζί στη μέση του δρόμου σωρέβουνται, μεγαλώνουν, άξαφνα γίνουνται βουνό κι αφτό το βουνό — αχ! Πόλη μου καημένη, πού να τα ξέρης εσύ αφτά; — λέει τους τυράννους• — « Ίσια με δω, αρχοντικό μου, κι όχι παρέκει!»
Με τα βουνά σου τα ξαφνικά, Παρίσι μου ποθητό, έσωσες την Εβρώπη κι ακόμη θα τη σώσης. Όλα σε σένα τα χρωστούμε. Εσύ θυσιάστηκες για τον κόσμο. Από σένα πρωτομάθαμε λεφτεριά τι θα πη. Δε σ' έμελε μόνο για σένα• την αθρωπότητα αλάκαιρη συλλογιούσουν. Τους δικούς σου τους τυράννους δε σ' έφταξε όξω να τους πετάξης• είχες στο νου σου την οικουμένη• τη γις θέλησες να γλυτώσης. «Όλοι οι αθρώποι είναι αδέρφια κ' έχουν ένα νόμο». Έτσι μηνούσες της Εβρώπης, όταν και μικροί και μεγάλοι, βασίλεια και δημοκρατίες, έτρεμαν μπροστά σου κ' έσκυφταν το κεφάλι. «Λεφτεριά, ισότη, αδερφοσύνη», τέτοια λόγια μας έλεγες τότες κι ακούστηκε μακριά μακριά η φωνή σου. Θέλει δε θέλει, αργά ή νωρίς, από το δρόμο που μας άνοιξες, πρέπει σήμερα ο κόσμος να περάση. Οι βάρβαροι πολλή ώρα δε θα βαστάξουν. Όποιος δεν ξέρει λεφτεριά, ισότη κι αδερφοσύνη, — όποιος γυναίκες δεν ψηφά και λέει τους άντρες σκυλιά — ας ξολοτρεφτή η βασιλεία του κι ας αφανιστή τόνομά του!
Γίνεται λοιπό, Παρίσι μου, να σε ξεχάσω τώρα που τρέχω στη χώρα της σκλαβιάς, τώρα που πάω στην Πόλη; Τι με μέλει η Αγιά Σοφιά; Την ιστορία σου μελετώ, τη φήμη σου τη ζουλέβω• με πόνο ψυχής, με καρδιοχτύπι και με δάκρια σε θυμούμαι. Άντρα μ' έκαμες εσύ• μ' έμαθες να δοξάζω τη λεφτεριά, να σέβουμαι, ναγαπώ τα μεγάλα τα κεφάλια που γέννησες και που πάντα γεννάς, — να τα σέβουμαι γιατί κυνηγούν το καλό και ξέρουνε να μας δείξουν πού θα το βρούμε και μεις, — να ταγαπώ, γιατί μαζί τους γεμίζει θάρρος η καρδιά και σα να σου φωνάζουν• — «Πρόσεχε, παιδί μου, και συ κάτι να φανής, την πατρίδα σου να δουλέψης.» Εσύ μ' έθρεψες το νου• έφαγα το ψωμί σου, βύζαξα το γάλα σου, και το χώμα σου έγινε χώμα μου.
Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουν τάστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατάστρωμα, ακκουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοιμάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα με δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές σα σε κείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα είταν και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαρειά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μ' είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιώτερο ακόμη απ' όλα τα λόγια που μ' έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

Ε'.

Δόξα και μοναξιά.
Προτού να τον πάρη για πάντα η μάβρη γις και το χώμα να σκεπάση το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήση τον ποιητή του, να γονατίση στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθή μια μέρα και μια νύχτα στο κέντρο της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος που είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, έβαλαν τους τίτλους του άλλου του νικητή, έγραψαν των έργων του τα ονόματα. Έτυχε κι όλας, το μάβρο σκέπασμα που είχαν κρεμάσει στην αψίδα κείνη την ημέρα και που έπεφτε από πάνω ίσια με τη μέση, πέφτοντας ναγγίξη, με την άκρη του, τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στο σκάλισμα της πόρτας. Φαίνουνταν και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.
Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, είτανε να φέρουν το λείψανο για να τακκουμπήσουν από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στέκουνταν πολύς λαός, κόσμος πολύς μαζωμένος να τον προσμένη. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνεια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδαν, ξεσκεπάστηκαν όλα τα κεφάλια. Πρι ναρθή ίσια με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακουλουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιούμαστε το λαό που μας περίμενε• μόνο γέμιζαν τα μάτια μας δάκρια, γιατί ξέραμε που δε θα ξαναδιούμε το καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, που ποτές δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι! είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προσκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη• είχε δίκιο ο λαός να δοξάζη τόνομά του• βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέπαμε; Κλαίγαμε τον άντρα, όχι μόνο τον ποιητή. Ότι κι αν τον έκαμνε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ' αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριαναστέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατάλαβες τώρα που κείτεται πεθαμμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούν;
Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κείτουνταν έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, με φαίνουνταν πως είταν ολομόναχος και ξενιτεμένος. Έφυγαν οι φίλοι• γύρισαν οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι• γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέση κρυφά να γονατίση, ίσως κάτι να του πη. Του κάκου! Μπορεί τώρα νακκουμπήση πουθενά τορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουν και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; πού θα πέση, να τον προσκυνήση; σε ποιο μέρος θα τραβηχτή να χύση όσα δάκρια έχει μέσα του η καρδιά του; πώς θαναστενάξη, δίχως να τον ακούση κανείς; πώς θα πάη να πη σιγά σιγά σταφτί του περίφημου γέρου• « Παππού μου, παππού μου, έτσι μ' αφίνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, μια τέτοια ώρα, για τους πεθαμμένους!
Κι ως τόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουν τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κ' έκρυφτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ράγιζε την καρδιά• πιάνουνταν η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμη σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξη κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβη κανένας. Όσο είταν τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, που δεν είταν εκείνα μπροστά, σηκώνουνταν όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυπούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούν τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφινε τον πόνο να του τρώη κορμί και ψυχή.
Και τώρα κείτεται μόνος. Είταν πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανή μεγάλος, όποιος υψωθή, μήτε πατέρα, μήτε μάννα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει νάχη. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει, και τον κάμνει δικότης — ίσια με τον τάφο και παρέκει….. Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

ΣΤ'•

Ο Ποιητής.
Έφυγα και γω τότες από κειπέρα. Γύρεβα μοναξιά νανασάνη η καρδιά μου. Κι ωςτόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ' έσπρωχτε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Όλο στέκουνταν το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάση. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ' είχε καρφωμένο σε κείνο το μέρος — σα να πρόσμενα κάτι να διώ, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σέρνουμουν, κυλιούμουν από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.
Τέλος πλάκωσε κ' η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Έλαμπαν αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, έκαιγαν τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε το Παρίσι να ξενυχτίση, να μείνη μπροστά στο μνήμα του ποιητή, ώςπου να σηκώσουν το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ' ένα σοκάκι σκοτεινό, με τρόπο ναποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.
Δεν ξέρω τι με κατέβηκε τότες• από την κούραση είταν, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Είτανε σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω απάνω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μοναχός μου, με φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απόσα είχα διεί όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στέκουμουν ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, με μια ταπείνωση που μήτε γίνουνταν πιο μεγάλη, κ' έκαιγε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στέκουμουν όρθιος και κοίταζα ψηλά ψηλά στον ουρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε νάχω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στο νου μου τόσες ελπίδες, ποτές στο στήθος μου τόσες χαρές. Σαν τανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.
Θέμου, Θέμου παντοδύναμε, τι νυχτιά είταν εκείνη! Τι είτανε, Θέμου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου• — « Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θάφτουν; Τώρα μόλις γεννήθηκε, τώρα θαποθάνη; Θέμου παντοδύναμε, μην το θελήσης! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήση ένας λαός, για να γίνη έθνος! Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουν και γιατί καιν; Ίσως είναι για να μας δείξουν τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές νάχουμε και μεις τέτοιους άντρες; Τούτο το μνήμα παριστάνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέπει να τραβήξη ένας λαός για να φτάξη στο σημείο που έφταξε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερα ανάγκη τους προγόνους του — τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζη δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί και κείνονα μια μέρα άλλοι να τον καφκηθούν.
Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάννα του δεν μπορεί ναφήση, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατήσουμε κατά γης• άντρες δε γίναμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούν από το χέρι και να μας πηγαίνουν. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχτει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γίναμε, κ' ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήση ο χαμός μας. Δε μας αφίνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι μας, να βλέπουμε με τα μάτια μας, να μιλούμε δική μας γλώσσα. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ' ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε• προγόνους εκείνοι δεν είχαν! Εμείς, δε θα ταξιωθούμε ποτές και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας λεν.
Όσο μέσα μου έλεγα τέτοια μοναχός μου, τραβιούμουν, τραβιούμουν όλο πίσω, γιατί ντρέπουμουν τον ποιητή κ' έβλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός που έλεγαν την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τάλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν είταν οι πατέρες τους, άφησαν πίσω την παλιά τους ιστορία• ξανάκαμαν καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κ' η Γαλλία ξέχασαν τη Ρώμη και της είπαν — « Όσο μεγάλη είσουν εσύ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλοι. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»
Βγήκαν τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούν από μέσα από τη γις, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτων, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειάστηκαν τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Η μια σπίθα άναψε την άλλη, διαδώθηκαν ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε ταλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγκοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιών της την αμάθεια, την περηφάνεια και την τρέλλα, να μπορέση και κείνη να ζήση, το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!
Έτσι με μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη με θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ως τόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτές του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Γραικός με τους προγόνους του, νομίζει που τους μοιάζει, κ' επειδής σαν το αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσσα, θαρρώντας που τη διώρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανή Σοφοκλής.
Σοφοκλής, Αριστοφάνης, Αισκύλος κ' Εβριπίδης στάθηκε ο άντρας που κείτεται τώρα στο μνήμα. Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξη. Ας του μοιάζουν εκεινού άλλοι κατόπι! Ας του μοιάξη κανένας από μας, αν μπορέση να τα καταφέρη. Αφτός είναι ποιητής και πατέρας! Εκατό χρόνια και παραπάνω, πρι να φανή, κοιμούνταν η ποίηση στη Γαλλία. Σα μούμια την είχαν οι δασκάλοι τυλιμένη στο σεντόνι. Μέσα της, με το σμιλάρι και το ψαλίδι της είχανε βγάλει άντερα και καρδιά, για να τη γεμίσουν άχερα και μυρωδικά κάθε είδος. Της έμνισκε μόνο το πετσί, και για να μη φαίνεται και κείνο, της έβαζαν από πάνω ρούχα μεταξωτά, στολίδια μαργαριτάρια, και φτειασίδι στο μάγουλο. Κείτουνταν η δύστυχη δίχως πνοή, με το στόμα στουμπωμένο, αδειασμένη και συγυρισμένη.
Εκείνοι σαν τους Φαραώνηδες κάθουνταν αψηλά στο θρονί τους. Με περήφανο μάτι κοίταζαν από πάνω το λαό, το χυδαίο τον όχλο. Έφτειαναν ένα σωρό νόμους δικούς τους, έκαμναν κανόνες χιλιάδες του κεφαλιού τους — πάντα μ' εβγένεια μεγάλη. Ζωή καμιά! Είχαν ένα πλήθος νοστιμάδες ανόητες, τσακίσματα και κερατσισιές. Ποιος να καμαρώση τον άλλο; Ποιος να πη τα πράματα με τρόπο που να μην τον καταλάβη κανένας; Ποιος να μη μιλήση σαν που μιλεί όλος ο κόσμος; Το μαντίλι δεν έπρεπε κανείς μαντίλι να το πη, μήτε τη σκάλα σκάλα. Τους χρειάζουνταν αρχοντιά τους αφεντάδες. Είχαν κάμει τη γλώσσα να μοιάζη σαν παλάτι ψυχρό και ρημασμένο. Του λόγου τους, κλειδωμένοι στο παλάτι, ζούσαν και βασιλέβανε.
Βγήκες τότες εσύ• με μιας άλλαζες τον κόσμο. Ώρμησες κ' έπεσες μέσα στο παλάτι. Τίναξες όξω τους δασκάλους κι άρχισες να φωνάζης• — « Αλήθεια ζητούμε, διψούμε για ζωή• μούμιες δε μας κάμνουν.» Τι θόρυβος, τι κακό που έγινε τότες! Πέταξες τα παράθυρα, άπλωσες το χέρι κ' έσπασες τις πόρτες• μπήκε μέσα ο ζωντανός αγέρας τουρανού, πλημμύρισε το φως κ' είπες στο λαό που στέκουνταν όξω• — « Όρισε, αφεντικό μου• δικό σου το παλάτι• δάσκαλός μου είσαι συ και συ βασιλιάς μου• δούλος σου είμαι γω κι από σένα τη γλώσσα μου θα μάθω.»
…..Θα το παρατήρησε ο καθένας• αν ποτές διούμε, ή καταλάβουμε, ή μόνο μας έρθη φόβος που μπορεί κανείς να μας κατηγορήση, ή να πάρη κακή ιδέα για μας, — μάλιστα όταν τύχη κανείς να φανή μεγάλος μπροστά μας, να παινεθή ο ίδιος ή άλλοι να τον παινέσουν, — κάτι μέσα μας σπρώχτει να δείξουμε και μεις τι αξίζουμε, κάποτες ίσως να δείξουμε παραπάνω από κείνο που είναι. Φοβήθηκα και γω τον ποιητή. Αφότες μας πλάκωσαν οι σκολαστικοί, τόσες φορές έβρισαν όλο το έθνος, τόσες φορές είπαν τη γλώσσα μας βάρβαρη και πρόστυχη, που κόντεψε ο κόσμος να τους πιστέψη. Έτρεμα, τα λόγια τους να μην τακούση κι ο πεθαμμένος. Βγήκα τότες από μέσα από το σοκάκι που κάθουμουν απάνω σε μια πέτρα, τράβηξα ίσια με την Καμάρα, και με θάρρος μεγάλο, με μάτι γεμάτο φωτιές, φώναξα δυνατά, χωρίς να προσέξω που στέκουνταν κόσμος τριγύρω κ' ίσως μπορούσε να μ' ακούση.
— « Όχι! μην το πιστέψης που γίναμε βάρβαροι• μην το πιστέψης που έχουμε πρόστυχη γλώσσα! Η γλώσσα μας για ρίξιμο δεν ήναι. Πρόστυχη γλώσσα μπορεί νάχη μόνο μια πρόστυχη ψυχή κ' οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σήκωσαν τουφέκι και διώξαμε τους Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. Μην τους συνορίζεσαι τους δασκάλους που μας κατατρέχουν• είναι οι χερότεροί μας εχτροί, και γυρέβουν τώρα να μας βγάλουν τιποτένιους σ' όλο τον κόσμο μπροστά, για να φανούν εκείνοι κατιτίς. Εσύ που τα ξέρεις, μην ταψηφήσης το προσκύνημά μου. Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εμαφτό μου. Ίσως είμαι κάτι και γω που σέρνουμαι τώρα στο σκοτάδι, και που με θάρρος προβάλλω ίσια με το μνήμα που σε σκεπάζει. Δεν ντρέπουμαι, και μη σε μέλη. Σε μιλώ μια γλώσσα, που δεν την έχει ο καθένας και που μπορείς και συ να μας τη ζουλέψης, μια γλώσσα που είναι παιδί και μοναχοκόρη της παλιάς της ελληνικής, την καινούρια μας τη γραικική τη γλώσσα, που πρώτος εγώ σήμερα τη γράφω!»
Με τρόμαξαν τα λόγια μου και μένα. Έφεβγα γρήγορα και κρύφτουμουν πάλε στις στενάδες μέσα, μακριά. Ως τόσο μ' όλη μου τη θλίψη, μ' έρχουνταν κάποτες να γελάσω. Άμα ήθελα να σπουγγίσω τα δάκρια που μ' έκαιγαν τα μάτια, δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι ρινόμακτρον ή μαντίλι. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! δασκάλοι, δασκάλοι, τι κακό είναι αφτό που μας κάματε! Πρέπει το λοιπό να μας κατατρέχη η γραμματική σας, και στη στιγμή που πονεί η καρδιά μας! Πόσο τον έχουμε ανάγκη ένα Βίχτωρα, ένα νικητή να μας γλυτώση από τέτοιο βάσανο, — (το βάσανο μάλιστα καταντά κάπου και μπελάς) —, και να πη το μαντίλι μαντίλι. Ας αφήσουμε το ρινόμακτρον για τα ξερά τα μάτια και τις μακριές τις μύτες!
Όσο δέρνουμουν και σέρνουμουν και σκέφτουμουν τέτοια με το νου μου, η νύχτα προχωρούσε, και στους απέραντους κάμπους του κόσμου γλυστρούσε η γις μας σιγά σιγά, να κάμη την καθημερνή της βόλτα γύρω στον ήλιο. Έκαιγαν πάντοτες τα φώτα• με το θολό τους φέξιμο, έκαμναν και φαίνουνταν ακόμη καλήτερα το σκότος. Κάπου κάπου άκουγες μια βοή κι ανατρίχιαζες• είταν τα κανόνια που βροντούσαν. Έλεγες πως αστροπελέκια έσειαν τη γις κ' ήθελαν πέτρα να σπάσουν. Είτανε για να προσκυνήσουν το λείψανο. Σάλεβε, κουνιούνταν τα πλήθος, μουρμούριζε σα θάλασσα που βράζει. Μ' αρέσει να περπατώ μέσα στο λαό, δίχως να με ξέρη κανείς και γω να συλλογιούμαι τα δικά μου. Η φαντασία μου παίρνει φωτιά• στράφτει ο νους μου, χιλιάδες ιδέες, σα χαλάζι και σα βροντή, με δέρνουν το μυαλό. Στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες.
Δεν ξέρω γιατί μήτε πώς, μα δεν έννοιωθα πια κούραση καμιά. Ξέχασα βάσανα και πόνους. Με φάνηκε πως ξανάνιωνα ξαφνικά. Αθάνατες ελπίδες με περεχούσαν την ψυχή. Γύρισα να διώ και κάτω κάτω, σαν ασημένια γραμμή, στα μέρη της ανατολής, έβλεπα τον ορίζοντα νασπρίζη• φάνηκε σα μια χαραμάδα στον ουρανό. Είταν η αβγή.
Φως! το φως! Να και το φως που ζητούσα. Όχι! όνειρο δεν είταν! Είταν αλήθεια που ΤΟΝ είδα και το θυμούμαι καλά τώρα που σας το διγούμαι. Κάποιος έρχουνταν, κάποιος φαίνουνταν εκεί κάτω. Όσο ξάπλωνε η αβγή το κάτασπρό της ρούχο, τόσο και κείνος προχωρούσε. Έλαμπε στα χαράματα μέσα• μαζί με τον ήλιο ανέβαινε, και το πρόσωπό του έπλεγε μέσα στις ολόχρυσες αχτίδες σα σε μια θάλασσα φως. Το ποδάρι του βαριά χτυπά τη γις• τα μάτια του καίνε σαν ταστέρια. Νά ΤΟΣ εκείνος που προσμένω. Άπειρος λαός τον ακουλουθά και κατόπι του τρέχει, φοβερός σαν το κύμα που σηκωθή. Αφτός είναι ο ποιητής, ο λυτρωτής μας. Παλάτια θα γκρεμίση και θα στήση γλώσσα. Έλα, έλα και μην αργής. Σ' αφτό τον αιώνα που ζούμε, βασιλέβουν οι λαοί και ρίχτουν κάτω τους τυράννους. Μισή λεφτεριά δεν τη θέλει ο λαός μας. Δεν το ποφέρνει να βρίζουν του κάκου την πατρική του γλώσσα. Πρέπει να λεφτερωθή κι από τους δασκάλους. Νίκησε το σπαθί του• είναι ανάγκη κ' η γλώσσα του τώρα να νικήση.

Ζ'•

Πτωχοπρόδρομος.
Πότε, πότε θα μας έρθης, πότε θα σε διούν τα μάτια μας και θα σε χαρούν οι καρδιές μας, Χριστέ μου και σωτήρα, νέε δημιουργέ, νέε πλάστη της γλώσσας μας της νέας; Το χορτάρι μοναχό του θα φυτρώση όπου πατήσης. Η γις θα σε χαιρετήση• θα σκύψουν ταστέρια να σε προσκυνήσουν και κείνα. Στο δρόμο που θα πηγαίνης, η φύση θα στολίζεται και θα ξαπλώνη όλες τις ομορφιές της. Τα πουλιά θα ζουλέψουν τη φωνή σου. Θα κυριέψης τις καρδιές και θα τις κάμης να σαγαπούν και να γλυκοτρέμουν όταν ακούσουν τόνομά σου, γιατί στην ποίησή σου θα βρουν όσα μέσα τους έχουν και δεν ξέρουνε να τα πουν. Ένα λόγο θάχης για κάθε ψυχή, μια παρηγοριά για κάθε δάκρι, μια αλήθεια για κάθε νου. Ό τι ποθεί ο καθένας, ό τι συλλογιέται κι ό τι νοιώθει, θα ταπαντήση στη γραφή σου. Ολωνών τα φρονήματα θα τα κάμης δικά σου• όλα τα καρδιοχτύπια θα ταντηχίσης. Σαν καθρέφτης μας θα σταθής και σε σένα θα γυρέβη το έθνος να διή τη μορφή του, γιατί μ' ένα που θα πης, ο καθένας θα καταλάβη για πρώτη φορά τον εμαφτό του. Τα φαινόμενα της φύσης, των αθρώπων τα πάθη θα μας ξανοίξης. Θα μας δώσης ύψος και θάρρος και παντού θα σκορπίσης τους θησαβρούς σου.
Εσύ θα γίνης άλλος Ορφές. Θα μαλακώσης τις πέτρες• θα σέρνης κατόπι σου τα θεριά. Με τους ψηλούς σου λογισμούς, με τις τολμηρές σου ελπίδες, με την καινούρια σου τη φράση, όπου περάσης θα νικήσης. Θα πλουτίσης τη γλώσσα και θα σε πλουτίση. Θα περπατής και θα ψάλης την ξαναγέννηση της πατρίδας, τη λεφτεριά και τον καινούριο μας κόσμο. Έθνος τότες μόνο θα φανούμε• θάχουμε και μεις τον ποιητή μας. Για τούτο κι από τώρα σε χαιρετώ, με νου ταπεινό, με καρδιά μέλι γεμάτη, γιατί με γλυκαίνει ο ερχομός σου πιώτερο από μέλι κι από ρόδα.
Δε θα σε προφτάξω• θα με σκεπάζη το χώμα όταν εσύ θα το πατής. Μη με καταφρονής που δε σ' αξίζω. Τα λόγια μου μπορείς να τακούσης, δίχως να ξεπέσης, γιατί ο καθένας δεν μπορεί να σε μιλήση σαν που σε μιλώ. Θα μάθης και συ τόνομά μου. Αγάπησα την πατρίδα μου και τη γλώσσα μου. Ξέρω τι κάμνω, και ποιος είναι ο σκοπός μου το ξέρω. Δε με μέλει για τη δόξα• η μόνη μου αγάπη είναι η αλήθεια. Κι άβριο να σκοτωθώ κ' η μνήμη μου μαζί μου να χαθή, δε με πειράζει• φτάνει ο κόπος μου να μείνη, η ιδέα μου να ζήση. Και θα ζήση! Μοναχή της η πατρίδα θα πάρη το δρόμο που της είπαμε να πάρη, γιατί τούτος είναι ο δρόμος ο σωστός, ο μόνος ο δρόμος.
Να με λυπηθής που δεν μπόρεσα να της δείξω το δρόμο τούτο, σαν και σένα. Να είσαι καλός και γενναίος. Μη φανής με το παραπάνω σκληρός για τις κακορίζικές μου αφτές τις δοκιμές, για την προσπάθεια και τον κόπο μου, γιατί, να σε πω! ό τι δε μ' έδωσε η φύση, δεν το φταίει η καρδιά μου. Είχα προαίρεση καλή, αν και δεν πίτυχα σαν που θα πιτύχης. Σαγάπησα πριν ακόμη σε γνωρίσω• κι αφτό κάτι θα πη. Για σένα δουλέβουμε όλοι• για σένα έφκολα χαρίζω τη ζωή μου. Κάπου κάπου λοιπό να με θυμάσαι δίχως κάκια, να θυμάσαι και να συχωρνάς τον καημένο σου τον πρόδρομο, — τον Πτωχοπρόδρομό σου.

Η'.

Πόλη και πολίτες.
Ό τι κι αν είπα, ό τι κι αν έγραψα, όσα παραμύθια κι αν έφτειαξα, τώρα που σας μιλούσα για δάκρια, βάσανα, πίκρες και νυχτερνούς περιπάτους, όλα, όλα τα παίρνω πίσω• κάλλια χίλιες νυχτιές σαν και κείνηνα που πέρασα στο Παρίσι, παρά την πρώτη νύχτα που πλάγιασα στην Πόλη! Τέτοιο πράμα δεν τόπαθα ποτές. Και μη νομίζετε που είναι ο λόγος μου για ψύλλους ή κουνούπια, γιατί συνηθίζουν οι ταξιδιώτες και βγάζουν κουνούπια στη μέση, άμα δεν ξέρουν πια τι να πουν, και τάχατις σας γράφουν καμιά νοστιμάδα, να σας διασκεδάσουν. Όχι! άλλα είταν τα δικά μου τα βάσανα. Θα σας το μαρτυρήσουν όσοι με γνώρισαν τότες, όσοι με τα μάτια τους είδαν το χάλι που είχα το πρωί, την ώρα που σηκώθηκα. Έμοιαζα πεθαμμένος• είχα χλωμιάσει, ασπρίσει, λιγνέψει και κονταίνει. Όλα τάφταιγε η φοβερή αγρυπνιά κείνης της νυχτός.
Του κάκου, πέφτοντας στο κρεββάτι, προσπάθησα να κοιμηθώ. Ώςπου να χαράξη δεν μπόρεσα μάτι να σφαλήξω. Έννοιωθα τέτοιο βάρος στο στήθος μου, που νόμιζα που σήκωνα βουνό. Η μάβρη πλάκα δεν είναι τόσο βαρειά. Κόφτουνταν η αναπνοή μου, κρύος ίδρος με περεχούσε, το στομάχι μου σα θάλασσα πετιούνταν απάνω και κάτω, και κόντεβε ναγγίξη τη ράχη μου• το κεφάλι μου φωτιά! Ανακατώθηκα, με συμπάθειο, όλη τη νύχτα, και πήγα να βγάλω τάντερά μου. Δεν είχα πια και δύναμη να ξαναπέσω• κείτουμουν κατά γης αφανισμένος και σπασμένος. Ψυχομαχούσα.
Το πρωί έφεραν το γιατρό κι άδικα τον έφεραν. Ο γιατρός δεν μπορούσε τίποτις να με κάμη. Είπε που είχα λίγη ζάλη, που είμουν κουρασμένος από το ταξίδι κι άλλα τέτοια. Εγώ το ξέρω τι είχα. Χωρίς να με το ξηγήση ο γιατρός, έννοιωσα μέσα μου τι γίνουνταν, άμα πάτησα της πατρίδας το χώμα, άμα είδαν τα μάτια μου Τουρκιά. Κάθουνταν οι μιναρέδες στην ψυχή μου• αδύνατο να τους χωνέψω. Οι μιναρέδες είναι που όλη τη νύχτα με πλάκωναν το στομάχι. Ανάθεμάν της εκείνη την κόκκινη τη σημαία με το μισοφέγγαρο στη μέση, που ίσια ίσια αντίκρυ στα παράθυρα της κάμερής μου είταν ανεβασμένη ψηλά απάνω στον Κουλά. Μ’ έτρωγε το σηκώτι, το αίμα μου με ρουφούσε. Αχ! τα καταραμένα τα φέσια! μ' έσκαναν τη χολή. Τα παλάτια, τα τζαμιά, τους τουρμπέδες να μην τους διώ! Το αίμα μου βράζει• τετρακόσιω χρονώ μίσος με πνίγει την καρδιά! Δόστε με, φέρτε με ο τι κι αν είναι, ό τι κι αν τύχη• κάτι πρέπει να σπάσω. Δε θέλω, δεν μπορώ Τούρκο να διώ, δε θέλω Τούρκος κοντά μου να βρεθή, από μακριά δε θέλω Τούρκο να μυριστώ, δε θέλω να ξέρω πού είναι Τούρκοι στον κόσμο, Τούρκο δε θέλω νακούσω…
Το πρωί, που βγήκα να σεργιανίσω την Πόλη, απάντησα παντού στους δρόμους προσώπατα γελαστά και χαρούμενους αθρώπους. Με χαιρετούσε ο ένας κι ο άλλος• — «Καλώς τον είδαμε!» και «Τι χαμπάρια;» — « Πώς τα πάμε δα στο Παρίσι;» — « Έβγε σου, που δεν ξέχασες την πατρίδα.» — « Έλα, να σε τραττάρω ένα καφεδάκι.» — «Καλέ! διέστε τον που μας άφησε μωρό και μας γύρισε λεβέντης!» κι άλλα τέτοια πολλά που, να πω την αλήθεια, μ' άρεζε να τακούω. Για μίσος, για σκλαβιά τίποτις! Μπορεί μέσα τους νάβραζαν οι καρδιές• βέβαια όμως δεν τόδειχταν. Και γω ο ίδιος, πρέπει να το μολογήσω, δεν έσπασα τίποτις, δεν έσφαξα Τούρκο, κανενός αίμα δεν ήπια. Είδα μάλιστα και κάμποσα φέσια. Λίγο λίγο μαλάκωνε η ψυχή μου. Έτσι μοιάζει που το φέρνει η ατμόσφαιρα της Πόλης. Στρώννει σιγά σιγά τα πάθια και τους θυμούς ο γλυκός αγέρας τουρανού και τα κάμνει όλα γαλήνη.
Οι πολίτες έχουν άλλο σύστημα. Οι πολίτες ζουν, όσο μπορούν, αδερφικά με τον Τούρκο και προσπαθούνε να τον κυβερνήσουν — ή μ' άλλα λόγια να τον κάμουν του χεριού τους. Πρώτα, κάπως το κατώρθωναν το πράμα• μα να που τώρα κάτι πιο δύσκολο τους έρχεται το σύστημά τους. Ανακατώνεται σήμερα κ' η Εβρώπη στις δουλειές και θέλει και κείνη να πη το λόγο της. Τι να κάμουν οι δυστυχισμένοι μας οι Γραικοί; Τι να κάμη κανείς, όταν τουφέκι δεν έχει; Θα με πήτε• — « Αγοράζει». Ναι! τέτοια ιδέα έχω και γω. Μα ελάτε που είναι η Εβρώπη! Τι θα κάμουν οι δικοί μας με την Εβρώπη, αν πιάσουν κι αγοράσουν τουφέκια; Πώς σας φαίνεται αφτός ο λόγος; σα να είναι σωστός. Όπως συνηθίση κανείς! Αν απαρχής θύμωνε ο πολίτης, αν και τώρα προτιμούσε θάνατο παρά σκλαβιά, τότες ποιος ξέρει; Η Εβρώπη σήμερα δε θα πρόφταινε να πη λέξη. Αλλά λογαριάστε που μπορούσε κι όλας να μην απομείνη Γραικός ζωντανός.
Έτσι φαίνεται το κατάλαβαν οι πολίτες, και φαίνεται που το κατάλαβαν περίφημα, γιατί ποτές τους δε σάλεψαν. Παιδιά, τι να σας πω; Έχω πάρα πολλή αδυναμία μετά σας και δε μ' αρέσει να σας κατηγορώ. Θα λέτε και σεις οι ίδιοι που τα μισά σας τα κακά δεν τάβγαλα στη μέση. Άξαφνα μπορεί καμιά μέρα να το κάμετε παράπονο, και να πήτε που σας παίνεσα με το παραπάνω. Τι να γίνη; δικός σας είμουν και γω. Ας σκεπάσουμε και μερικά. — Έτσι το θέλησαν• έτσι τόκαμαν• έτσι το σήκωνε το αίμα τους. Φιλονεικίες, μικρολογίες και θεολογίες, όσο θέλετε• φτάνει να κάθουνται στη γωνιά τους. Κι ως τόσο, χωρίς μεγάλες κολακείες, χωρίς να δείξουν ταπείνωση πιώτερο απ’ ό τι έπρεπε, με το φιλότιμό τους, με τη φρόνηση τους, με το νου τους, με την ορθή τους κρίση, κατώρθωσαν ο Τούρκος να τους ακούη, να τους σέβεται, κάποτες κι όλας να τους φοβάται — και τέλος πάντα, πρέπει να το πούμε, βάσταξαν τον ελληνισμό. Κάτι έπαθαν, κάτι είδαν και κείνοι στο μεγάλο το Σηκωμό• εδώ κόρωσε η φωτιά• η σπίθα είταν κρυμμένη σ' όλες τις καρδιές κι όλοι μαζί τη θρέφανε για να μη σβύση.
Για την ώρα προσμένει ήσυχα ο Πολίτης, μοναχός του να πέση ο αφέντης του. Ξέρει που ο Γραικός, και μόνο ο Γραικός, πάντα στον τόπο θα μείνη και που ποτές από την Πόλη του δε θα το κουνήση. Αφτό του φτάνει. — «Παραφέντη μου, μ' έλεγε ένας γέρος καϊχτσής που με πήγαινε κάθε μέρα στο Φανάρι, πολύ τσακίστηκαν οι Τούρκοι.» — « Παιδάκι μου, του λέω γω, με τον καιρό ακόμη πιώτερο θα τσακιστούν• καμιά μέρα τόσο τσακισμένους θα τους διής, που θα τους πετάξουν κι όλας στη θάλασσα. Μα τι κατάλαβες εσύ; Βασιλιά δε θα σε βάλουν εσένα — μήτε μένα. Θα σ' έρθη άλλος νοικοκύρης.» — « Παραφέντη μου, μη σε μέλη• θα τσακιστή κι αφτός!»
Ότι έχουν όλοι μέσα τους μ' έλεγε ο καλός μου ο καϊχτσής. Έτσι λογαριάζουνε με το νου τους. Για τούτο τους βλέπεις και σιγά σιγά κάμνουν τη δουλειά τους. Το εμπόριο το βαστούνε στο χέρι• έχουν τη μεγαλήτερη δύναμη του κόσμου, τον παρά. Καλλιεργούν και τα γράμματα• μαθαίνουν κάπου κάπου δυο τρία ελληνικά• χαίρουνται και καμαρώνουνε, γιατί νομίζουν πως τα ξέρουν. Αγαπούν τη μάθηση• χτίζουν ένα σωρό σκολειά• τα θέλουν πλούσια και καλά. Ξοδέβουν παράδες αμέτρητους για να χτίσουν τέσσερα όπου ένα φτάνει. Ο πιο φτωχός κάτι θα βγάλη να δώση και κείνος.
Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι κυβερνιούνται, έτσι ζουν, έτσι πεθνίσκουν. Κάπου κάπου σε λεν• — « Η ανάπτυξις των γραμμάτων υπήρξε το μέγιστον αίτιον της αναγεννήσεως της Ελλάδος» ή « τα σχολεία, η εκπαίδευσις τρέφουσιν ακαταπαύστως τον πατριωτισμόν» κι άλλα τέτοια πολλά, κι άλλοι τα λεν αλλού, και θα τα λεν ακόμη χρόνια. Και σ' αφτό έχουν άδικο οι καλοί μας οι πολίτες και κακά το λεν. Το σκολειό όχι μόνο δε θρέφει τον πατριωτισμό, αλλά τον ξολοθρέφει• κόντεψε και τον έφαγε όλονα. Όλους τους παράδες τους άρπαξε το σκολειό• δεν άφησε μισό παρά μήτε για το στρατό μήτε για το ναφτικό. Αντίς άρματα, βιβλία• αντίς στρατιώτες, δασκάλοι. Για τούτο κ' οι πολίτες κάθουνται και διαβάζουν κ' έχουν αποπάνω τους τον Τούρκο. Όποιος μάθη γράμματα, τουφέκι πια δεν πιάνει. Στην Επανάσταση είταν αγράμματος ο κόσμος, μα είταν αγράμματο λιοντάρι. Ο Τούρκος, όταν πήρε την Πόλη, με τη σοφία του δεν την πήρε. Σοφοί είταν οι Βυζαντινοί. Τώρα που ξέρει πιώτερα ο Γραικός, σκούριασε το σπαθί• η πέννα βασιλέβει.
Τόσες δοτικές δε χρειάζουνται. Στα 1821, έφτανε νάχη ακουστά ο στρατιώτης που μια φορά κ' έναν καιρό είταν ένα μεγάλο έθνος στον κόσμο, που είταν έθνος λέφτερο, που τόλεγαν Ελλάδα, που οι Έλληνες δα αφτοί είταν προγόνοι μας και που κατάντησαν τώρα σκλάβοι του Τούρκου. Με τους απαρεφάτους δεν πήγαμε μπρος, πήγαμε πίσω. Ας έχη γεια ο Αλέξαντρος, ο πρίγκηπας της Βουργαριάς! μαζί του θα κάμω χωριό. — «Πρώτα άρματα και καλό στρατό» έλεγαν πως είπε μια μέρα « έπειτα βλέπουμε για πανεπιστήμια και μάθηση.»
Αφτού κλίνω και γω. Όσο θωρώ τα λαμπρά τα χτίρια, λυπούμαι τις πέτρες που πήγαν του κάκου, κι αντίς να σπάσουν κεφάλια, γίνανε σκολειό. Οι πέτρες, που ξέρουν τι θα πη σκλαβιά, μέσα τους θα τόχουν καημό. Ένα χοντρό σίδερο, ένα παλούκι, μια τράβα, ένα δοκάρι δεν μπορώ να διώ, χωρίς να δακρίσουν τα μάτια μου, που δε σηκώνεται, Τούρκο να σκοτώση… Ας ταφήσουμε πια αφτά! Δε μας φελούν και πέρασε η ώρα. Ας πάρουν άλλοι την Πόλη! Ας την έχουν, ώσπου και κείνοι να τσακιστούνε, σαν που τόλεγε ο γέρος. Την Πόλη, Θέμου, και τι θα την κάμουμε τώρα; Μόλις το μικρό βασίλειο ξέρει να κυβερνηθή. Ας μας γλυτώσουν άλλοι πρώτα από τα δικά μας τα χέρια. Πού θα τα βγάλουμε στο κεφάλι με δυο πρωτέβουσες, που η μια μας αφανίζει; Τις δυο πρωτέβουσες κάποιος άλλος ας τις κάμη. Τότες βλέπουμε τι ζυγαριά θα πάρη, για να μη σπάσουν τη ζυγαριά από το ένα μέρος η Πετρούπολη κι από τάλλο η Κωσταντινούπολη.
Οι πολίτες δεν την πολυθέλουν τούτη τη ζυγαριά. Και γω δεν την ήθελα, μα τι να κάμω; Όσο κάθεστε ήσυχοι και προσμένετε, μη γυρέβετε άλλα. Κάποτες ακούς και κάτι παιδιακήσια• — « Ας τη βαστούν οι Τούρκοι την Πόλη, ώςπου να πάρουμε δύναμη.» Για να δυναμώση το χέρι, πρέπει να δίνη όλο γροθιές• άμα φορέση γάντι, μουδιάζει. Αμέ σ' αφτό το διάστημα οι Ρούσσοι τι θα κάμουν; Εκείνοι δε θα δυναμώσουν; Οι δικοί μας μόνο θα δυναμώσουν, που μήτε πιστολιά ξέρουνε να τραβήξουν; Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι το πιστέβουν και για τούτο ζουν ήσυχα με το φονιά τους.
Φτάνει, φτάνει ο βάρβαρος τούτος να φύγη, που με χαλνά το κέφι και δε μ' αφίνει τη νύχτα να κοιμηθώ! Δε με μέλει ποιος θα τον καταστρέψη• μόνο να καταστραφή! Πρώτα είχαν και το μεγαλείο τους• τώρα κατάντησαν καραγκιόζηδες της Εβρώπης. Από την ώρα που πάτησαν τούτο το χώμα, έφεραν την κατάρα μαζί τους. Ο Τούρκος δεν προδέβει• σφάζει και στέκεται• πνίγεται στο αίμα που χύνει. Η θρησκεία του είναι ο πρώτος του εχτρός• δεν τον αφίνει να πάη μπρος και του μπλέκει τα ποδάρια. Αλλοίμονο στο Γραικό που δεν το νοιώθει!
Ο Τούρκος ή πρέπει να είναι παντοδύναμος ή τίποτις να μην είναι — ή βασιλιάς ή δούλος. Ας γυρίση πίσω το λοιπό στην κόκκινη μηλιά, αφού πια δεν μπορεί να κυβερνήση τον κόσμο. Από πού ξέσπασαν, από πού μας ήρθαν τούτοι οι βάρβαροι στην Εβρώπη; Το χώμα μας δεν τους σηκώνει. Νίκησαν και νικήθηκαν οι ίδιοι. Ως και στα καλά που μας έκαμαν, έδειξαν τι λίγο μυαλό που είχαν. Παντού στην ιστορία βλέπουμε και διαβάζουμε που ο νικητής άλλη έννοια δεν έχει, άμα πάρη έναν τόπο, παρά να τον πιάση καλά• γίνεται ένα με τους νικημένους και σε μερικά χρόνια, σα στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρουσσία, δεν μπορείς πια να διακρίνης τον ένα από τον άλλο. Ο νικητής θρέφεται και δυναμώνει με του εντόπιου το αίμα. Αφτοί δεν μπόρεσαν ποτές τους να γίνουν έθνος. Τους στράβωνε ο φανατισμός. Άμα πλάκωσε ο καταχτητής, άμα μπήκε στην Πόλη, ξεχώρισε Τούρκο και Χριστιανό. Έμεινε ξένος μέσα σ' όλους. Δε συντρόφιασε με κανέναν και τέσσερεις αιώνες ζήσαμε ο ένα κοντά στον άλλο, σαν το σκύλο με τη γάτα. Κρίμας όμως που είταν εκείνοι το σκυλί — και που εμείς δε φανήκαμε μήτε γάτα.
Τέτοια συλλογιούμουν κ’ έλεγα μέσα μου, όσο περπατούσα στους δρόμους και σεργιάνιζα την Πόλη. Θυμούμουν τη Σύρα που είχα κατεβή δυο μέρες πρι να φτάξω στην Πόλη. Γιατί να σταθώ πρώτα στη Σύρα; Η Σύρα με φαρμάκεψε την ατμόσφαιρα της Πόλης και με χάλασε τον ουρανό που βλέπω τώρα από πάνω μου. Πολύ πιο όμορφη από την Πόλη με φαίνεται η Σύρα! Η Σύρα είναι λέφτερο χώμα. Τι λαμπρά που θα κοιμούνται τη νύχτα οι Συριανοί! Στη Σύρα δεν έχεις πλάκα στο κεφάλι, δε σε πέφτει βάρος στο στομάχι. Ο ουρανός γλυκογελά• η καρδιά ξεθυμαίνει. Αχ! δεν είναι ουρανός στον κόσμο, δεν είναι ωραιότητα στη φύση που ναξίζη τη λεφτεριά. Όπου λείπει, είναι νύχτα και σκοτάδι• όπου βασιλέβει, ξεπερνά τον ήλιο με το φως της.
Στη Σύρα Τούρκο πια σήμερα δε βλέπεις. Απ' όσους είταν πριν, ένας απόμεινε μοναχά. Ότι κατέβηκα, τον πήρε το μάτι μου. Φορούσε φέσι• γονατισμένος κατά γης, έσκυφτε το κεφάλι• δεν έβλεπα το πρόσωπό του. Ένας Γραικός, από πάνω του, στέκουνταν όρθιος κ' έσπρωχτε το ποδάρι στου Τούρκου τη μύτη. Με φάνηκε μια στιγμή που ο Τούρκος προσκυνούσε το Γραικό. Ύστερα κατάλαβα• ο Τούρκος είχε γίνη λούστρατζης! Τον περασμένο χειμώνα, κι αφτόνα τον Τούρκο κόντεψαν οι Συριανοί να τον πνίξουν. Ή πρέπει ο Τούρκος να πατή ταλλουνού το κεφάλι ή πόδι να φιλή. Και για τούτο τώρα στην Πόλη θυμούμαι με γλύκα τη Σύρα, που φιλούσε πόδι.

Θ'.

Cabinet de lecture.
Όπου κι αν πάη κανείς, σ' ό τι μέρος κι αν κατασταλάξη, είναι φρόνιμο και σωστό να βολέβεται με το καθετίς. Καλά κάμνει να ζη σαν που συνηθίζουν και ζουν όσοι ζούνε στον τόπο που βρίσκεται — να φάη το φαγί τους, να στρώση το κρεββάτι του σαν που το στρώννουν και να ρουχαλίζη με τον ίδιο κρότο. Πρέπει να πίνη τα κρασί τους, νάχη τη μάθησή τους (αν μπορεί!), να διαβάζη τις φημερίδες τους και να του φαίνουνται καλογραμμένες. Τόσο καιρό που είχα κάμει στη θάλασσα, δεν ήξερα πια τι γίνουνταν ο κόσμος. Θέλησα λοιπό να μάθω και γω τι τρέχει, να διώ τουλάχιστο κανένα γραικικό φύλλο.
Την άλλη μέρα, με πήγε ο πατέρας μου στη λέσκη που συνηθίζει και πηγαίνει. Τραβήξαμε στο Σταβροδρόμι (είναι το σπίτι μας στο Γαλατά), μπήκαμε στα κλούμπι (οι κυρίες κάπου κάπου το λεν και_κλουβί_ για τους άντρες), ανεβήκαμε ένα πάτωμα και βρεθήκαμε στην « αίθουσαν της αναγνώσεως.» (Έτσι, νομίζω, θα πη το cabinet de lecture ένας προκομμένος που ξέρει και σέβεται τη γλώσσα του• να μιλούσαμε γραικικά, ίσως είταν τρόπος να το πούμε κι αναγνωστήρι ή μάλιστα καλήτερα διαβαστήρι, που το καταλαβαίνει όλος ο κόσμος, μα τι να γίνη;…) Το διαβαστήρι που κάτσαμε είτανε μια μεγάλη κάμαρα, μακρουλή και στενούτσικη• είχε στη μέση της ένα τραπέζι, με πράσινη τσόχα στρωμένο, που πήγαινε από τη μια άκρη της κάμαρας στην άλλη. Κάτι παράθυρα, ψηλά ίσια με το ταβάνι, τρυπούσαν τους τοίχους• άσπροι μπερντέδες κρεμασμένοι μισοσκέπαζαν τα τζάμια. Τα παραθυρόφυλλα δεν είταν όλους διόλου σφαλισμένα κ’ είχανε στη μέση μια χαραμάδα από πάνω ίσα με κάτω. Γύρω γύρω στο τραπέζι είταν αραδιασμένες μια μια οι φημερίδες, με το ξύλο που βαστά την καθεμιά — έτοιμες για να τις πιάσης στο χέρι και να διαβάσης.
Έτυχε κείνη τη βραδιά να μην είναι στο διαβαστήρι ψυχή. Όλοι οι πολίτες βρίσκουνταν όξω στο Κατάστενο ή στα Νησιά• είτανε μεγάλη μοναξιά• μόνο ο πατέρας μου και γω. Σε κάθε γωνιά, οι δούλοι με τις άσπρες ποδιές και το κοντόμαβρο σουρτουκάκι κάθουνταν απάνω σ' ένα σκαμνάκι κ' έσκυφταν το κεφάλι από τη νύστα. Ο καιρός όξω είταν ωραίος, — μια βραδιά μοναδική, ένας καιρός μαλακός, όλος γλύκα, που σα βελούδο σε χαδέβει το πρόσωπο. Τέτοιο καιρό δε θα διής παρά στην Πόλη. Φυσούσε αγεράκι σιγαλό, σαν πνοή λουλουδιών. Από των παραθυριών τη χαραμάδα έβλεπες πέρα πέρα σαν έναν ασημένιο λεκέ που άσπριζε κάκω κάτω. Είταν το Κατάστενο που γυάλιζε με το φεγγάρι. Χαίρουμουν την τόση ησυχία. Δεν άκουγες φωνή. Είτανε μια από κείνες τις καλοκαιρνές βραδιές που σε κάμνουν την ψυχή να μοιάζη γαλήνη. Όλο σου το κορμί σε φαίνεται που μαλακώνει, που γίνεσαι γάλα. Θαρρείς που βρίσκεσαι σε κούνια, που ταγέρι σε γλυκονανουρίζει και φυσά. Η ατμόσφαιρα και κείνη σα να νυστάζη• λίγο λίγο λες που σταλάζει ύπνο• όσο κείτουμουν έτσι, βαθιά χωμένος στην πολτρόνα μου μέσα, μ' έρχουνταν πως είμουνα στην παράδεισο. Είναι η ώρα καλή για να μισοσφαλνάς τα μάτια και να διαβάζης — να βλέπης ονείρατα, μισό ξυπνητός μισό κοιμισμένος — κ' η φαντασία σου να παίρνη δρόμο.
Σε κομμάτι, ο πατέρας αποκοιμήθηκε. Στρώθηκα με την ησυχία μου στην πολτρόνα μου, κ’ έπιασα μια γαζέττα. Με περεχούσε χαρά που τέλος πάντα πήγαινα να διαβάσω καλά ελληνικά, ύστερα από τόσες φράγκικες φημερίδες που είμουν αναγκασμένος να διαβάζω κάθε μέρα στο Παρίσι. Τώρα που το γράφω, θυμούμαι πολύ καλά που, άμα άπλωσα το χέρι στο τραπέζι κι άγγιξα το πρώτο φύλλο που ήθελα να πάρω, στην ίδια στιγμή άκουσα να τρίζη κατιτίς — σα να γίνουνταν κάπου μακριά καμιά ταραχή, κανένας κρότος. Έτσι τουλάχιστο με φάνηκε. Μα δεν πρόσεξα πολύ. Νόμισα που είταν το τσαλάκωμα του χαρτιού και το ξέχασα.
Δε συλλογιούμουν παρά την καλή μου τύχη. Κάτι θα πη να γεννηθής Γραικός• σ' αξιώνει ο Θεός και βλέπεις στον αιώνα που ζης τη γλώσσα που μιλούσες, είναι τώρα δυο χιλιάδες χρόνια και παραπάνω, ακόμη να τη μιλούν οι δικοί σου, ίδια κι απαράλλαχτα σα στου Σωκράτη τον καιρό. Η μόνη διαφορά είναι που τότες στάμπες δεν είταν και που σήμερα τυπώνεται κι όλας. Όμως τόσο δεν άλλαξε! Πάρε ένα βιβλίο να το καταλάβης. Θα διής το ίδιο τυπικό• ένα ν δε λείπει• πάντα βάζουν το ν όπου πρέπει. Κύρια και κοινά ονόματα κλίνουνται σαν και πριν• τα ρήματα έχουν τις ίδιες συζυγίες. Κι αφτό είναι ίσια ίσια που μας δίνει τόση εβγένεια, που μας υψώνει το νου και μας ξανοίγει τις ιδέες. Κολακέβουνταν και μένα το φιλότιμό μου με το παραπάνω• και ποιος δε θέλει να μοιάζη τον Περικλή; Ήξερα μάλιστα που οι φημερίδες το βαστούν πολύ ψηλά. Πρόσμενα να διαβάσω του Ξενοφώντα ή τουλάχιστο του Πλούταρχου τη γλώσσα. Αφτή η ελπίδα μ' έκαμνε να τρέμω. Έπαιρνα τις φημερίδες μια μια• μόνο να τις βλέπω μπροστά μου, μ' άνοιγε την όρεξη. Είμουνα σαν τον άθρωπο που πάει να βάλη στο στόμα του κανένα νόστιμο φαγάκι, που το χαίρεται, και μόλις τολμά ναρχινίση.
Άρχισα τέλος να διαβάζω. Μα διές τι παράξενο πράμα! δεν ξέρω να πω πώς τόπαθα κι αν είταν από το ταξίδι ή από τη νύστα. Δεν μπορούσα να ξεχάσω τα γαλλικά μου• δε μ' έβγαιναν από το νου. Άμα διάβαζα μια λέξη γραμμένη ελληνικά, νόμιζα στην ίδια στιγμή που τη διάβαζα γαλλικά• ο τύπος είταν ελληνικός, γαλλικά τα λόγια, το νόημα γαλλικό. Μ' έρχουνταν όλα σα φράγκικα. Τι δυσάρεστη δουλειά! Θύμωνα μέσα μου κι ανυπομονούσα• αδύνατο, όπως κι αν τόπιανα, να μη θυμηθώ τα γαλλικά μου• σα φάντασμα, σαν πεισματάρικο δαιμόνιο με κυνηγούσαν. Έλεγα• — « Μετάφραση βλέπω, ή τόντις τη γλώσσα μου διαβάζω; Φταίω γω ή φταιν οι φημερίδες;» Τρομερό ζήτημα! δεν τολμούσα, δεν μπορούσα να το λύσω! Όσο προχωρούσα, τόσο μ' έπιανε πλήξη• χωρίς να το θέλω, χωρίς να το κάμω πίτηδες, τα μάτια μου ξεσκέπαζαν από κάτω από τα γραικικά γράμματα φράση γαλλική, ξένη γλώσσα! Έμοιαζε σα να είταν τα γαλλικά φωλεμένα μέσα στο χαρτί.
Θα σ' έτυχε κάποτες να πάρης ψιλό χαρτί, να το βάλης απάνω σε καμιά ζουγραφιά ή σε κανένα γράμμα, για να σηκώσης του γραμμάτου το γράψιμο ή τα χαρακώματα και την κάθε γραμμή της ζουγραφιάς, απαράλλαχτα όπως είναι. Τεντώνεις το χαρτί, το βαστάς δυνατά με το δάχτυλο για να μη φύγη, πιάνεις μια πέννα και γράφεις. Όσο γράφεις, κάθε γραμμή που κάμνει το κοντύλι σου, σκεπάζει την παλιά γραμμή. Φτάνει όμως λίγο να γλυστρήση το χαρτί και φαίνεται. Και να μη γλυστρήση, πάντα κάτι θα φανή. Ταντίγραφο που παίρνουμε δε θα κρύψη ποτές όλους διόλου τα πρώτα τα ψηφιά ή τη ζουγραφιά• ή πιο ψιλό θα βγη το χαράκωμα το δικό μας ή πιο χοντρό. Να προσέξη κανείς, θα τα διή και τα δυο μαζί, το ένα απάνω στάλλο. Έτσι το πάθαινα και γω• κατάντησα να τα βλέπω όλα διπλά. Αν απαντούσα, ας πούμε, τη φράση «ελάμβανε τον κόπον», την ίδια ώρα θυμούμουν και το «Il prenait la peine». Αφτό το «Il prenait la peine» ξετρύπωνε ξαφνικά από κάτω από τα ελληνικά που προσπαθούσα να διαβάσω. Αν είναι τρόπος να σας το παραστήσω με τον τύπο, είταν απάνω κάτω να διάβαζα σαν που σας το γράφω τώρα•
έ Ι λ L ά Ρ μ R β E α Ν ν Α ε Ι τ Τ ό L ν Α
κ Ρ ό Ε π Ι ο Ν ν Ε.
Στην ίδια γραμμή έβλεπα δυο ψηφιά και πάντοτες τα γαλλικά ξεπερνούσαν τα γραικικά, με τρόπο που φαίνουνταν και καλήτερα. Κάμποσες φράσες διάβασα έτσι, φράγκικα όλο μαζί και γραικικά• σας τις σημειώνω κοντά κοντά τη μια στην άλλη•
Αι δυνάμεις προτίθενται να ακο- Les puissances se proposent λουθήσωσιν το επόμενον πρόγραμ- de suivre le programme sui- μα προς λύσιν του βουλγαρικού vant pour la solution de la ζητήματος. question bulgare. Αι διακοπείσαι σχέσεις θα επα- Les relations interrompues ναληφθώσι. vont être reprises. Συγκέντρωσεν εις εαυτόν άπα- Il a concerte sur lui l’atten- σαν την προσοχήν των ευρωπαϊ- tion de tous les gouverne- κών κυβερνήσεων. ments de l’Europe. Εν δεδομένη τινί στιγμή. Dans un moment donne. Την ιδίαν αυτών ατομικότητα. Leur propre individualité. Επιλόγησαν επί της διαφοράς του Ils ont compte sur la diffé- χαρακτήρος. rence de caractère. Αναλόγως των περιστάσεων. Suivant les circonstances. Τάσις της εθνικότητος. Tendance de la nationalité. Παρασκευάζει υπόμνημα. Il prépare un mémoire. Αι πανταχόθεν διαδιδαζόμεναι Les nouvelles qu’on nous ειδήσεις. transmet de toutes parts. Η λύσις εγγίζει. La solution approche. Σπουδαίον διάβημα προς λύσιν On fit un pad décisif vers la των περιπλοκών. solution des difficultés. Η συνεννόησις των δυνάμεων. L’ entente des puissances. Δεν έχουσιν διάθεσιν. Ils ne sont pas disposés. Να αποθέση το καταπληκτικόν (Δε μεταφράζεται σε καμιά γλώσ- ηθικόν κύρος της ροπαλοφορικής σα — μήτε στην καθαρέβουσα) ετυμηγορίας. Άλλοι εισέρχονται εις αναλυτι- D’autres entrent dans de plus κωτέρας πληροφορίας. amples détails. Εξανίσταται κατά των τοιούτων il s' élève contre ces inju- προσβλητικών μομφών. rieuses accusations. Ελάμβανε τον κόπον. Il prenait la peine. Ενσάρκωσις της ιδέας οριστι- Incarnation de l'idée d'une κής λύσεως του βουλγαρικού ζη- solution définitive de la que- τήματος. stion bulgare. Πολιτική ατμόσφαιρα πεπληρω- Atmosphère politique char- μένη ηλεκτρισμού. gée d'électricité. Αποτέλεσμα του συντάγματος. Résultat de la constitution. Αληθές στήριγμα του νέου ηγε- Véritable appui du nouveau μόνος. souverain. Μη μεμολυσμένος υπό φιλελευ- Point corrompu par les théo- θέρων θεωριών. ries du libéralisme. Υπό συνταγματικήν σχολήν δια- Élevé dans l'école du insti- παιδαγωγηθείς. tutionnalisme. Δύνανται να παρουσιασθώσι γε- Il peut se présenter des faits γονότα υποχρεούντα… nous obligeant a… Ρήξις διπλωματικών σχέσεων. Rupture de relations diplo- matiques. Αι απειλαί βαίνουσιν έτι περαι- Les menaces vont encore plus τέρω. loin. Δύναται να υπολογήση τας συν- Il peut supputer les consé- επείας. quences. Επαρκώς απέδειξεν. Il a suffisamment démontré. Θίγει χορδήν ευαίσθητον. Il touche a une corde sensible. Να παράσχη διασαφήσεις. Fournir des explications. …όπερ δέν θα ήτο ιπποτικόν. …ce qui ne serait pas che- valeresque.
Αντίς γαλλικά και γραικικά, με φαίνουνταν πάλε κάποτες πως διάβαζα ελληνικά και γερμανικά, σαν που το βάζω τώρα•
Θεωρούμεν όχι ανάξιον του κό- Wir betrachten es nicht der που να ερευνήσωμεν εις τι έγ- Muhe unwerth zu untersu- κεινται αυταί αι δικαιολογίαι. chen, worin diese Rechtfer- tigungen liegen. Να ασκή σοβαρόν έλεγχον. Ernsten Tadel zu üben.
Κάποτες πάλε δεν έφταναν τα γερμανικά ή τα γαλλικά, ξεχωριστά τό καθένα• τάβλεπα μισό γερμανικά μισά γαλλικά, μέσα στα ελληνικά, σα να είχε στο νου του ο συντάκτης, όταν έγραφε, και τις δυο γλώσσες•
Αρμονίαν θελήσεως παρ' αυταίς Übereinstimmung des Wil- ταις μεγάλαις δυνάμεσιν. lens selbst bei den grandes puissances. Κέκτηται όλην την μόρφωσιν και Il possède toute la Bildung την παίδευσιν ευ ηγμένου Ευρω- et toute l'instruction d'un παίου. wohl erzogenen Européen.
Κρίμας που δεν έμαθα παιδί ταγγλικά! Είχα πάρει για τη δυστυχία μου μια δασκάλισσα, όταν είμουν πια παλληκάρι, κι αντίς να με σπουδάξη, μ' έμαθε… κάλλια να μη σας το πω. Τώρα το μετάνιωνα. Θα με ξέφυγαν πολλά απ' όσα διάβαζα, που μόνο ταγγλικά θα με τα ξηγούσαν. Τι καλά είταν τουλάχιστο που ήξερα γαλλικά και γερμανικά! Α δεν τα ήξερα, δε θα μπορούσα να καταλάβω λέξη απ' όσα έγραφαν οι φημερίδες. Νόημα δε θα μπορούσα να βγάλω και του κάκου θάσπαγα το κεφάλι μου. Άμα τάβαζα στο γαλλικό, αμέσως έβλεπα τι θα πη. Είχα διαβάσει τη φράση• — «Δεν ηδύνατο να αρθρώση λέξιν.» Τι μπορούσε να σημαίνη τέτοιο πράμα; Γύρεβα, σκάλιζα στην αρχαία• αδύνατο νά βρω τίποτις που να μοιάζη. Βέβαια που ο Ξενοφώντας, αν είταν ποτές να « αρθρώση λέξιν», θάμνισκε βουβός όλη του τη ζωή. Την ίδια δυσκολία είχα και με κάτι άλλες φράσες• — « Εν δεδομένη τινί στιγμή». Ποιος, έλεγα μέσα μου, να δώση τούτη τη στιγμή και ποιος να την πάρη; Ή και• — « Η λύσις εγγίζει». Άγγιξε, συλλογιούμουν, κανέναν και τον πείραξε; Του κάκου θυμούμουν τους αρχαίους πεζογράφους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Θουκυδίδη! Δεν έβγαινε τίποτις. Αφτό το «εγγίζει» με βασάνιζε, και δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήθελε να πη «πλησιάζω». Αν έγραφε την αρχαία, έλεγα, θα τόβαζε « εγγύς» ή « πέλας ημίν εστί», κι αν τόγραφε στη γλώσσα μας, έπρεπε να πη « κοντέβει•». Άμα ξεχνούσα την αρχαία και τη νέα, με τη γαλλική μετάφραση καταντούσε το νόημα πολύ έφκολο• «Il ne pouvait articuler une parole». — «Dans un moment donné». — «La solution approche». — Είναι κάτι συνηθισμένα και κακορίζικα γαλλικά, που ακούω στο Παρίσι κάθε μέρα. Τα λέει κανείς, άμα δεν ξέρει τι να πη.
Κατάλαβα τότες που έπρεπε να διαβάζω ανάποδα• αντίς πρώτα να τα διαβάζω γραικικά, είταν πολύ πιο σωστό να τα λέω μέσα μου γαλλικά κ' έπειτα να κοιτάζω τα τυπωμένα γράμματα. Και χωρίς να το θέλω, τόντις έτσι τόπαθα. Τώρα τάβλεπα πρώτα πρώτα όλα φράγκικα, σα να είταν τα φράγκικα πρωτότυπα•
N' est soumis à aucune res- Εις ουδένα υπόκειται περιορι- triction. σμόν. A première vue. Εκ πρώτης απόψεως. Il s' est vu forcé. Είδεν εαυτόν ηναγκασμένον. L' usage éclaire et opportun Η πεφωτισμένη και επίκαιρος de ce droit. χρήσις του δικαιώματος τούτου. L'opinion publique s'est éle- Η κοινή γνώμη δια διαδηλώσεων vée contre ce vote par ses εξηγέρθη κατά της ψηφοφορίας manifestations. ταύτης. Il se trouvait dans son droit. Ευρίσκετο εν τω δικαίω αυτού. L'opinion publique qui se Η κοινή γνώμη ήτις μορφούται forme d'après la pleine cons- εκ της πλήρους συναισθήσεως της cience de la force, des be- δυνάμεως, των αναγκών και της soins et de la situation géné- εν γένει καταστάσεως του λαού rale du peuple et de la nation. και του έθνους. Il a soulevé l'indignation u- Εξήγειρε την γενικήν αγανάκτη- niverselle. σιν. Cette question touche sérieu- Το ζήτημα τούτο σπουδαίως θί- sement aux intérêts généraux γει τά τε εθνικά και ιδιωτικά συμ- et privés de la nation. φέροντα του λαού. L'opinion publique qui s'est Η ζωηρώς εκδηλωθείσα κοινή vivement manifestée. γνώμη. Ces mesures devaient être Τα μέτρα ταύτα έδει να λη- prises. φθώσι. Cela dépasse vraiment toutes Υπερβαίνει αληθώς του επιτρε- les bornes! πομένου τα όρια! Le phénomène caractéristi- Το φαινόμενον το οποίον χαρα- que. κτηρίζει. Il les a tous surpassés par son Υπερέβη πάντας κατά την αθλι- ignominie! ότητα! Elle a donné la dernière im- Η δούσα την τελευταίαν γεν- pulsion généreuse. ναίαν ώθησιν. Le 16 Mai. Η 7η Απριλίου. La nuit des temps et la pous- Ο ζόφος των αιώνων και ο κο- sière des bibliothèques. νιορτός τών βιβλιοθηκών. Il a eu le courage d'exposer. Έσχε το θάρρος να εκθέση. Il est en situation. Είνε εις θέσιν. Vous arriverez à la même Θα φθάσητε εις το αυτό συμπέ- conclusion. ρασμα. De ceux qui ont la meilleure Την βελτίστην προς μάθησιν θέ- volonté d'apprendre. λησιν εχόντων.
Στο τέλος είταν κι αφτός ο λόγος που με φάνηκε πολύ σωστός•
Nous apprécions la connais- Εκτιμώμεν και την γνώσιν της sance de la langue grecque ελληνίδoς φωνής εν η και ως ποι- où il excella comme poète: ητής διέπρεψε• θεωρούμεν δε τού- c'est là une qualité des plus το σπουδαιότατον προσόν, διότι sérieuses, car on peut com- εν δακτύλοις μετρούνται οι παρ' pter sur les doigts dans notre ημίν τοιούτοι. pays les personnes qui sa- vent le grec. …………………………..
Εκείνος ο κρότος που είχα ακούσει στην αρχή, όταν πήρα να διαβάσω τις φημερίδες, να που μεγάλωνε τώρα και γίνουνταν πιο δυνατός. Τρόμαξα μια στιγμή, γιατί στη μοναξιά αγριέβεται κανείς νακούη ταραχή και να μην ξέρη από πού είναι. Όμως και πάλε δεν πολυπρόσεξα. Είταν ο νους μου σε κείνα που είχα διαβασμένα. Χαίρουμουν που τα καταλάβαινα• μάλιστα κολακέβουμουν που είχα βρει με τι τρόπο έπρεπε να τα καταλάβω. Όταν κανείς μελετήση χρόνια κανένα φιλοσοφικό σύστημα, κ' ύστερα από πολλούς κόπους και κάμποση σπουδή, τέλος μπη στο νόημα, ξανοίγει ο νους του. Έτσι και γω περηφανέβουμουν που μοναχός μου είχα σταθή άξιος να μαντέψω τη μεγάλη σοφία που φώτιζε τα γραικικά μας φύλλα. Ναι! τώρα για πρώτη φορά, έννοιωσα τι σύστημα έχουν οι φημεριδογράφοι μας και με φάνηκε το σύστημά τους χρήσιμο κι απλό. «Ξέχασε τα ελληνικά σου, ταρχαία και τα νέα• κοίταξε μόνο να προσέχης το τυπικό ταρχαίο. Άμα έμαθες που η ονομαστική μούσα έχει γενική μούσης κι όχιμούσας, που ο ενεστώτας ακούω κάμνει αόριστο ήκουσα και παρακείμενο ακήκοα, παίρνεις αμέσως ξένες φημερίδες• τις μεταφράζεις μάνη μάνη. Έτσι ξεβγενίζεις τη γλώσσα. Δεν πειράζει να γράφης φράγκικα, φτάνει να τα τυπώνης γραικικά. Με τέτοιο τρόπο, οι λέξες σου φαντάζουν ελληνικές• μέσα είσαι όλος φράγκος. Το τυπικό, μην ταμελήσης στη ζωή σου. Τα χάλασες όλα, α δεν πρόσεξες το τυπικό!»
Και μη νομίζετε που στα μπόσικα τόπιασαν οι δικοί μας μ' αφτό τον τρόπο. Οι φημεριδογράφοι μας κουτοί δεν είναι• είναι μάλιστα φοβεροί διπλωμάτες. Γράφοντας γερμανικά, γαλλικά κι αγγλικά καλοπιάνουν την Εβρώπη• άμα διή η Εβρώπη που ξέρουμε και γράφουμε τη γλώσσα της, δεν μπορεί παρά να μας αγαπήση. Έτσι καμιά μέρα θα μας δώση και την Πόλη. Για να μην κακοφανή τάχατις την Εβρώπη, που μας βλέπει ναποφέβγουμε σαν την ψώρα τις ξένες λέξες και να λέμε που η γλώσσα μας και το έθνος μαζί ξεπέφτουν άμα πούμε πόρτα αντίς θύρα, κατωρθώσαμε τουλάχιστο, οι λέξες να μοιάζουν ελληνικές, το ύφος και το νόημα να είναι φράγκικα.
Έτσι, μιλώντας φράγκικα, μιλούμε την αρχαία. Και τι θέλει, τι γυρέβει όλο το έθνος; Ο καθένας «βαθμηδόν» να μοιάξη τον Περικλή. Θα το κατορθώσουμε λαμπρά με τις φημερίδες. Θαναγκαστή μάλιστα καμιά μέρα η Εβρώπη να το πιστέψη. Χαίρουμουν πολύ για την ιδέα. Μ' άρεζαν κι όλας όσα διάβαζα• τι φρονήματα γενναία, τι μεγάλοι λογισμοί! Κάπου κάπου έγραφαν και για τους Βουργάρους που είναι παιδιά, για τους Σλάβους που είναι σωρό βάρβαροι, για τους Έλληνες που είναι Έλληνες, για τη γλώσσα την αρχαία, που έρχουνται πίτηδες ξένοι σε μας να τη μάθουν. Κάπου μάλιστα χτύπησε το μάτι μου κι αφτή τη φράση που με κολάκεψε πολύ• «Αι από των ευκλεών προγόνων μας κληρονομηθείσαι πολιτικαί αρεταί.»…
Όσο καλά, φρόνιμα, σωστά κι αν είταν τα λόγια που διάβαζα, πρέπει να το μολογήσω, είχα λίγη ζάλη• είμουν κουρασμένος από τη ζέστη και το πολύ διάβασμα. Να το πούμε παστρικά, με πήρε ο ύπνος. Σαν ψιλό ψιλό συννεφάκι, σα λεφτούτσικη καταχνιά ξαπλώνουνταν ο ύπνος σιγά σιγά απάνω στα ματόφυλλά μου. Εκεί που πήγαινα να πιάσω άλλη μια φημερίδα, στάθηκε το χέρι μου κ' έγυρα το κεφάλι. Κοιμούμουν. Άμα που σφάληξα τα μάτια, τρόμαξα στον ύπνο μου μέσα. Άρχισα να τρέμω κι όμως όλο κοιμούμουν. Ο κρότος εκείνος ο προτινός μεγάλωνε μεγάλωνε κι ακούγουνταν πια τώρα σαν τη θάλασσα, όταν πάει φουρτούνα να ξεσπάση. Είδα τι έτρεχε. Κατάλαβα την ταραχή, από πού και γιατί είταν. Τόντις παράξενο πράμα θωρούσα!
Μπροστά μου έβλεπα ξαπλωμένο το χάρτη της Εβρώπης. Δεν είταν κανένας μικρός χάρτης, σαν τους γεωγραφικούς πίνακες που κρέμουνται στους τοίχους, μέσα στα σκολειά. Με φάνηκε μεγάλος σαν την Εβρώπη την ίδια. Είταν και κείνος χρωματισμένος σαν τους συνηθισμένους χάρτηδες. Ο κάθε τόπος είχε ξεχωριστό χρώμα και μπορούσες να διακρίνης τον ένα από τον άλλο. Είταν ο καθένας ζουγραφισμένος πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, μαβιά, άσπρα, μουντά ή ανοιχτά. Απάνω στο χάρτη στέκουνταν οι Εβρωπαίοι, όλοι με την αράδα, ο Γάλλος στη Γαλλία, στη Γερμανία ο Γερμανός, ο Ιταλός στην Ιταλία• ο καθένας χωριστά στον τόπο του, κι ο κάθε λαός φορούσε ρούχα ή πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα, με το χρώμα που είχε στο χάρτη η κάθε χώρα. Όλο μαζί είταν παράξενο κ' έμοιαζε σαν αποκριάτικο.
Το περίεργο είταν που δεν έβλεπες μήτε σπίτι, μήτε δρόμο, μήτε τίποτις• φαίνουνταν οι αθρώποι μοναχά — κι ο χάρτης. Όλοι τους εμάς κοίταζαν• και τα δυο μάτια στην Ελλάδα! Δεν είταν όμως όρθιοι• μα δεν μπορούσα να πω που κάθουνταν κι όλας. Στέκουνταν εκεί σαν καμπούρηδες, με σκυφτή ράχη, με το κεφάλι ψηλά• κάθε άθρωπος — και τους ξεχώριζες έναν έναν — είχε τα δύο χέρια ακκουμπισμένα στα γόνατα, σα να βαστιούντανε για να μην πέση κατακέφαλα και κάμη κουτρουβάλα. Το πηγούνι του καθενός πήγαινε ναγγίξη τα ποδάρια του κ' η ράχη τους γίνουνταν καμάρα. Το στόμα τους είταν ανοιχτό, ολωνών, κ' έχασκε φοβερά — σαν τρύπα μάβρη. Έφερναν αηδία. Και γιατί, παρακαλώ, στέκουνταν έτσι; γιατί ξεκαρδίζουνταν από τα γέλοια. Κ' είταν ένα γέλοιο δυνατό, άνοστο, χάχικο, πληχτικό γέλοιο, ένα γέλοιο συχαμένο, που σ' έπιαναν τα νέβρα και σ' έρχουνταν απελπισία να τακούς. Έκοφτε σαν ξουράφι. Μιλλιούνια και μιλλιούνια αθρώποι γελούσαν κι' όλο γελούσαν και τελειωμό τογέλοιο τους δεν είχε. Αχ! αναθεματισμένοι Εβρωπαίοι, μούγγριζα μέσα μου, τι έχετε και γελάτε με τέτοιο τρόπο; Γιατί με ξεσκίζετε ταφτιά και με τρυπάτε την καρδιά σα με μια σούβλα; Κόντεβα να κλάψω από τη σκάση. Όλοι τους με κοίταζαν και κοίταζαν το τραπέζι που κάθουμουν και τις φημερίδες που διάβαζα. Είταν η Εβρώπη μαζωμένη• φαντάζεσαι λοιπό τι βοή, τι κρότο που τον έκαμνε το γέλοιο τόσων αθρώπων. Άξαφνα στάθηκαν και καθαρά καθαρά — σα να τους άκουγα και τώρα —, είπαν όλοι τους μαζί με μια φωνή που έμοιαζε να σφυρίζη.
« Απόγονοι του Περικλή, τούτα είναι τα γραικικά σας;! Μ' αφτά είναι που θα μας πιάσετε; Με την ψεφτοκαθαρέβουσα που μιλείτε, καλά την κουρελλιάσετε τη γλώσσα του Περικλή! Αλήθεια, καταντήσετε βάρβαροι, σαν που το λέτε κάποτες οι ίδιοι. Κάτω το κοντύλι. Πήρετε άσκημο δρόμο. Δεν έχει τόπο για σας μέσα στον πανάγιο, το σοβαρό ναό της εβρωπαϊκής επιστήμης.»
Και σαν ωκεανός φουρκισμένος, σα μάνητα τρικυμιάς, βροντούσε η φωνή τους κι όσα μέσα τους είχαν, τάβγαζαν όξω με μιας.
« Κάθεστε και μας λέτε που δεν ξέρουμε τη γλώσσα σας, που έχουμε κακή προφορά, που θα μας τα μάθετε όλα. Μας μάθετε μόνο να γελούμε. Φτάνουν οι κωμωδίες• θαρρείτε τάχατις πως γράφετε ελληνικά; Όχι, βέβαια. Για να το καταλάβετε, εμείς πρέπει να σας το πούμε. Φραγκέψετε! Μιλήστε γλώσσα δική σας, για να σας ακούση ο κόσμος.»
Καλό πράμα κανείς νάχη πομονή — μα ωσπού θα πάη; Εγώ να κατηγορώ τους δικούς μου, γίνεται• ίσως είναι και χρέος• αλλάζει η δουλειά, άμα τους κατηγορήσουν άλλοι. Αφτό δεν το σηκώνω. Όταν περγελώ τον εμαφτό μου, μ' αρέσει μόνος μου να γελώ. Κόρωσα λοιπά και γω τότες, ακούγοντας τέτοια λόγια. Έγινα μέσα μου όλος θυμός κι από την πλήξη πήγαινα να πνιγώ. Θέλησα να τους αποκριθώ, μα χάθηκε η φωνή μου. Τι, τι να τους πω; Τι απάντηση να τους δώσω, που είταν τα λόγια τους αλήθεια; Τουλάχιστο να μην τους βλέπω μπροστά μου, να μην τους ακούω πια τους Εβρωπαίους! Φεβγιό φεβγιό! Σηκώθηκα στη στιγμή και καταντροπιασμένος, ζεματισμένος γύρισα στο σπίτι.

Ι'.

Αρνί και λιοντάρι.
Είχα χρόνια να διώ τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνη. Είταν πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγα δε θα διήτε στη ζωή σας• τουλάχιστο τρεις πήχες ψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κόντεβαν τα ντουβάρια να γκρεμίσουν. Έπρεπε να σκύψη, ώςπου να γίνη μισός, για να περάση από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοίταζες και θυμούσουν τους στίχους του Ακρίτα•
    Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
    Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δένδρα.
Το χέρι του είτανε βράχος, κι άμα σ’ έπιανε το χέρι να στο σφίξη, κόντεβε να στο κάμη κομμάτια• είτανε για να σε δείξη φιλία. Ποιος δε φοβούνταν τη φωνή του; τόσο δυνατή δεν είταν άλλη φωνή• ήξερε ο κόσμος που μπορούσε νακουστή από το Ταξίμι, ίσια με το Κατάστενο, ίσια με τη Μάβρη θάλασσα, ίσια με τη Ρουσσία, — ίσια με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, είταν άξιος μοναχός του να ρίξη κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν άλλος Ακρίτας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητηκιά του• είταν κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν τον ήλιο. Τρέμει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγη• κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψώφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλοιο• « Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»
Τέτοιος είταν κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώση και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός — πρι να ξεσπάση, — στέκουνταν ήσυχος μια στιγμή, σαν καρφωμένος κατά γης• λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκαμνε• στραβοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν είταν άθρωπος, διάβολος δεν είταν που να μπορέση τότες να σηκώση την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας• είναι το μπαρούτι του Γραικού.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Είταν αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σ' έλεγε λόγο να σε πειράξη. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Γραικός, λέει, είναι περήφανος και σωπαίνει. Το βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίση το ποτάμι. Μόνο χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό τι του έλεγες, νόμιζε πως είταν τάχατις να τον περιπαίξης, ή πως τάλεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πης. — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπίζουσουν κ' ήθελες να πνιγής — ή πως τόλεγες για να του δώσης να καταλάβη κατιτίς.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, είταν καλός να το ξεχάση. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός είταν το χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Το βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεββάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθή, αν η γριά μας η παραμάννα δεν κάθουνταν πλάγι του στην καρέγλα, να του λέη λόγια και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχαν οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και τόλεγαν πού και πού, να γελάσουν. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυφερή και μαλακή σαν μπαμπάκι• τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήση. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είτανε σωστός Γραικός — βέρος πολίτης. Μπορούσε να σηκώση τον κόσμο στο ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμη, μπορούσε πύργους να γκρεμίση και κάστρα να πάρη μοναχός του. Ως τόσο κάθουνταν ήσυχα και καλά στο ζεστό του το κρεββατάκι, — νακούη παραμύθια.
Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα έννοιωθε που είσουνα μαζί του και που κάποιος τόνε βαστούσε, μπορούσε να γίνη φωτιά, να ξεχάση και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι• δεν είταν πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ' αγγίξη, δεν έπρεπε κανείς να με πη λέξη• στραβοκοίταζε, άναφταν τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) —, μα ήξερε την αγάπη που τον είχα, καταλάβαινε που γύρεβα το καλό του, κ' έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο τίποτις δε φοβούμουν, όλα με φαίνουνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στέκουνταν πλάγι μου• ασκέρια δεν έτρεμα τότες• μπορούσα στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανίζουνταν τασκέρια, ωρμούσε σαν το θεριό κ' έκοφτε κεφάλια. Δεν άφινε ζωή. Είταν το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάη• τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.
Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρφια αγαπημένα. Τι γέλοια που τα πατούσαμε, τι κουβέντες που τις κάμναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύκτα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης έπρεπε να φάη το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ τα βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερεις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες• πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες• πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βοδινό, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σοτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, σηκώτια, λαδερά κ' εντράδες ένα σωρό• ορεχτικά, χαβιάρι, ραδίκια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη• λακέρδα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια• στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες• χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασούλια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελίσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια• φρούττα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπόνια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φριγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα• έντεκα οκάδες άλας και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θάλασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέδες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώη σα δράκος. Τα κατέβαζε όλα σαν ένα ποτήρι νερό.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλοιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβίριζαν — είταν καμιά κατοσταριά, — έπεφταν κατά γης. Και δεν του χρειάζουνταν πολλά να γελάση. Έφτανε μια λέξη να του πης με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέη ξεκαρδίζουνταν. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψη. Για κάθε πράμα που έκαμνε και ρωτούσες γιατί τόκαμνε έτσι κι όχι αλλιώς, — ή για ένα τσιγάρο που άναφτε, ή για ένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλλο του, — σ' αποκρίνουνταν πάντοτες• — « Συνήθεια γαρ επεκράτησεν παρ' ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο• — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ' έκαμε να γνωρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες. Όσο μιλούσαν, εγώ τσίτωνα ταφτιά μου, για να μη με φύγη καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κ' η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τόννοιωσαν ακόμη οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να ταλλάξω.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν είταν περήφανος• με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλλια, αμέσως του πετούσε κ' ένα — «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθή. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό τι θέλεις κάθε φορά που κανένας φτωχός έρχουνταν κάτι να του ζητήξη• ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκαμνε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτή, να μη δείξη τάχατις πως τον καταφρονεί για τη φτώχια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.
Του άρεζε όμως και να παίζη. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπούτσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ' ένα έ σαράντα πήχες μακρί• « μιαρέ—έ — έ — έ» και κρύφτουνταν ο χατζής. Παρασίτους έχουμε ακόμη και σήμερα• νταλκαβούκης είταν κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε• «Πρόσταξον αυθέντα», με μια φωνή που βουλιούνταν ο χατζής. Και μ' αφτό διασκέδαζε.
Ο αδερφός μου ο Γιάννης είτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ' εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογαρίθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέδαση. Πολύ προκομμένος δεν είταν και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει• είταν από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση και, δίχως να ξέρη πολλά, έκοφτε το κεφάλι του• πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε• τους βαριούνταν και χολόσκανε• είταν του λαού. Κάποτες έρχουνταν ένας δάσκαλος να του μιλήση, και το κάτω κάτω να του χτυπήση παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του• — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλής και μη με σκοτίζης• εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δάσκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμη;
Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτις ψέφτικο δεν είχε• όλα του φυσικά, είταν όπως τον έκαμε ο Θεός κι απόξω τίποτις δεν είχε• δεν είχε τίποτις φτειαστό, τεχνητό. Είτανε σαν το φρούττο, πρι να γίνη ακόμη και το τσιμπήσουν τα πουλιά• έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα• ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαχτσεβάνης τα κλωνιά, κ' έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του καθενός. Εκεινού η ψυχή του γυάλιζε σαν τον καθρέφτη, σαν την κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες νάχη κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;
Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και φανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τάχη όλα μεγάλα και καλά — ή κάλλια τίποτις να μην έχη. Μισά τα πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρη με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πουν πως είταν πρώτος στον τόπο του• τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πη πλούσιο, έπρεπε νάχης μιλλιούνια• αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάμνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτις. Τι σωστός Γραικός που είταν, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!
Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ' όλους του τους φίλους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσικής, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψάλλη περίφημα κι όταν καθούντανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κ' έψαλνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμη κανείς, κι άλλο από θρησκεφτικά δεν έχουν άδεια να κάμουν οι πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.
Γνώρισα σε κείνο τον καιρό και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών». Τον είχαν οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή• για να το ξεβγενίση, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατώρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε• «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσια με κει το πήγαν οι δασκάλοι• δεν ξέρουν τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φόρτωσαν και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο δε φταίει ο λαός• φταιν εκείνοι. Βαριούμουν και γω τόνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού• δεν ήξερα πώς να τον πω, Τέλαμον, Τελαμών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπό κιαπόφεβγα τη συντροφιά του.
Εμένα μ' άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ' όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές τόσο δε γέλασα. Ο Πλατανίσσης είταν άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστήσω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να μοιάζη; με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρήτε με καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση• πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, είταν όλο φάρδος και πάχος• ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! — σα μυλόπετρα! Κι ο ίδιος καμάρωνε. Πλούσιος δεν είταν ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο• δεν παραπονιούνταν ποτές• του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σε πη που κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδειά του την τζέπη, — (η τσέπη του είταν πια μαγαζί!) —, ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μολύβι ή κουμπί και μας τόδειχτε. — « Διέστετο, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά που κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα• — « Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας κάμνει, κ' η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»
Δε σ' αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με διαβάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Γραικός και να πετάξης το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Γραικός — κι ας μην έχη τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά• τάλλα δεν αξίζουν. Ο Πλατανίσσης όμως είχε κάπου κάπου έναν έπαινο και για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γρήγορα φιλία• το φίλο του στον ανέβαζε ίσια με τον ουρανό• — « Δεν ξέρεις τι παιδί! διαμάντι!» Μα… έρχουνταν και το μα. Το διαμάντι ξαναγίνουνταν κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που με φάνηκε πλάτανος. Πρι να με πη τίποτις, του λέω• — « Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήση κι από τότες μ' εγκορφώθηκε. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσης το Γραικό, ποτές σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.
Τους έκαμνα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν έπιαναν τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχαν. Ο Πλατανίσσης έφτειανε κάτι φράσες δικές του• τα λόγια του είτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σ' έβγαζε κ' ένα• — « Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κ' έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σ' έλεγε τίποτις για κανένα μεγάλο ή σημαντικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέη και το «κάποιος». Όταν του ρωτούσαν τόνομά του ή όταν ο ίδιος σε μιλούσε για λόγου του, αμέσως σε πετούσε κ' ένα• — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, τόκαμνε κι όλας• — « Κάποιος τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξι ζαφτιέδες. Μπράβο το παλληκάρι!
Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλατανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γιγάντους τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα που δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να τον κάμνω χάδια• ο αδερφός μου α Γιάννης τόπαιρνε ανάποδα• — «Γιατί τάχατις τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»
Για την ώρα, είταν όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάμναμε ένα βιος που δεν είταν άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλοια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολιτικά. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξερες να τον πιάσης• θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώση. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί είταν όμως και λιοντάρι.

ΙΑ'.

Πατριαρχικά.
Δεν μπορεί κανείς όλο να χωρατέβη. Τον αδερφό μου το Γιάννη ίσως τον ξαναδιούμε και πιο ύστερα. Για την ώρα είχα άλλες δουλειές. Σηκώθηκα ένα πρωί να πάω στο Πατριαρχείο. Με καρδιοχτύπι πάτησα το χώμα του Φαναριού. Προσκυνούσα και τις πέτρες του δρόμου. Μ' έδειξαν την πόρτα που είχαν κρεμάσει τον πατριάρχη. Μάλιστα μ' είπαν που αφού τον κρέμασαν και βγήκε η ψυχή του, τον ξεκρέμασαν και τον έρριξαν κάτω στη θάλασσα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω κι' ακόμη δεν το πιστέβω. Βέβαια δε μ' έλεγαν την αλήθεια και δε θα είταν έτσι το περιστατικό. Τον πατριάρχη δεν τον ξεκρέμασαν• τον έβλεπα πάντοτες απάνω στην πόρτα, σα να κρέμουνταν και τώρα, με το ράσο του το μάβρο και με τ' άσπρα του τα μαλλιά. Στο πρόσωπό του είτανε γραμμένα όλα μας τα βάσανα, γραμμένες όλες μας οι δυστυχίες. Για να μη βλέπω πια τον πατριάρχη, πρέπει καμιά μέρα να διώ στην ίδια θέση το Σουλτάνο.
Τρέμοντας και μ' άφατο σέβας, ανέβηκα τις σκάλες, και μπήκα μέσα σ' ένα μικρό καμεράκι. Εκεί μας δέχτηκε ο πατριάρχης. Ήσυχα κι αγάλια, με τρόπο γλυκό, με χαμηλή φωνή, με πολλή κρίση και καλοσύνη, με μιλούσε ο Παναγιώτατος για τη θρησκεία, για το έθνος, για τους δικούς μου, γιατά μένα. Εγώ στέκουμουν εκεί σα βουβός. Δεν μπορούσα, νανοίξω το στόμα, δεν μπορούσα λέξη να βγάλω για να τον απαντήσω. Φαντάζουμαι πως θα του φάνηκα σα χαμένος. Η αλήθεια είναι που η καρδιά μου πάλεβε κ' έτρεμε, σαν κανένα χέρι να την έσφιγγε δυνατά και σα να γύρεβε η καρδιά μου να γλυτώση από το σφίξιμο το φοβερό. Προσπάθησα κάτι να πω, τα μπέρδεψα, προσκύνησα κ' έφυγα.
Ας αφήσουμε τα παιχνίδια• εδώ πολλά λόγια δε χρειάζουνται. Θρήσκος με το παραπάνω δεν είμαι. Μα ποιος μπορεί να διή Πατριαρχείο και Πατριάρχη, δίχως να ταραχτή; Τετρακόσια χρόνια στάθηκε τούτος ο μικρούτσικος τόπος, — ένα ξύλινο σπίτι, ένα παλιόσπιτο, — το μόνο μας καταφύγιο, η μόνη πατρίδα. Εδώ βαστιούνταν το έθνος.
Ξέρω τι θα με πήτε, γιατί εμείς αγαπούμε να τα ξεσκαλίζουμε όλα. Θα με δείξετε που όλοι οι πατριάρχηδες δεν είταν άγιοι• θα ξετάσετε την ιστορία τους• θα βρήτε μέσα λεκέδες ένα σωρό. Ο ένας έγδερνε το λαό και σήκωνε άδικα φόρους• ο άλλος έπαιρνε χρήματα• ένας τρίτος δε ζούσε σαν καλόγερος που είταν. Αφήστε τα τέτοια και δε με μέλει• δε θέλω να τακούσω, δε θέλω να τα ξέρω. Τους γνωρίζω τους λεκέδες• μα σφαλνώ τα μάτια και δεν τους βλέπω. Τι να τους διώ; Αν τους αθρώπους τους θέλετε όλους αγγέλους, από τώρα λέω να σηκώσουμε την τέντα μας και να πάμε να τη στήσουμε στα σύννεφα. Μην κοιτάζουμε όλο τάτομα• ας διούμε μια φορά και την ιδέα. Όταν πούμε τίποτις για το Φανάρι, ας έχουμε στο νου μας όχι τους πατριάρχηδες έναν έναν, άλλα το Πατριαρχείο μοναχά. Το Πατριαρχείο τόντις κάτι σημαίνει.
Οι καλοί μας οι πολίτες κάθε δυο χρόνια πρέπει να κάμουν άλλο πατριάρχη. Άμα τον κάμουν, τους βλέπεις και περπατούνε στους δρόμους με χαρούμενο πρόσωπο, σα να είχαν πριν κανένα βάρος στο στομάχι και τώρα τόβγαλαν αποπάνω τους. Τους ακούς να λεν• — « Καλά που τον ξεφορτωθήκαμε! Όλα τάφταιγε αφτός ο πατριάρχης! Όλα τα κακά τα είχε. Ο καινούριος ο πατριάρχης είναι φρόνιμος, άξιος άθρωπος — και με νου• όλα τα καλά τάχει. Τώρα θα πηγαίνουν τα πράματα περίφημα.»
Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι μιλούν — κάθε δυο χρόνια• για κάθε καινούριο πατριάρχη, λεν τα ίδια. Πού είναι ο σιδερένιος διοργανισμός, πού τα γερά θεμέλια και πού το χέρι της Ρώμης τω Λατίνων, της Ρώμης που κατώρθωσε στα βασίλεια να βασιλέψη και την Εβρώπη να κυβερνήση; Εμείς, τίποτις απ' αφτά δεν ξέρουμε. Οι κοσμικοί κάμνουν και ξεκάμνουν τους παπάδες• οι ιδιώτες κυβερνούν Εκκλησία και Πατριάρχη. Έναν είδα μάλιστα να τα ψάλη, σαν που λεν, ενός δεσπότη. Ο καθένας ανακατώνεται στα θρησκεφτικά, γιατί άλλη δουλειά δεν έχει. Ξέρετε που κι ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε μάθει την ψαλτική. Όταν τα συγκρίνεις τα δικά μας με τη Ρώμη, σε φαίνουνται κωμωδία. Κι ως τόσο ποιος ακόμη και σήμερα βαστιέται και μνίσκει, κ' είναι αντίπαλος της Ρώμης; Ο πατριάρχης αφτός που αλλάζει κάθε δυο χρόνια. Ήρθε μια μέρα — είναι καιρός κ' αιώνες — που ο πατριάρχης κι ο πάπας χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο• έτσι τόφερνε, όχι η θρησκεία, όχι το « Πιστεύω», όχι ένα « και», σαν που το νομίζει ο κόσμος• έτσι τόφερνε η ιστορία και κάτι λόγοι της γεωγραφίας. Άμα μεγάλωσε η Δύση, έγινε ανάγκη να μην ακούση κανέναν και να μην έχη στο κεφάλι της αφέντη ξένο, τον αφτοκράτορα της Ανατολής, που κι ο πάπας έπρεπε να τον ακούση. Ο Καρλομάγνος δεν ήθελε άλλο νοικοκύρη παρά τον Καρλομάγνο• οι άρχοντες της Δύσης είχαν την υλική εξουσία, θέλησαν όμως νάχουν και την πνεματική. Έκαμαν το δικό τους τον Πατριάρχη, τον πάπα, ανεξάρτητο από το βασιλέα της νέας Ρώμης.
Ο πατριάρχης κι ο πάπας μοιράστηκαν τότες τον κόσμο. Πήρε ο ένας τη Δύση κι ο άλλος την Ανατολή. Σε λίγο καιρό, η ορθοδοξία έκαμε το Ρούσσο δικό της. Έτσι πιάνει τον τόπο της στην Εβρώπη, και σήμερα έχει κάποια σημασία και δύναμη. Τίποτις περισσότερο όμως δε θα κατορθώση• εκεί θα σταθή• άλλους από τους Ρούσσους δε θα κάμη δικούς της. Το κακό — ή το καλό — είναι που ο Γραικός δεν έχει μέσα του μεγάλη θέρμη για τα μυστήρια της θρησκείας και για την πίστη, δεν έχει φανατισμό. Είναι θεολόγος καλός, θρήσκος καθαφτό δεν είναι• έχει εβλάβεια, φωτιά του λείπει. Η θρησκεία δεν του κόφτει την όρεξη, δεν του χαλνά τον ύπνο, δεν του ανάφτει τη φαντασία ή την καρδιά• κάθεται όλη μέσα στο νου του. Οι άγιες Τερέζες, οι Φραγκίσκοι της Ασίζας σε μας δε γεννιούνται. Ο Γραικός δε φροντίζει να καταπείση τους άλλους, να τους κάμη ορθόδοξους• θρησκεία για το Γραικό άλλο τίποτις δε θα πη παρά πατρίδα — και την πατρίδα του δεν τη θέλει για τους άλλους• τη θέλει για λόγου του μόνο.
Για τούτο κι ο πατριάρχης δεν μπόρεσε ποτές να γίνη σαν τον πάπα, δυνατός και μεγάλος. Στο μεσαίωνα είταν από κάτω από το βασιλιά• τον έλεγαν πρόβληση αφτοκρατορική. Μια φορά μόνο μπόρεσε νακουστή η φωνή του• πρώτο πρόσωπο δεν έγινε ποτές ο πατριάρχης στο Βυζάντιο. Το σύστημά μας έχει τα καλά του• δεν του λείπουν όμως και τα κακά. Έχει μάλιστα για την ώρα ο Πατριάρχης δύσκολη θέση. Ή το Ρούσσο πρέπει νακούση ή τον Τούρκο. Κι ο ένας θυμώνει όταν ακούση τον άλλο. Κοντέβει πάλε να χωριστή καμιά μέρα η Εκκλησία μας. Γρήγορα θα μας ξεφύγουν οι Ρούσσοι. Πού ο Ρούσσος να το βαστάξη ποτές, — ο Ρούσσος που θέλει να είναι παντοδύναμος στον τόπο του, — που να το βαστάξη, άλλος στα ξένα νάχη πνεματική εξουσία, μεγαλήτερη από τη δική του και να μπορή να τον προστάζη; Ό τι έγινε με τη Δύση, θα ξαναγίνη πάλε με τη Ρουσσία. Θα βρεθή τότες κανένα καινούριο «και», καμιά δυσκολία για το «Πιστεύω». Πολλούς άκουσα να με λεν « Ο πατριάρχης είναι πατριάρχης στους ραγιάδες. Ας πα να βασιλέβη στην Πόλη, όχι σε μας. Τι μπορεί στην Ελλάδα, στη Ρουσσία, που είναι βασίλεια ανεξάρτητα;»
Αφτά τα λόγια θα μας βγάλουν καμιά καινούρια ετεροδοξία. Δε θα το φταίξη η θρησκεία• έτσι πάλε θα το φέρη κανένας λόγος της ιστορίας, έτσι θα το θελήση καμιά πολιτική ανάγκη. Όσο κάθουνται οι Τούρκοι στην Πόλη, όλα τα κακά θα τα πάθουμε. Κ' οι δικοί μας πάλε, άλλο τόσο πολεμούν τον πατριάρχη• ό τι θέλουν πρέπει να το κάμη. Οι Ρούσσοι κ' οι Γραικοί μαζί του φιλούν το χέρι, μα του έχουν το χέρι δεμένο. Του το φίλησα και γω κ' έλεγα μέσα μου• — «Πρέπει, πρέπει να γκρεμιστούν οι Τούρκοι!»
Όπου πάω, ό τι κάμω, ό τι απαντήσω, παντού βλέπω, παντού βρίσκω τον Τούρκο. Φτάνει νανοίξω τα μάτια, φτάνει να γυρίσω να διώ, όλα με θυμίζουν τη σκλαβιά. Πήγα στην Αγιά-Σοφιά κ’ έπρεπε να φορέσω τουρκικά παπούτσια, για να μπω σ' ορθόδοξη εκκλησιά. Πού να κοιτάξω να διώ τα μεγαλεία της τέχνης; Τα παπούτσια που φορούσα μ' έκαιγαν τις πατούνες και κάθε ώρα έβραζα μέσα μου• μ' έρχουνταν όλο να τα πετάξω στου πορτάρη το μούτρο.
Πήγα στο Σελαμλίκι κι από μακριά που στέκουμουν είδα έναν αφανισμένο, άρρωστο και κατάχλωμο άθρωπο, που περνούσε βιαστικά• είταν ο Σουλτάνος. Είδα στρατιώτες, αξιωματικούς, στρατηγούς στην παράταξη κ' έλεγα μέσα μου• — « Να κ' η βαρβαριά που ροβολάει». Κι όσο τους έβλεπα, σήκωνα τα μάτια, για να διώ τάχατις α δεν πέσουν ξαφνικά φλογερές αστραπές από τον ήσυχο, τον ολόφαιδρο ουρανό.
Πήγα με τον καλό μας τον Ω, να σεργιανίσω τη Βλαχέρνα και ταρχαίο το Βυζάντιο. Ο σοφός μας ο αρχαιολόγος μ' έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι• — « Εδώ είταν εκκλησιά και την έκαμαν τζαμί• εδώ είταν παλάτι κ' έγινε αχούρι. Το ξέρω, γιατί διάβασα την τούρκικη επιγραφή, απάνω στην πόρτα της εκκλησιάς, που το γράφει, και γιατί πέρασα τρεις φορές όλους τους Βυζαντινούς της Μπόννας». Εγώ, όσο τον άκουγα, μ' έπιανε μια φοβερή σταναχώρια. Μ’ έτρωγαν τα λόγια του σα σκουλήκι. Έβραζε το αίμα μου και θυμούμουν την πρώτη νύχτα που είχα πλαγιάσει στην Πόλη• έσκανα. Έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

ΙΒ'.

« Καπιτάν μπουρντά γκελίορ»
Αφότου είμουνα στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κ' έχουν άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει• κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να στο πη. Οι δασκάλοι θαρρούν πως τάμαθαν όλα• δεν έμαθαν όμως ακόμη που πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσια με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουν όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουν, πολεμούν, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τάκουσαν. Οι σοφοί κ' οι γλωσσολόγοι θυμώνουν που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουν από μας, κ' οι δασκάλοι τι κάμνουν; Ίσια ίσια για να μην έχουν οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουν, κλαδέβουν, ξεπαστρέβουν, καθαρίζουν τα γεωγραφικά ονόματα, τα στρώννουν, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουν ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουν την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμης λοιπό με τέτοια… κεφάλια;
Εγώ λέω να μην κάμης τίποτις και να σείρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ' αρέσει Κατάστενο να το λέω• έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο με φτάνει. Μ' αρέσει και Μπογάζι να τακούω• όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, με φαίνεται καλό νάχουμε κι αφτό τόνομα — για να μην ξεχνούμε.
Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διώ κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέτο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούχντερε. Μ' αφτό τόνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουν. Τις δοτικές τις σκορπίζουν όπου μπορούν• εν Ταταούλοις θα σε πουν, εν Βλαχέρναις κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούχντερε αδύνατο να χώσουν και μια κατάληξη αρχαία• τόνομα τούτο δεν κλίνεται. Το Μπουγιούχντερε τους το κάμνει πείσμα. Το Μπουγιούχντερε μοναχό του ρίχτει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουν πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πληθυντικές δοτικές• φτάνει το Μπουγιούχντερε να δείξη τη μυτίτσα του, να ξετρυπώση ξαφνικά και να βγη στη μέση. Αμέσως βλέπουμε τι τρέχει, καταλαβαίνουμε που ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, ταληθινό μας το γραικικό χώμα.
Πόσο ταγαπώ αφτό το Μπουγιούχντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουν άξαφνα Βαθυρρύαξ, κ' οι ίδιοι δε θα καταλάβουν τι λεν. Πρέπει να το πουν Μπουγιούχντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουν όσες ελληνικούρες έχουν όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάση το γάλα την κάτασπρη του θωριά, φτάνει να πέση μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα• άμα βάλης μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία• τίποτις δεν είναι. Του κάκου πολεμούν οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουν! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη• τη γεμίζουν καθαρό νερό και την καμαρώνουν οι ίδιοι. Για να θολώση το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξης μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούχντερε, ας είναι κ' ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κ' η καθαρέβουσα λασπώνεται.
Οι δασκάλοι δε βλέπουν και ποτές δε θα διούν που, για όποιονα τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισεκάπου να βάλουν, ένα_έγινε_ να τους ξεφύγη, ένα ηξεύρω να πουν, ένα τίποτε να γράψουν, παν όλα! Μεγαλήτερο το κακό παρά αν είταν όλα βάρβαρα, σαν που τα λεν• αν είταν όλα βάρβαρα, θα φαίνουνταν τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.
Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι, και να πάω στο Μπουγιούχντερε. Ο καμαρώτος, άμα μ' είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήση, να με δώση την καλήτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρώτος είταν Αρμένης. Πού να μιλήση γραικικά, αφού οι Αρμένηδες και τη γλώσσα τους δε θέλουν πια να μάθουν, και λεν πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ' ήθελε. Δεν είχε και πολλά να με πη. Μ' έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα, που συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Κείνη την ώρα ο καπετάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τάλλο το μέρος. Κάθισα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρίσκουνταν από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουγα τις ρόδες που γύριζαν. Έβλεπα δεξιά τον καπετάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρώτος μ' έφερε ένα σκαμνί για τα ρούχα, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να με βάλη καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρόσωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλοιο, στάθηκε μια στιγμή κι άπλωσε το χέρι, τάχατις για να με δώση να καταλάβω που θα βλέπω λαμπρά στη θέση που κάθουμουν και να με δείξη το θέαμα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κ' έφυγε.
Είταν η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέπαζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μ' έδειχτε καινούρια μεγαλεία. Πιώτερο από κάθετίς άλλο μ' άρεζαν τα νερά του• στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με το πολύ το νερό. Το Μπογάζι έχει νερό όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξη κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε• μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε που μπορούν καμιά μέρα να λυσσιάξουν, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ, όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέση να μας γιατρέψη. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάμνει. Έχει κάτι μέσα του, εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάση αφτή τη θάλασσα για νάρθη στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθή κανείς, πρέπει να βρεθή στην Πόλη, δίχως νάχη περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παράξενη δουλειά!
Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθη από τη γεωγραφία που διαβάζει στο σκολειό, χωρίζει Ασία κ' Εβρώπη, πάει να πη που βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Μόλον τούτο στην Πόλη κάθουνται Ασία κ' Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη• αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή και, για να πω την αλήθεια, μ' όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω που είταν Ασία, και που είταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ' έκαμε ναπορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στέκουνταν τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίση σπίτι — κι άμα κάμη τίποτις — το βαριέται• είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα συχαίνεται τα σπίτια που κάμνει, νοιώθει πως είναι περαστικά ταγαθάτου, κι άμα συχαθή ένα πράμα, αμέσως ταφίνει. Ταφίνει και δε γυρίζει πια να το διή — σα να μην είταν ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήση, ή τοίχο να σιάξη, ή ταβάνι να διορθώση, ή πέτρες να ξαναβάλη, όπου πέσουν. Το χτίριο που κάμη δεν έμαθε να το διατηρή• δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβης τι θα πη βάρβαρος και τι θα πη πολιτισμένος.
Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήση τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμη• αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλη να δώση πολλά, ή τίποτις δε θα δώση. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια το ράφτη του για να του ράψη ένα κουμπί, δε θα μείνη πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέτοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει να το θελήση το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνη ανάγκη να λογαριάση πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλη μια πέτρα, να σιάξη ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρή τίποτις, πρέπει να το χαρή αμέσως, αμέσως να γίνη το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει• παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμη σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίση για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψη. Θα τόχη έννοια. Θα προσπαθήση μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλη δυο σκαλοπάτια μαρμαρένια, παντού να ρίξη σίδερα και πέτρα, για να γίνη, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Γραικός όλα αιώνια τα θέλει.
Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γρήγορα γρήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα νάτρεχε στα κύματα μέσα. Η θάλασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάση, νομίζει τότες που μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψη δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι• ο νους φουσκώνει τα παννιά του. Έτσι τόπαθα και γω. Θα πάμε και μεις ομπρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα, σαν τον Κολώμπο, θανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουν τα έργα και τόνομά μας.
Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρώτος. Ήρθε πλάγι μου και μ' έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ναλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος που κάθουμουν• έπρεπε να περάση ζερβιά. Ο τόπος είτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κ' οι δυο μαζί• είταν ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγη. Ο καμαρώτος, για να τον καταλάβω καλήτερα, με το είπε μάλιστα τούρκικα• — «Να σηκωθής, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ».
Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μ' είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μ' έρχουνταν τόσο παράξενα σταφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! τον άκουγα και με φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος είταν Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός• έμοιαζε σα να είταν όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Με φάνηκε που στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος Θα είταν, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε τούτο το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Νάτος που έρχεται ο καπετάνιος! ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στάλογό του καβαλλάρης, έρχουνταν ο Τούρκος, έρχουνταν ο καπετάνιος — κ' έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγη.
Σα να καταλάβαινα για πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου για πρώτη φορά. Με φάνηκε πως έβλεπαν τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγή. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που κάθουσουν ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κ' έπαιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω• η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διώ, όπου σε βρω, όπου φανής, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διώ, όπου βρω, όπου φανή τίποτις δικό σου, — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι, — όλα όλα πρέπει να με ταφήσης. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σε ζητήξω αίμα και ζωή, θα με δώσης τη ζωή σου και το αίμα σου θα με φέρης. Από το στόμα σου λέξη να μη βγη. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθης. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω φύγε, γιατί έρχουμαι• σήκω φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ.»
Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνη• τον ποντικό τον κάμνει γιαννίτσαρη. Η φαντασία μου με χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούχντερε. Μόλις πρόφταξα να διώ τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, νακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθη στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Είμουν όλο συλλογισμένος, βαρεμένος• είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ' είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κ' οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγη πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλοια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε ταπόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα το βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτις, μήτε Μπογάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, που δεν είταν κανείς. Η ίδια φράση όλο μ' έδερνε το νου, όλο μ' έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά• «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

ΙΓ'.

Τα Μνηματάκια.
Κόντεβε να φτάξη το βαπόρι. Είταν η ώρα που μισοφέγγουν ακόμη τα βουνά και που αρχινούν οι κοιλάδες να μαβρίζουν. Η μέρα πήγαινε να σωθή κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψη. Η ροδοσκότεινη βραδιά κατέβαινε λίγο λίγο από πάνω από τον ουρανό και προχωρούσε να μας ανταμώση. Το Μπογάζι έμοιαζε λυπημένο. Οι γλάροι σαν παραπονεμένες ψυχές πετούσαν κ' έψαλναν το μοιρολόγι τους. Ο ήλιος αποχαιρετούσε το Μπογάζι κ' έσερνε απάνω στους λόφους τις υστερνές του τις αχτίδες, που φαίνουνται σα βαρεμένες, σαν κουρασμένες από τη λάψη και μελαχολικά φιλούν τη γις.
Όταν αράζαμε στο γεφύρι, είτανε νύχτα. Σαν της θάλασσας τα ρέματα που ανεβοκατεβαίνουν, έτσι και στην καρδιά μου μέσα ανάμνησες παλιές, κύματα κι αναφόρια με πολεμούσαν την ψυχή. Με το μέτωπο κατεβασμένο, μ' αργοκούνητο ποδάρι, πήγαινα σιγά σιγά ανάμεσα στο λαό, μέσα στα πλήθος που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάση. Και να πάλε, σαν πρώτα στο Παρίσι, — τη νύχτα που σέρνουμουν τριγύρω στον τάφο του Ποιητή και που προσκυνούσα την τροπαιόφορη Καμάρα, — να πάλε που πρόσμενα κάτι να γίνη, καμιά μεγάλη δουλειά να ξεσπάση. Και να πάλε, σα στα Παρίσι, να που μ' άρεζε να περπατώ μέσα στο λαό, ήσυχος κι' άγνωστος εγώ.
Η φαντασία μου αμέσως παίρνει δρόμο• στράφτει ο νους μου• στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες. Μάλιστα, άμα βρεθώ κοντά στους δικούς μου, μ' έρχεται μια δύναμη ξεχωριστή• κάτι θέλω να φανώ, κάτι θέλω να τους είμαι. Δε συφωνούμε σ' όλα, μα δε με μέλει! Ότι έχω μέσα μου, θα τους το πω, θα το βγάλω όξω, θα τους καταπείσω, θα τους πολεμήσω κι ας πιαστούμε, αν τύχη, χέρια με χέρια! Γίνουμαι σαν τον αρχαίο μας το γίγα, όταν άγγιζε τη γις. Τέτοιες ώρες πλατάνους ξερριζώνω.
Κι ως τόσο άλλα συλλογιούμουν. Την πρώτη μου την αγάπη πήγε να θυμηθή η βασανισμένη μου η ψυχή. Θυμούμουν τα χρόνια τα παλιά που παίζαμε στην Πόλη μαζί. Με τη γλυκειά της, με τη χαδεμένη της τη φωνή μ' έλεγε κι όλο με ξανάλεγε• « Εγώ γυναίκα σου θα γίνω• εσένα θα πάρω κι άλλο άντρα δε θέλω.» Πόσο μ' άρεζε να την ακούω• πόσο με κολάκεβαν τα λόγια της παιδί.
Ύστερα την ξαναείδα, όταν έγινα δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, γεμάτος ελπίδες, έτοιμος να της το πω. Πόσα τραγούδια, πόσες μελωδίες ψιθύριζε η καρδιά μου! Τι ουράνια μουσική έπαιζε στο στήθος μου μέσα και τόκαμνε όλο χαρά! Τι γλυκό πράμα με φαίνουνταν η νιότη, χαρούμενη και λαφριά σαν το πουλί… Ένα βράδυ που είχαμε μείνει μονάχοι βγήκαμε στο παράθυρο κι ακκουμπήσαμε στο κάγκελλο κ' οι δυο μας. Με γλυκό μάτι μας κοίταζε το φεγγάρι, και ταγαπημένο μου το ταίρι μ' έπιασε το χέρι και μ' είπε ήσυχα και σιγά• « Τι καλά έκαμες και γύρισες στην Πόλη.
Όταν άκουσα πως θα μας έρθης, χάρηκα που θα σε ξαναδιώ. Εσύ είσαι ο φίλος μου ο παλιός. Εσένα όλα τα λέω. Θέλω να μάθης το κρυφό μου. Ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψη. Κανείς ακόμη δεν το ξέρει. Με λεν πως είναι πλούσιος• εμένα μ' αρέσει, γιατί μοιάζει καλός. Δε θέλησα όμως να τον πάρω, χωρίς να στο πω.»…
Τέτοια συλλογιούμουν, ανεβαίνοντας το Γαλατά. Έτσι είχα στο νου μου την πρώτη μου την αγάπη, τις χίλιες της νοστιμάδες και τις ομορφιές της. Κι όσο τη θυμούμουν, κι όσο συλλογιούμουν τα παλιά μας, τα παιδιακήσια μας τα παιχνίδια, τόσο πιώτερο με τρέλλαινε η αγάπη που την είχα• αν την έβλεπα μπροστά μου, ίσως πάλε θα την παρακαλούσα να με πιάση το χέρι σαν εκείνη τη βραδιά, να με πη όσα μ' έλεγε τότες, — τουλάχιστο για να ξανακούσω τη φωνή της. Οι γυναίκες έχουνε φτερά και μ' ένα τους λόγο ίσια με τον ουρανό σε σηκώνουν• οι γυναίκες γίνουνται μολύβι, μολύβι βαρύ, και κάτω κάτω, στης θάλασσας τον πάτο, σε τραβούν.
Αφτούς τους λογισμούς έστρεφα και ξανάστρεφα στο νου μου. Δεν είχα όρεξη άθρωπο να διώ μήτε να μιλήσω με κανέναν όλο πήγαινα μπροστά μου. Γύρεβα μοναξιά κ' είταν η ψυχή μου με τους πεθαμμένους. Τι να συλλογιστώ παρά θάνατο και σκοτάδι; Με φαίνουνταν πως άνοιγαν μπροστά μου όλα τα μνήματα που είχα διεί στη ζωή μου. Έβγαιναν όξω οι πεθαμμένοι φίλοι κι αργοκουνούσαν το χέρι. Η γλυκειά μου η μαννούλα με κοίταζε με πόνο. Η πρώτη μου η αγάπη μ' αποχαιρετούσε• κείτουνταν οι νιόνυφες ελπίδες τυλιμένες στο κιβούρι με τα χρυσά τους ρούχα. Πού τα νιάτα κ' οι χαρές; Πού τα δέντρα που παίζαμε μαζί, πού οι σκάλες που τρέχαμε με τα γέλοια; Πούλησαν και το σπίτι που την αγάπησα παιδί. Το πούλησαν και κείνο, γιατί χρειάστηκε ο Τούρκος παράδες. Άραγες και την αγάπη μου, και την καρδιά μου, που την είχα αφήσει μέσα στο σπίτι, με το σπίτι μαζί την πούλησαν και κείνη; Σπίτι και καρδιά, όλα θα μας τα πάρουν! Όπου γυρίσης να διής, πίσω ή μπροστά, παντού βλέπεις θάνατο και θλίψη. Η τύχη μας είναι βαρειά• μας πικραίνουν τα παλιά μας τα βάσανα και σήμερα πάλε, άλλο τριγύρω σου δε βλέπεις παρά βάσανα και χαμό.
Προχωρούσα, προχωρούσα χωρίς να ξέρω καλά καλά που με πήγαιναν τα ποδάρια μου. Δεν πρόσεχα πια και δε μ' έμελε πού θα καταντήσω. Πάντοτες ομπρός! Από την κούραση τη μεγάλη, έννοιωθα μόνο πως είταν ανίφορος, γιατί είχα τα γόνατα σπασμένα. Άξαφνα σκούνταψα και κόντεψα να πέσω. Κόντεψα να πέσω με τη μύτη κάτω. Είχα σκουντάψει σε μια πέτρα που στέκουνταν ολόρθα και φορούσε στην άκρη σαρίκι, βαμμένο κόκκινα και πράσινα. Χωρίς να το καταλάβω, είχα πάει ως το Σταβροδρόμι, και βρίσκουμουν ίσια ίσια στα Μνηματάκια.
Κάθισα μια στιγμή κατά γης, να πάρω την αναπνοή μου. Είμουν ανάμεσα στα τούρκικα μνήματα. Είταν πανώρια νύχτα. Ξαπλώθηκα λιγάκι χάμω κι από το λόφο που κείτουμουν, οι τάφοι τριγύρω μου με φαίνουνταν πως κατέβαιναν ίσια με τη θάλασσα κάτω, δίχως να κοπή η σειρά τους. Ολόφωτο φεγγάρι περεχούσε τον Κετχανά. Η θάλασσα χαμογελούσε• φυσούσε αγέρι λιγοστό και σιγά σιγά κουνιούνταν τα κύματα, σα νάπαιζε το φεγγάρι με το νερό. Στο πλάγι μου, κάτι ψηλά κυπαρίσσια έσειαν την κορφή τους, σα να είχαν πανηγύρι. Τα κυπαρίσσια με μισοσκέπαζαν αντίκρυ την Πόλη• μπορούσα όμως να διακρίνω ζερβά δυο μιναρέδες της Αγιά-Σοφιάς• παρέκει, δεξιά, έβλεπα τοίχους παλιούς με βασιλικές καμάρες όλο πέτρα, κι αφτοκρατορικά παλάτια γκρεμισμένα.
Ένα σύννεφο μικρό κάπου κάπου σκέπαζε το φεγγάρι• όσο πήγαινε κ' έρχουνταν το συννεφάκι, τα σαρίκια ξάπλωναν ή μάζωναν τον ίσκιο τους• νόμιζες πως είτανε χέρια και σάλεβαν• κόνταιναν και μεγάλωναν κάθε ώρα. Πολύ πολύ δε μ' αρέσει να κάθουμαι στα μνήματα μέσα. Δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να του τύχη. Μπορεί μέσα στο σκοτάδι κανένας άξαφνα να σε τραβήξη, μια φωνή νακούσης σταφτί σου κοντά και να μην καταλάβης από πού βγαίνει. Τότες σε πιάνει τρομάρα και δεν ξέρεις πια τι σου γίνεται.
Πίσω μου με φάνηκε πως κάποιος περπατούσε και μετρούσε τα βήματά του, σαν το στρατιώτη που βιγλίζει κι ανεβοκατεβαίνει. Είχα τη ράχη γυρισμένη και δεν έβλεπα καλά. Μήπως είταν ο αδερφός μου ο Γιάννης που πρόσμενε να του φωνάξω; Δεν πρόσεχα πολύ, γιατί είταν ο νους μου αλλού. Λίγο παρέκει κι απάνω μεριά, στο δημόσιο κήπο, έπαιζε μια λωλή, μια διαβολεμένη μουσική. Τι είχαν οι μουσικάντοι, και φαίνουνταν τρέλλα να τους έπιασε με μιας; Τι είχανε μέσα τους, που τους δαιμόνιζε με τέτοιο τρόπο; Είχαν έρωτα και φωτιά. Άκουγα τις νότες που πηδούσαν και χόρεβαν ένα χορό τρομερό, κ' η μια με την άλλη, ενωμένες, σα σφιχταγκαλιασμένες, συρτά συρτά στους ουρανούς πετούσαν. Τίποτις δεν ξέρω που να ξανοίγη, που νανάφτη την ψυχή σαν τη μουσική. Σε παίρνει νου και καρδιά, σε κάμνει να γυρέβης πράματα μεγάλα, να συλλογιέσαι γι' αγάπη και για δόξα. Με τρέλλαινε αφτή η μελωδία• έμοιαζε σα νάμπαινε στα σωθικά μου μέσα, για να διώξη λύπες και πίκρες, για να βγάλη όξω βάσανα και θλίψη, να πάρη τους πόνους και να πετάξη ψηλά ψηλά• — «Έλα, μ' έλεγε, έλα μαζί μου. Στάστρα τουρανού που χαδέβουν τα φτερά μου και που γλυκαίνουνται με τη φωνή μου, έλα έλα και συ μαζί μου νανεβής.»
Αλήθεια μ' έδινε θάρρος η μουσική. Έννοιωθα μέσα μου που γίνουμουν άξαφνα πιο γενναίος, πιο αντρειωμένος παρά ποτές. Κοίταζα αντίκρυ στην Πόλη, κοίταζα κάτω στο μέρος που είταν η Αγιά-Σοφιά, που φαίνουνταν τα τούρκικα τζαμιά και παρέκει τα μνήματα τω Σουλτάνων. Κοίταζα με μάτι αγριωμένο, φοβερό. Είχα την καρδιά γεμάτη πείσμα και μ' έρχουνταν όλο να φωνάξω• — « Εδώ είμαι• κανένα σας δε φοβούμαι. Χριστιανός Τούρκο δεν τρέμει.» Αστραπές είταν οι ματιές μου, οι γροθιές μου σηκωμένες και γίνουμουν όλος μέσα μου θεριό.
Εκεί που κοίταζα κ' έβραζε η καρδιά μου, άξαφνα βλέπω κάτω κάτω στην Πόλη μια παράξενη ασπράδα. Με πήρε ανατριχήλα, σαν παίρνει στις ώρες που μεγάλα πράματα πα να γίνουν. Η ασπράδα έρχουνταν από κει που είναι η Αγιά-Σοφιά, έβγαινε μέσα από του Μαχμούτη τον τουρμπέ κι άρχιζε να κουνιέται. Με το χόντρος της σκέπαζε όλη τη μέση Οδό του Βυζαντίου. Πρώτα δεν μπορούσα να καταλάβω τι είταν. Έμοιαζε σαν κάτασπρο σεντόνι τεντωμένο που πετούσε. Έπειτα είδα που είχε μισοφέγγαρο μπροστά, σα να το φορούσε ίσια ίσια στο μέτωπο. Πήγαινε καβάλλα σε μια πέτρα ολόμακρη, που είχε σαρίκι στην άκρη. Το φάντασμα μεγάλωνε, μεγάλωνε και προχωρούσε. Κατάλαβα που εμένα ζητούσε, γιατί έρχουνταν ίσια στον τόπο που κάθουμουν. Τώρα μάλιστα μπορούσα να διώ που βαστούσε στο χέρι σκυρτό τούρκικο σπαθί. Το σπαθί γυάλιζε με το φεγγάρι.
Στάθηκα μια στιγμή, τρομασμένος. Σε τι περίεργη διάθεση βρίσκουνταν η ψυχή μου! Αντίθετες ιδέες με πολεμούσαν. Είμουν όλο μαζί γεμάτος έχτρα, σικλέτι, φόβο, μίσος, αγάπη, αθυμιά κι άπειρο θάρρος. Το φάντασμα κόντεβε να με φτάξη, — γιατί είταν τόντις φάντασμα. Φαίνουνταν τώρα και το πρόσωπο• είχε μάβρα γένεια κι ολόχλωμο, κίτρινο το πετσί. Κάτασπρα είταν τα μάτια. Έκαμε ένα πήδημα και βρέθηκε αμέσως πλάγι μου στο λόφο. Είταν ο Σουλτά Μαχμούτης. Στέκουνταν από πάνω μου ολόρθιος, με το σπαθί στο χέρι. Εγώ είμουν πάντα ξαπλωμένος κατά γης• σήκωσα λιγάκι τα μάτια για να διώ καλήτερα το πρόσωπό του. Πρόσμενα τι θα με πη.

ΙΔ'.

Ο Μαχμούτης.
Ο σουλτά Μαχμούτης πολύ κέφι δεν είχε. Πιώτερο έμοιαζε Μαχμούρης παρά Μαχμούτης. Αγριοκοίταζε και με θυμό είχε τα μάτια του σε μένα. Άρχισε τότες και μ' έβγαλε λόγο, — ένα λόγο που βάσταξε κάμποσο καιρό, γιατί είχε φαίνεται πολλά να με πη ο σουλτά Μαχμούτης. Ο βάρβαρος είναι μωρόλογος και δεν έμαθε να συμμαζέβεται μήτε να συγκεντρώνη το νου του. Έλεγα μέσα μου και γω• — « Άμα πιάση ο Τούρκος τις κουβέντες, θα πη που δε θα παίξη το σπαθί. Ας διούμε τι μας θέλει και βλέπουμε.» Σοβαρά, αραδιαστά και μάλιστα με κάποια βαρύτητα, μιλούσε ο σουλτά Μαχμούτης. Μα όσο κι αν ήθελε να το κρύψη, έτρεμε η φωνή του κι ο θυμός του άναφτε και μεγάλωνε με κάθε λέξη που έβγαζε το στόμα του.
« Καιρός είναι να τα πούμε. Αφότου μας ήρθες στην Πόλη, σε γυρέβω να σε μιλήσω. Δε με λες; τι τρόπος είναι ο δικός σου; τι είναι τούτο το φέρσιμο; Τον μπελά μου βρήκα μαζί σου. Πού τάμαθες αφτά που μας βγάζεις κάθε ώρα στη μέση; Παραπονιέσαι που δεν κοιμάσαι. Περπατείς στους δρόμους και φωνάζεις που το αίμα σου βράζει. Μπαρούτι πνες και φωτιά… Μπαρούτι; πρόσεχε καμιά μέρα να μη σε τινάξω γω στον αέρα… Λεφτεριά λες όλο που θέλεις και που δε μας θέλεις εμάς! Από την Εβρώπη μας τις έφερες αφτές τις ιδέες. Τι μιλείς για σκλαβιά; Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Μήπως ξέχασες, τσελεμπάκι μου, που είσαι ραγιάς, που είσαι σκυλί και τίποτις άλλο; Μήπως δεν το ξέρεις που όλοι σας μαζί, όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει ψηλά τη μύτη, δεν είσαστε μια φορά κ' έναν καιρό παρά σκυλιά που μας έγλυφαν τα πόδια; Κάτι με κοιτάζεις; Ο αφέντης σου είμαι γω, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Τι κάθεσαι ήσυχα και δε σηκώνεσαι, που σε μιλεί ο βασιλιάς της Ανατολής, ο αφτοκράτορας της Πόλης;
Για διές καλήτερα τους «ομογενείς», τι αγάπη που μ' έχουν τώρα! Πάρε παράδειμα και συ. Όλο με κολακέβουν και με καλοπιάνουν. Ο μεγαλήτερός τους φίλος έγινα σήμερα. Κάμε και συ σαν και κείνους. Φτάνουν τα μπόσικα λόγια. Τίποτις από τα τέτοια δε βγαίνει. Έλα μαζί μου. Δε βλέπεις που ξέχασαν το παλιό το μίσος και την πρώτη σκλαβιά και τα δάκρια; Γιατί τάχατις δεν έρχεσαι σε μένα; Μήπως εσύ θυμάσαι και δε συχωρνάς; Τι; δεν το ξέχασες άραγες ακόμη που οι δικοί σου δεν μπορούσαν πρώτα στο δρόμο να βγουν, α δεν τους έδινα την άδεια, που οι μαννάδες σας έπρεπε σα χανούμισσες να σκεπάζουν το πρόσωπό τους, που μια εκκλησιά δεν είχετε να πάτε, που τους πλούσιους τους έσφαζα σαν τα πρόβατα, και που τις χριστιανές σαν πατσαβούρες τις πατούσα; Μήπως έχεις υποψία που αν μπορούσα, θα ξανάκαμνα πάλε τα ίδια; Δεν κατάλαβες που πια κανείς δεν τα θυμάται τα τέτοια; Σκλάβοι, σκλάβοι γεννηθήκετε στην Πόλη και θα πεθάνετε σκλάβοι!
Να σε πω το κάτω κάτω, δε με μέλει πολύ για τα λόγια σου. Ρίξε πέτρα στη θάλασσα, και πες με αν μπορείς να μετρήσης τι βάθος έχει. Έτσι και μαζί μου. Ποτές σου δε θα καταλάβης, κι αν πέτρες χιλιάδες ρίξης μέσα, ως που πάει το μίσος μου για σένα. Όχι! δεν το λέω σωστά. Πού να σε μισήσω; μήτε σε ψηφώ. Φαφλατάς και συ σαν τους άλλους. Βέρος πολίτης! Με τις φωνές και με τις ρητορικές δε θα κάμης δουλειά. Αφτά ξέρετε σήμερα• μα τα λόγια δε φελούν. Έτσι δε μας πιάνεις. Το λιοντάρι πολεμάς να φοβερίσης;
Εμείς άλλα θέλουμε. Οι γονιοί σας ήξεραν την τέχνη. Ας είσουν και συ σαν το Μισέ — Γιάννη! Να άθρωπος! Λόγια πολλά δε συνήθιζε• ως τόσο φτάνει να ζητούσε κατιτίς, αμέσως του τόκαμνα. Τον έλεγαν το μάτι της Χιος και το στόμα του βασιλιά. Μη σε μέλη! όλοι οι Γραικοί δε φιλούσαν πόδι. Μια μέρα πήγε στου βεζίρη μου, θύμωσε για ένα λόγο που του είπε ο βεζίρης, και του πέταξε το φέσι του στο πρόσωπο. Τέτοιοι είταν οι ραγιάδες. Μ' άρεζε πολύ κείνος ο άθρωπος. Του έδωσα τη Χιο, να την έχη• τόντις την είχε, γιατί δεν άφινε Τούρκος να πατήση στη Χιο, αν πρώτα δεν του ζητούσε άδεια. « Γιατί μας σφάξετε και μας γδείρετε, έλεγε, γίνεται τάχατις όλο να μας σφάζετε και να μας γδέρνετε;» Τι να τον πης έναν άθρωπο που σε μιλεί σωστά; Όσο βάρβαρους κι α μας έχεις, φτάνει να φερθής με κρίση και με τρόπο• νοιώθουμε και μεις από δικιοσύνη. Κάπου κάπου μ’ έφερνε πορτοκάλια, μαστίχα, λεμόνια σ' ολόχρυσα πανέρια• ήξερε να με πη κ' ένα λόγο ζαχαρένιο να με κολακέψη• — « Νάσου, αφέντη μου, κ' ένα λουλούδι του μπαχτσέ σου.» Ως τόσο τον μπαχτσέ, εκείνος τον είχε. Πιώτερο καλό σας έκαμαν οι τέτοιοι παρά οι σημερνοί σας διπλωμάτες. Όλο φρόντιζε για τους δικούς του και μόλον τούτο είτανε φίλος πιστός και μ' αγαπούσε. Τον ερίφη! Πόσο τον αγαπούσα και γω! Όταν πέθανα, μόνος εκείνος ήρθε στο λείψανό μου. Ακόμη δεν το ξεχνώ. Όλοι τον είχαν πατέρα και προστάτη κι όταν έφταξε η ώρα του και κεινού, έμειναν οι Ρωμιοί ωρφανεμένοι, σαν πρόβατα δίχως τσοπάνη.
Εσύ για μένα τι έκαμες; Με ζήτηξες τίποτις ποτές σου; Με γύρεψες τη Χιο; Ήρθες στο λείψανό μου; Πώς τολμάς τώρα και βγαίνεις στον τόπο μου μέσα να με βρίζης; Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Πρόσεχε καλά. Ο Τούρκος είναι ήσυχος και δε σε πειράζει, όσο δεν του δώσης αφορμή. Μα φτάνει να τον πειράξης, και τότες φαίνεται τι είναι και τι τον έκαμε η φύση• βάρβαρο θεριό. Μη νομίζης που για το χατίρι σου θαλλάξω. Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Πήγαινε στις επαρχίες να διής αν μπορεί να κουνήση ο ραγιάς. Εκεί θα μάθης με τι σιδερένιο χέρι σας βαστώ. Εδώ είμαι αναγκασμένος να φέρνουμαι διαφορετικά• στην Πόλη φοβούμαι, γιατί με βλέπει η Εβρώπη. Μα μην πάρης θάρρος. Και δω μπορώ καμιά ώρα ναγριέψω. Ο Τούρκος είναι πάντοτες Τούρκος. Στο λέω, για να το ξέρης. Έλα, όσο είναι καιρός, να γίνης δικός μου• έλα να σε δώσω καμιά δουλειά στο παλάτι. Μπαίνεις υπάλληλος κ' έπειτα κάθεσαι και μιλείς ήσυχα και σοφά για τις εβγένειες της γλώσσας, για τον Ξενοφώντα, σκορπίζεις δοτικές, κόφτεις όσα λόγια κόφτει η γλώσσα σου για την αναγέννηση της Ελλάδας κι όλος ο κόσμος απορεί με τη ρητορική σου.
Δε θέλεις; τότες βλέπεις ποίος είμαι. Μη νομίσης που προσμένω να πολιορκίσουν την Πόλη ή να την πάρουνε, για να σας σφάξω όλους σας στα σοκάκια. Μη θαρρής που για να ξανακάμουμε κανένα γιουρούσι, πρέπει πρώτα νανάψη μέσα μας ο φανατισμός. Και τώρα σας ξεπαστρέβω. Ας ορίσουν κατόπι οι Δυνάμες. Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Ο Μαχμούτης είμαι γω. Δεν τους βλέπεις όλους αφτούς που κείτουνται γύρω γύρω στα μνήματά τους; Ένα λόγο φτάνει να πω κι όλοι τους σηκώνουνται με μιας, όλοι τους αρπάζουν το σπαθί, γιατί άλλο τίποτις δεν είστε για μας παρά ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά και με μια κλωτσιά στο Σαράι μπουρνού σας πετούμε.»
Τέτοια μ' έλεχε ο Μαχμούτης• έτριζαν τα δόντια του, βροντούσε η φωνή του, κι όσο μιλούσε σάλεβαν τα σαρίκια, άνοιγε το χώμα κ' ένας ένας οι Τούρκοι έβγαιναν από τον τάφο τους και τριγύριζαν τον καλίφη τους.
Τον κοίταζα καλά καλά μέσα στα κάτασπρά του μάτια και πολλά λόγια δεν του είπα.
— « Τη Χιο μήτε στη ζήτηξα, μήτε στη ζητώ, μήτε θα στη ζητήξω ποτές. Από σένα δεν την προσμένω. Μάθε το, Μαχμούτη, γιατί φαίνεται που δεν το ξέρεις. Ο κόσμος είναι δικός μου. Μη ρωτάς τόνομά μου• μη γυρέβης να σε πω α με λεν Πέτρο, Γιάννη ή Θανάση. Τόνομά μου; θέλεις να στο χτυπήσω στη μούρη και να στράψη στο μάγουλό σου σαν μπατσιά; Λεφτεριά, Λεφτεριά με λένε. Δεν είμαι ένας, είμαι λαός. Δεν είμαι άθρωπος, είμαι ιδέα. Δεν είμαι Γραικός, είμαι Εβρώπη. Να το ξέρης• η Λεφτεριά σουλτάνους δε φοβάται. Ότι πη θα γίνη• όπου περάση, θα χαθής. Από παντού σα σκύλο θα σε διώξη. Μια πήχη γις σ' όλη την οικουμένη δε θα βρης για να μπήξης το παλούκι που θα βγη η ψυχή σου. Μεγαλήτερο από το δικό σου, είναι το βασίλειο το δικό μου• είναι απέραντο σαν τον κόσμο κ' οι πολίτες του αρίφνητοι σαν ταστέρια. Τη δύναμή μου, μήτε στόνειρό σου την είδες, γιατί ως τώρα δε φοβήθηκα βασιλιάδες, με φοβήθηκαν εκείνοι κι απορώ με την τόλμη σου και με το θυμό σου• ποιος είσαι συ και με μιλείς με τόσο θάρρος; Από το δρόμο μου να φύγης! Δεν το βλέπεις, σουλτά Μαχμούτη, που είσαι σκιά, σκιά και τίποτις άλλο; Φτάνει να το θέλω, και σα σκόνη, σαν κουρέλλι, σα σκουπίδι μ' ένα χτύπημα του χεριού μου σε ξεπαστρέβω.»
Σηκώθηκα τότες, ήσυχος και φοβερός. Φύσηξα κι άρχισε ο Μαχμούτης να τρέμη σαν το ψάρι. Του κάκου προσπαθούσε, του κάκου πολεμούσαν οι δικοί του να με σπρώξουν, ο ένας με το σπαθί, ο άλλος με το κοντάρι. Έπρεπε, έπρεπε όλοι τους να φύγουν από μπρος μου• έτσι είτανε στον ουρανό γραμμένο. Δε χωράτεβα πια. Κοντά κοντά πήγαινα στους Τούρκους, κι όσο προχωρούσα, πίσω πίσω τραβιούνταν οι καταραμένοι.
Άξαφνα ακούστηκε μια φωνή — τρομάρα! — σαν το θάνατο φοβερή. Ταράχτηκε η γις, σείστηκε ο κουλάς, κλωνίζουνταν η Εβρώπη. Άρχισα να τρέμω. Σαν το λιοντάρι που ξαφνικά προβάλλει στην άκρη του βουνού και κατεβαίνει, φάνηκε ο αδερφός μου ο Γιάννης απάνω στο λόφο. Στάθηκε μια στιγμή, και μ' όλη του την ορμή τον είδα να κατεβή, να πεταχτή, να πέση απάνω στα σκυλιά. Τρέχαμε κ' οι δυο μας, εκείνος μπροστά, εγώ πίσω. Κατρακυλούσαν οι Τούρκοι ο ένας απάνω στον άλλο, με το Μαχμούτη μαζί. Ίσια με κάτω στο γιαλό τους σπρώχταμε, για να πνιγούνε στη θάλασσα μέσα. «Δρόμο, δρόμο», φώναζε δυνατά το λαμπρό μου το παλληκάρι• « Έρχεται και νάτος! ταφεντικό σας φτάνει!» Έβραζε ο θυμός του• σειούνταν το κορμί του σαν το δέντρο που άνεμος το περεχύνει• εμένα έδειχτε στους Τούρκους με φοβέρες και γίνουνταν όλεθρος η φωνή του• — «Δρόμο, δρόμο τα σκυλιά. Καπιτάν μπονρντά γκελίορ!»

ΙΕ'.

Μάθημα.
Με τους σουλτάνους δεν είναι φρόνιμο να μαλλώνη κανείς, ας είναι και πεθαμμένοι. Τέτοιοι καβγάδες έχουν κάτι συνέπειες δυσάρεστες. Συλλογίστηκα πως θα είταν καλό να φύγω γρήγορα από την Πόλη. Έπειτα, να πούμε την αλήθεια, αφτοί οι καβγάδες δε φελούν και πολύ. Σας είπα που έσπρωξα το Σουλτάνο ίσια με κάτω στο γιαλό• καλά! μα μπορούσα να τον πιάσω; Όχι βέβαια, αφού είτανε σκιά. Και ποια είναι η δύναμη του Τούρκου; ίσια ίσια που είναι σκιά. Γι' αφτό κ' η Εβρώπη δεν τον πιάνει.
Για να μη με πιάση και κείνος στα ξημερώματα, αποφάσισα να φύγω πρωί πρωί. Είχε βαπόρι την ίδια μέρα. Μπαρκαρίστηκα και πήρα δρόμο για τη Χιο.
Η θάλασσα είταν καλή• είχαμε και καλή συντροφιά. Στο ταξίδι κάμνει κανείς γρήγορα φίλους• τελειώνει το ταξίδι, τέλειωσε κ' η φιλία. Απάντησα έναν ταξιδιώτη στο κατάστρωμα κι αρχίσαμε τις κουβέντες. Μ' είπε που είτανε δάσκαλος, δε θυμούμαι πού• είχα όμως ξεχάσει όλους διόλου να του πω τι γύρεβα κι από που έρχουμουν, και δε με ρώτηξε ο ίδιος. Μιλούσαμε για το ένα και για τάλλο, για το λαμπρό τον καιρό, για τα κύματα που είναι μαβιά και για τα σύννεφα που είναι άσπρα, κι ως τόσο κάπου μαβρίζουν. Εκεί που μιλούσαμε, δεν ξέρω πια τώρα καλά καλά τι έλεγα, μα θυμούμαι που πήγαινα ναρχίσω μια φράση με τη λέξη• «Νόμισα…»
— Με διακόφτει αμέσως ο δάσκαλος — το συνηθίζουν κάποτες μαζί μου — και με λέει• «Ενόμισα.» — Αθώα κι απλά του κάμνω γω• — «Γιατί τάχατις ενόμισα;»
— « Διότι, μ' απαντά, η αρχαία είναι ευγενεστέρα και δια του ε καταντά ευγενικώτερος ο τύπος.»
Δεν ξέρω αν είδες ποτές σου στους κάμπους μαραμένα λουλουδάκια να γέρνουν τα κεφαλάκι τους λυπημένα κατά γης; Στάσου να πέση στη στεφάνη τους μέσα μια σταλαματιά νερό• τα βλέπεις αμέσως χαρούμενα και γελαστά. Έτσι τόπαθα και γω• για το διψασμένο, για το καταξερό μου το μυαλό, δροσιά είταν τα λόγια του δασκάλου. Με φάνηκε που με μιας φωτίζουνταν ο νους μου, που τέλος ποτίζουνταν αλήθεια. Τώρα καταλάβαινα ξαφνικά τι θα πη ορθή κρίση. Ζούσα στο σκότος και να που θωρούσα τον ήλιο για πρώτη φορά. Τόσο μεγάλος, τόσο φρόνιμος μ' ήρθε ο λόγος του δασκάλου, που κατέβηκα αμέσως να κλειδωθώ στο καμεράκι μου κάτω, για να μπορέσω πιο ήσυχα να μετρήσω, σαν το φιλάργερο, πόσους θησαβρούς είχα μαζώξει στο κεφάλι μου μέσα σε διάστημα μιας στιγμής, σε μια μόνη λέξη.
Θαρρούσα πρώτα που όλη η εβγένεια του αθρώπου είναι μέσα στην ψυχή του• νόμιζα που ένα πράμα, ό τι όνομα κι αν του δώσης, δεν αλλάζει τη φύση του. Έλεγα• — «Να μεθήσω με κρασί ή με οίνον, το ίδιο μεθώ. Κι αν πω μεθύω, με φαίνεται που πολύ δεν πρόκοψα.» Ο ποιητής, που θα κάμη στίχους, πρώτα θα κοιτάξη να διή αν είναι τόντις ποιητής• τότες βάζει ποίηση και στη γλώσσα που θα γράψη. Αν του έρχουνται πού και πού δυο ιδέες, αν έχει κεφάλι, καρδιά και λίγη τέχνη, ανάγκη καμιά δεν είναι να κάμνη τον Κινέζο• θέλω να πω, δε θα πιστέβη που ένα ψώφιο πράμα — σαν το ψηφί —, έχει μέσα του καμιά εβγένεια ξεχωριστή, καμιά αξία δική του• το ψηφί, για να ζωντανέψη, πρέπει το πνέμα να φυσήξη και να του δώση έννοια κ' εβγένεια. Για να φανή κανείς μεγάλος, δε θα προσέξη μόνο στους τύπους• θάχη το νου του στο νόημα που βγαίνει από τα λόγια του. Ο Όμηρος, που μιλούσε χυδαία στην εποχή του, στάθηκε βέβαια μεγαλήτερος ποιητής από τους σημερνούς μας τους δασκάλους που γράφουν την καθαρέβουσα. Έτσι θαρρούσα• μα βλέπω που το σύστημά μου τούτο είναι κακορίζικο• το παραιτώ και τώρα πιάνω άλλο.
Ναι! δασκαλάκι μου, κατάλαβα και μη σε μέλη! Όλο σαν και σένα θα λέω. Με το σύστημα το δικό σου, όλα πιο σωστά μ' έρχουνται σήμερα. Πού να το συλλογιστώ, πρι να με το πης, που ένα μικρούτσικο εέχει τόση αξία; Τούτο το ε δε φαίνεται, κι όμως από ζώο που είμουν, άθρωπο με κάμνει. Με ξεβγενίζει. Δεν το παρατηρούσα πριν κ' έλεγα μέσα μου• — « Οι παλιοί μας οι προγόνοι έβαζαν εκεί ένα ε• εμείς δεν το βάζουμε. Ας λέω λοιπό νόμισα αφού δεν πάλιωσα ακόμη.» Εσύ τώρα μ' έδειξες την τύφλα που είχα. Το ε τούτο, που το είχα για τίποτις, βγαίνει πριγκιπάτο. Με πλουτίζει• με δίνει εβγένεια, τιμή, δόξα, μπορεί να με φέρη και παράδες. Ποιος ξέρει; καμιά ώρα, όταν το μάθουν πως λέω « ενόμισα» κι όχι « νόμισα», αφτό το ε θα με κάμη να διοριστώ καθηγητής στο Παρίσι, αργότερα να γίνω της Ακαδημίας, άξαφνα και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σήμερα έννοιωσα για πρώτη φορά τι θα πη_» αύξησις»• αφξάνει_, μεγαλώνει τον άθρωπο. Οι γλωσσολόγοι σπάνουν το κεφάλι τους για να καταλάβουν τι νόημα είχε τούτο το ε και γιατί το κάθιζαν οι Έλληνες στον παρατατικό και στον αόριστο, γιατί μόνο στην οριστική, και γιατί στην αρχή δεν τόβαζαν κάπου διόλου. Εγώ τώρα ξέρω καλήτερα και βλέπω τη σημασία τουε, Οι Έλληνες είταν ξυπνοί αθρώποι• συνήθισαν το ε οι μαριόλοι, μόνο και μόνο για να δείξουν εβγένεια μεγαλήτερη. Η εβγένεια, τι θαρρείτε πως είναι; Είναι πάντοτες εκεί που πρέπει να βάζης εκείνο που πρέπει. Και διές! όχι μόνο στο « ενόμισα» έχωσαν το ε, αλλά τόβαλαν και στο «εμέ», χωρίς λόγο κανένα, γιατί και το «με» είταν αρχαίο κ' έμοιαζε πως φτάνει. Οι Έλληνες ως τόσο, μοναχοί τους μέσα στους άλλους λαούς της εβρωπαϊκής φυλλής, έφτειαξαν ένα «εμέ». Του κάκου βασανίζουνται οι καημένοι οι γλωσσολόγοι, για να βρουν την αιτία αφτουνού του ε. Ποιος δε βλέπει τώρα την αιτία; Οι αρχαίοι κοίταζαν πώς να δείξουνε στους ξένους την εβγένεια της ψυχής των• όπου μπορούσαν το λοιπό, γλυστρούσαν ένα ε. Έτσι τόκαμαν και με την αντωνυμία• είταν ανάγκη να το βάλουν άδικα και παράλογα και στην αιτιατική, αφού το είχε πια η ονομαστική εγώ. Έφτανε να κάμη λόγο ένας αρχαίος για τον εμαφτό του και να πη εγώ ή εμέ• από το ε καταλάβαινε αμέσως ο ξένος πόσο τόντις εβγενής είταν ο αρχαίος.
Διέστε όμως πώς το ένα φέρνει τάλλο, πως μ' ένα λόγο σωστό μπορεί κανείς να βάλη πράματα στο νου του που μήτε τα στοχάζουνταν πριν. Έπιασε ποτές σας κανένας να ξετάση γιατί τάχατις οι αρχαίοι είχαν τόσο κεφάλι, έγραφαν τόσο καλά, έκαμναν τέτοιους στίχους, και σε πετούσανε μια φαντασία, κάτι ιδέες που σήμερα ακόμη ο κόσμος απορεί; Γιατί βγήκε Πλάτωνας, Όμηρος, Σοφοκλής; Γιατί; το ρωτάς; Γιατί μιλούσαν αρχαία. Άμα μιλήσης, αρχαία, όχι μόνο μιλείς καλά, μιλείς και μ' εβγένεια. Κοίταξε τώρα τους δικούς μας και θα τα καταλάβης καλήτερα. Είναι πράμα γνωστό που οι δασκάλοι δεν έχουνε μήτε φαντασία, μήτε ιδέες, μήτε νου, μήτε καρδιά, μήτε κεφάλι. Τα μυαλό τους δε γέννησε ποτές μισή ιδεΐτσα. Τι είναι τέχνη, τι θα πη ποίηση ή φιλολογία, μήτε το ξέρουν. Ως τόσο δε με λες πώς το κατωρθώσαμε κ' έχουμε σήμερα τη μεγαλήτερη, την ωραιότερη φιλολογία της Εβρώπης; Γιατί μας δοξάζει ο κόσμος; γιατί μας ζούλεψαν κ' οι αρχαίοι; Για ποιο λόγο η Θεοδώρα του Κλέωνος Ραγκαβή ακούστηκε στα Παρίσι, μεταφράστηκε σ' όλες τις γλώσσες, και κατάντησε σήμερα στην Εβρώπη πολύ πιο γνωστή από την Ιλιάδα; Γιατί τάχατις, σ' ό τι μελάνι κι α βουτήξη ο δάσκαλος την πέννα του, λες πως στάζουν από την πέννα του χρυσές σταλαματιές; Τα κατάλαβες γιατί; Γιατί γράφουμε την αρχαία!
Και δεν είναι μόνο που γράφουμε την αρχαία• κάμνουμε μάλιστα και τις καινούριες μας τις λέξες να φαίνουνται σαν αρχαίες. Τώρα θα διής τι συνέπειες μπορεί νάχη το σύστημα του δασκάλου μου, πόσο πατριωτισμό είναι γεμάτο, πόση τιμή θα φέρη σ' όλο το έθνος. Τι δουλειά θα πιάσης με τα ξένα ονόματα, για να μη φαίνουνται ξένα; Τη χανούμισσα πώς θα την πης; Τους μπέηδες που θα τους βάλης; Το βεζίρη πώς θα τον κλίνης; Το κονάκι με τι τρόπο θα το σιάξης; Μήπως θα γράψης «οι χανούμισσες, ο μπέης, του βεζίρη, το κονάκι»; Ο θεός να σε φυλάξη! Αν το πης έτσι, θα φανής πρόστυχος, χυδαίος, βάρβαρος, ρωμιός. Πες το καλήτερα « αι χανούμισσαι, της χανουμίσσης, ο βέης, του βέου, οι βέοι, του βεζίρου, τοις βεζίραις, ίσως και βεζίρσι, το κονάκιον, τω κονακίω». Αμέσως γίνεσαι Περικλής.
Έχουμε κάτι άλλους λεκέδες στη νέα μας την ιστορία, που μπορούμε να τους ξεπλύνουμε με το σύστημα του δασκάλου. Κάτι ονόματα είναι τόντις ντροπή για το έθνος και για τον ελληνισμό. Γίνεται ένας άθρωπος να λέγεται Μπότσαρης; Γίνεται να λέμε Χατζηπέτρος, Μισολόγγι; Μπορεί ο Μαρκομπότσαρης να είταν ήρωας σαν το Λεωνίδα, μα δεν έννοιωθε τίποτις για τη γλώσσα• με τέτοιο χυδαίο όνομα μας έκαμε να ντροπιαστούμε στην Εβρώπη. Αμέ ο Αντρούτσος! Τι άλλο κακό είναι πάλε τούτο; Έχουμε άραγες στη γλώσσα μας τους βάρβαρους αφτούς τους φράγκικους φτόγγους και θαρχίσουμε τώρα σαν τους Γάλλους να λέμε b d και g; Θα το καταδεχτούμε να μιλούμε με μπ και τσ; Μήπως θα κάμουμε μια γενική «Μπότσαρη», με την ελεεινή κατάληξη η; Μας ταιριάζει ένας Χατζής, εμάς που είμαστε γνήσια παιδιά του Θεμιστοκλή; Δόξα σοι ο Θεός, που μπορούμε τουλάχιστο να λιγοστέψουμε το κακό. Δεν είναι πια δυνατό — και πολύ λυπούμαι — να ξεχάσουμε τέτοια ονόματα, να τα βγάλουμε από τη μέση. Μπορούμε όμως να λέμε «Μεσολόγγιον, Μεσολογγίου». Και τι; χρειάζεται άραγες νάχουμε σέβας για τέτοια κακορίζικα ονόματα; Ας κλίνουμε ο Βόσσαρις, του Βοσσάρεως• ας γράφουμε [Άζη] Πέτρος, μισοσκεπάζοντας τον Αζή. Τον Αντρούτσο, ας τον κάμουμε Ανδρούσσο. Έτσι δεν είναι πια ανάγκη να ντραπούμε για τον Μπότσαρη. Έχουμε μάλιστα στην καλή μας την ελληνίζουσα γλώσσα μια λέξη που δεν την έχει η χυδαία, και που ταιριάζει όλους διόλου για τέτοια δουλειά. Ιεροσυλία.
Καθαρέβουσα για ποιο λόγο λεν τη γλώσσα τους οι δασκάλοι; Γιατί όλα τα κάμνει άσπρα σαν το χιόνι, παστρικά σαν τα νερό. Με την καθαρέβουσα λες ό τι θέλεις, φτάνει να το πης ελληνικά. Άμα ο τύπος είναι αρχαίος, βλέπεις κ' έχουν τα λόγια σου κάτι που αμέσως αρέσει• αμέσως φαντάζουν. Οι πιο μπόσικες ιδέες σα διαμάντι γυαλίζουν τα πιο παρακατιανά φρονήματα, με την καθαρέβουσα, σε φαίνουνται μαργαριτάρια. Η καθαρέβουσα σε παστρέβει την ψυχή• στην ξεπλύνει• είναι σα νάπαιρνες καθάρσιο. Αφτή την αρχή μην την ξεχάσης ποτές• για να κυβερνηθή κανείς στη ζωή, για να προκόψη, πρέπει νάχη μια βάση καλή. Καλήτερη μη γυρέβης. Πρόσεχε στον τύπο• όλη η εβγένεια της ψυχής είναι στον τύπο μέσα. Μ' αφτό το σύστημα μπορείς να πης κακοήθειες• μπορείς να βρίσης τον κόσμο δίχως ο κόσμος να θυμώση, δίχως και συ να φανής χυδαίος. Το δάσκαλο, αν τον πης γαϊδούρι, θα πειραχτή και θάχη δίκιο. Αν τον πης όμως «όνον», τον κολακέβεις.
Τα πιο πρόστυχα πράματα, φτάνει να τα πης αρχαία, και τα βγάζεις όλη τους την προστυχιά. Μπορεί στη γλώσσα που μιλείς, — στου μπαμπά σου τη γλώσσα — να βρεθούν κάτι πράματα που ντρέπεσαι να τα πης με τόνομά τους. Όσο για μένα, το μολογώ, δεν κατώρθωσα ποτές να μιλήσω για ένα κάποιο πολύ χρήσιμο στρογγυλό πραματάκι, που βάζω κάθε νύχτα από κάτω από το κρεββάτι μου. Είναι μόνο και μόνο γιατί δεν ξέρω την αρχαία. Ένας δάσκαλος φίλος μου, που με φιλοξένησε σπίτι του μια βραδιά, με πολλή εβγένεια μ' έδωσε να καταλάβω τι ήθελε να με πη. Αφού με πήγε στην κάμερή μου, ήρθε πλάγι μου, με κοίταξε στο πρόσωπο και με πολύ σοβαρό ύφος μ' είπε τέτοια λόγια. — « Εντιμότατε κύριε καθηγητά, υπό της κλίνης ευρήσετε ευκόλως τα αγγείον, εν ω θέλετε δυνηθήν ίνα ουρήσητε νύκτωρ.»
Τι κάθουμαι και λέω; Η καθαρέβουσα μπορεί θάματα να καταφέρη. Τα πρόστυχα αντικείμενα, που είναι πρόστυχα φυσικά, μ' ένα λόγο μπορείς να τα ξεβγενίσης. Τη φύση τους αλλάζεις• γίνεσαι θεός• τα μεταμορφώνεις. Το γουρούνι, αν το πης νέτα σκέτα γουρούνι, δεν ταιριάζει• αν το πης χοίρος, από γουρούνι που είταν, αμέσως το κάμνεις λιοντάρι• η λέξη ναλλάξη, αλλάζει και το πράμα. Το κουρέλλι δεν είναι τρόπος να το βάλης στη γλώσσα σου, γιατί βρωμά• πες το τουλάχιστο κουρέλλιον κι αμέσως μοσκοβολά• δεν είναι πια κουρέλλι, είναι κουρέλλιον. Τα μούσμουλα είναι κάτι φρούττα σάπια, ολόμαβρα κι ο καθένας μπορεί ναγοράση. Εσύ μούσμουλα μην τα λες• βάφτιστα μέσπιλα και βγαίνουνε ρόδα.
Ξεναντίας ένα πράμα, όσο ωραίο κι αν είναι, ξεπέφτει άμα του δώσης ταληθινό του τόνομα. Το λιοντάρι, αν το πης λιοντάρι, το κάμνεις και μοιάζει κατσίκι. Το λουλούδι, αν ταφήσης λουλούδι και δεν το βγάλης άνθος, χάνει όλη του τη μυρωδιά. Λεφτεριά να φωνάζης, με ξεσκίζεις ταφτιά• πολύ πιο νόστιμο είναι, αγάλια και με τρόπο να ψιθυρίζης• «ελευθερίαν». Είναι τώρα δυνατό να λες τη μητέρα σουμάννα ή νενέ; Τι σ' έκαμε να τη βρίζης; Λέγε της «μήτερ» και πάντα προσπάθιζε να ελληνίζης.
Τώρα που το συλλογιούμαι, λυπούμαι τους καημένους τους Εβρωπαίους, Γάλλους, Ιταλούς, Γερμανούς και τους άλλους. Ελάτε να τους μάθουμε πώς πρέπει να φέρνουνται. Δε βλέπουν οι δύστυχοι πόσο βάρβαροι, πόσο πρόστυχοι είναι. Για τούτο δεν το κατώρθωσαν κι όλας νάχουν και μια φιλολογία της αθρωπιάς. Μιλούν τη γλώσσα του λαού και δεν τόχουν ντροπή. Ο λαός λέει padre• κάθεται ο Ιταλός και γράφει padre. Φωνάζει ο λαός κάθε ώρα liberté• να κι ο Γάλλος που τυπώνει liberté. Ως τόσο έφκολο τους είναι να ξεβγενίσουν τη γλώσσα τους. Τι τους κοστίζει; Ο Γάλλος δεν έχει παρά ναλλάξη δυο γράμματα για να το κάμη libertas, που είναι αρχαίο. Ο Ιταλός φτάνει λιγάκι να το σιάξη, και γίνεται το padre pater ή τουλάχιστο pader. Ο Γερμανός πάλε δεν έχει παρά να βάλη ένα ο, ένα s και λέει Άrtztος το γιατρό. Ποια είναι τάχατις η δυσκολία; ο καθένας θα τους καταλάβη, αν πουν pader, libertas, ή Άrtztος. Να τους μάθουμε το σύστημά μας, για να μην κυλιούνται στη λάσπη που κυλιούνται, να τους υψώσουμε το νου, να τους δείξουμε που είναι πολύ πιο σωστό να γράφουν και να λένε Chiffonium, Handschuhon, Asinos. Για τον κόπο, ίσως μας δώσουν και μας καμιά μέρα, όχι ένα brevet du gouvernement, αλλά κανένα βρεβέτιον του γοβερναμεντίου.
Όσο προχωρούσε το βαποράκι και κοντέβαμε να φτάξουμε στη Χιο, είχα στο νου μου τα λόγια του δασκάλου. Πόσο χαίρουμαι που μ' έδωσε ο λογιώτατος τέτοιο μάθημα. Τώρα βλέπω που πήραμε καλήτερο δρόμο από τους Εβρωπαίους• μπήκαμε σε πιο ψηλή σειρά. Εγώ λέω μάλιστα να ξεπεράσουμε τους αρχαίους. Γιατί τάχατις θέλουμε μόνο τους αρχαίους τους τύπους και δε σκορπίζουμε τα ε και κει που δεν τα είχαν οι αρχαίοι; Ξέρω που και χωρίς αφτό βάζουμε κάτω τους προγόνους, αφού στο μεσαιώνα αντίς « τοίος» λέγαμε συχνά «ετοίος», και σήμερα βγάλαμε ένα «εσύ» και κάπου ένα «ετούτος». Έτσι δείξαμε που και μεις έχουμε κάποια εβγένεια δική μας• κάμαμε δυο τύπους καινούριους εκεί που οι αρχαίοι είχαν έναν τύπο μόνο με το παράλογο το ε, την αιτιατική εμέ. Αλλά μπορούμε να φανούμε πολύ πιο άξιοι. Το «ετούτος» και το «εσύ» τάφτειαξε ο πρόστυχος λαός, ο ίδιος ο λαός που και πρώτα είχε φτειάξει το «εμέ». Εμείς οι γραμματισμένοι μπορούμε να ταιριάξουμε τύπους της φαντασίας μας. Φτάνει κανείς μια φορά στη ζωή του να καταλάβη με τι τρόπο πρέπει να φέρνεται στον κόσμο• ο καλός ο τρόπος για κάθε περίσταση θα του είναι χρήσιμος. Να διήτε τι αναγκαίο που μπορεί να μας έρθη καμιά μέρα το σύστημα του δασκάλου. Άβριο βγαίνω στο δρόμο, περνώ μπροστά από ένα μαγαζί, βλέπω μέσα διαμάντια, ρολόγια, πετράδια, μαργαριτάρια. Μπαίνω γρήγορα γρήγορα, αρπάζω τα διαμάντια και τρέχω. Τρέχει πίσω μου ο χρυσοχός και με πιάνει. Φωνάζει τον αστυνόμο κι ο αστυνόμος θέλει να με βάλη στη φυλακή. Με την καθαρέβουσα δε φοβούμαι τον αστυνόμο, γιατί του μιλώ αρχαία κι αμέσως βλέπει την εβγένεια της ψυχής μου. Άμα μ' αρπάξη και με πη• — «Εσύ είσαι ο κλέφτης;», τον κοιτάζω με περήφανο μάτι και για να καταλάβη τι άθρωπος είμαι, του λέω σοβαρά• — «Κύριε αστυνόμε, ουκ ενομίζω. Άπιθι εούν• κλωψ γαρ ειμί, ουχί δε κλέφτης.»

ΙΣΤ'.

Πόνοι κι αναστενασμοί.
Μήπως είναι πουλάκι που κελαδεί στην καρδιά μου; Μήπως είναι τα φτερά του που τρέμουν; Όχι! Είναι μόνο και μόνο που ο Χιώτης, όπου κι αν πάη, ποτές δεν ξεχνά την πατρίδα και πάντα γλυκαίνεται να τη βλέπη. Από μακριά την είδαμε τη Χιο κι αμέσως, σαν τα σύννεφα στον άνεμο, σκορπίστηκαν από το νου μου όλα τα λόγια του δασκάλου. Από μακριά την είδαμε τη Χιο, και μας φάνηκε, στα κύματα μέσα, σα χρυσολούλουδο του πελάγου. Από μακριά μυροβολούσε, ίσως για να μας χαιρετήση. Την καημένη τη Χιο! Ποιος θα τη διή και δε θα λυπηθή η ψυχή του; ποιος θα πατήση το χώμα της και δε θα κλάψη; Πόσα δεν έπαθε το δυστυχισμένο το νησί! Τι να τα λέμε; Έβγα στους δρόμους της όξω, ανέβα στα βουνά της και θα το καταλάβης. Φτάνει να κοιτάξης τους αθρώπους που είναι μέσα και δίχως να μιλήσουνε, θα στο πουν.
Όσο πήγαινε το βαπόρι, τόσο και κείνη προχωρούσε να μας απαντήση. Έρχουνταν η Χιο με τα βουνά της, με τους κάμπους της, με τις παντοτινές της πρασινάδες. Έρχουνταν κι όλο μυροβολούσε. Ο ήλιος κόντεβε να βασιλέψη• οι αχτίδες του είταν ακόμη σαν πλαγιασμένες απάνω στους λόφους και στις πεδιάδες• έλεγες πως κοιμούνταν. Κι ως τόσο σιγά σιγά παραπονιούνταν η Χιο. Μέσα από τα λαγκάδια, από τους βράχους κι από τα λιβάδια, μέσα από τους κάμπους κι από τα βουνά, μαζί με τω δέντρων τις μυρωδιές και ταρώματα τω λουλουδιών, έβγαιναν κρυφοί, μυριάδες αναστενασμοί. Τα λαγκάδια, οι βράχοι και τα λιβάδια, οι κάμποι και τα βουνά, οι πέτρες, το χώμα, τα λουλούδια, έμοιαζε πως είχανε φωνή κι όλο τα δύστυχο τα νησί αγάλια αγάλια μοιρολογούσε• — « Πότε, αχ! πότε θα φύγουν οι Τούρτσοι;»
Αναστέναζε η Χιο κι άλλα νησιά της απαντούσαν. Κ' η Κρήτη, κ' η Μυτιλήνη, κ' η Ρόδο, κ' η Σάμο κ' η θάλασσα όλη παραπονιούνταν. Η Χιο μοιρολογούσε πιώτερα από τάλλα τα νησιά• πια χαμηλή, κάτι πιο ντροπαλή μ’ έρχουνταν η φωνή της. Έλεγαν το ίδιο όλα τα νησιά κι από τον πόνο πήγαινε η καρδιά μας να ραγίση. Όλα λεφτεριά ζητούσαν. Έτριζε τα δόντια ο Κρητικός, θύμωνε το παλληκάρι στον πόνο του απάνω• — « Πότε θα τα διώξουμε τα σκυλιά;» Δεν είτανε νησί που να μην κλαίη. Από τον τόσο καημό έμοιαζε κ' η ατμόσφαιρα σαν πιο βαρειά, — σαν παραπονεμένη και κείνη.
Είχε γεμίσει ο ουρανός με τω νησιών τους αναστενασμούς. Με φάνηκε που τα παράπονά τους και τα κλάματα τα πικρά μισοσκέπαζαν τον ήλιο με το φως του• έμοιαζε σα να είταν ψιλός ψιλός αχνός, σα λεφτούτσικος καπνός που θόλωνε το γαλάζι. Κι ως τόσο δεν πήγαινε στον ουρανό η φωνή τους, δεν ανέβαινε στα ψηλά, μα σα συννεφάκι στέκουνταν πρώτα πρώτα στον αγέρα κ' έπειτα τραβούσαν οι αναστενασμοί ίσια ίσια στην Ελλάδα, ίσια ίσια στην Εβρώπη. Έλεγαν της Εβρώπης τα νησιά• — « Έλα! μη μας αφήσης μονάχα στων Τούρκων τα χέρια. Λυπήσου τα ορφανά, τα έρημα τα παιδιά.» Έλεγαν της Ελλάδας τα νησιά• «Μη μας ξεχνάς! Παραίτα τις μακρινές, τις δύσκολες ελπίδες. Μην κυνηγάς την Πόλη. Τους Σλάβους μην τους κυνηγάς. Μην έχης όλο στο νου σου μεγάλες ιδέες• ύστερα βλέπουμε. Έλα πρώτα σε μας• θα σε δώσουμε παλληκάρια να πολεμήσης• θα σε δώσουμε φόρους για να πλουτίσης. Με στρατιώτη και με παρά, ό τι θέλεις κατορθώνεις.
« Μη μας περιφρονής, μη λες• « Τα νησιά πάντα δικά μας.» Από μας πρέπει ναρχίσης. Διές μας και μας. Τι προσμένουμε; Λίγη βοήθεια να μας δώσης. Κάτι μπορούμε και μεις, γιατί πάντα, αγαπημένη μητέρα, εσένα ποθούμε, η λατρεία μας είσαι συ. Τη σημαία σου να διούμε και μας κάμνεις ό τι θέλεις. Τι φοβάσαι την Εβρώπη; Τι θα πη; μάννα μας δεν είσαι; Αμά πατήσης τούτο το χώμα, ποιος θα σε πη να φύγης; Έλα, έλα, γιατί μας βάραινε η σκλαβειά• στον κόρφο σου μέσα να μας πάρης• τα παιδιά σου σε ζητούν. Την πατρίδα μας θέλουμε όλα, και δε θέλουμε τίποτις άλλο.» —
Έτσι δέρνουνταν τα νησιά, τέτοιες κουβέντες είχαν ανάμεσά τους και σα σωστά με φάνηκαν τα λόγια τους. Την πονεμένη τη Χιο λυπήθηκα πιώτερα από τάλλα. Η τύχη της είναι ξεχωριστή. Βάσανα από πάνω κι από κάτω. Μέσα της έχει φωτιά που την τρώει. Βαθιά βαθιά στη θάλασσα κρυμμένο καίει το καμίνι, και κει που τη βλέπεις χαρούμενη, στα σωθικά της θρέφει το χαλασμό της. Από κάτω είναι κούφιο το χώμα κι ως τον πάτο της γης όλο βράζει το καζάνι. Κάπου κάπου ξεσπάνει και κλωνίζουνται τα βουνά, γκρεμνούν τα σπίτια και σκοτώνουν τους αθρώπους. Από πάνω άλλη φωτιά, άλλο καμίνι• ο Τούρκος κάθεται σαν την πλάκα στο κεφάλι της απάνω. Ο Τούρκος ξεσπάνει κάπου κάπου και κείνος• τότες πέφτουν τα κεφάλια. Αχ! πάλε κάλλια, παιδιά, ο σεισμός παρά το γιουρούσι. Κάλλια το καμίνι που βράζει παρά ο Τούρκος που σας πατεί. Τη φωτιά τουλάχιστο δεν τη βλέπετε• τον Τούρκο τον έχετε μπροστά σας κάθε μέρα, Η φλόγα που καίει στάντερα μέσα της Χιος σας πήρε μόνο το χώμα που ζήτε• ο Τούρκος σας έκλεψε τον ουρανό, σας σκεπάζει τον ήλιο που λάμπει για όλους, σας αρπάζει τον αγέρα που αναπνέουν όλα τα στήθια• σας σκλάβωσε και την ψυχή. Μια λέξη να πήτε δυνατά, λέφτερα να κοιτάξετε τον ουρανό δε σας αφίνει. Ανάθεμάν τον κι ανάθεμάν τον!
Είναι πούπετις νησί που νάπαθε τόσα; Ο Τούρκος αίμα δεν άφησε που να μη χύση. Όσους δεν έσφαξε, τους έκαμε δούλους. Πήρε παιδιά και μαννάδες, πήρε τα κορίτσια. Πόσους άκουσα να με τα λεν! Ποιος δεν τα θυμάται; Και να μη νομίζουμε που αφτά έγιναν και δε γίνουνται πια. Δεν τέλειωσαν τα βάσανα της Χιος. Με το σπαθί στο χέρι, στέκεται ο Τούρκος από πάνω της και τη φοβερίζει. Ας πάμε στη Χιο να τα διούμε. Κ' οι σεισμοί δεν τρομάζουν τον Τούρκο. Στο χαλασμό που έγινε είναι τώρα πέντε χρόνια, δεν ντράπηκε να μαζώξη φόρους. Πού να ξέρη ο Τούρκος τι έκαμε η Εβρώπη στο Μπερλίνο κι αν έφτειαξε συθήκες ή όχι; Η Εβρώπη είναι μακριά και δεν τη φοβάται; Τον παρά σου πρέπει να δώσης ή να σε πάρη τη ζωή σου. Διακόσιους στρατιώτες έστειλαν απάνω στα βουνά, για να κάμουν τι πράμα; Ένα χωριό να πολεμήσουν και να σκοτώσουν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι πεινασμένοι, οι κουρελλιασμένοι πρέπει τώρα διπλούς φόρους να πλερώσουν και για ποιο λόγο; Για να χτίση στρατώνα η αφεντειά του, που με τους δικούς του παράδες δεν μπορεί μήτε στρατώνα να χτίση.
Οι γέροντες στα χωριά, όσο κι αν πονεί η καρδιά τους, πρέπει να κλειδώνουν τις πόρτες, άμα είναι να σηκώσουν τους φόρους, για να μη βγη χωρικός στη δουλειά, δίχως να δώση πρώτα τον παρά του. Άλλοι πάλε, που δεν έχουν ψωμί να φαν, προτιμούν από το παράθυρο όξω στα δρόμο να πέσουν, κι ας σπάσουν το κεφάλι τους. Ένας ζητιάνος είπε μια μέρα που φόρο να πλερώση δεν έχει, που όσο κι αν το θέλει δεν μπορεί. Ήρθε ένας ζαφτιές, να τον πάη κάτω στη χώρα• πήγαινε μπροστά ο ζητιάνος και πίσω του ο ζαφτιές. Κάθε ώρα τον έσπρωχτε, του σκουντούσε τη μέση με το κοντάκι, τον έκαμνε όλο αίμα και πληγή και του φώναζε τέτοια λόγια• — « Ο αφέντης μου σε προστάζει να του δώσης φόρο και τολμάς να μην τον ακούσης! Εσύ βγήκες, ψωρογκιαούρη, να βρίσης το βασιλιά μου και δεν ξέρεις που όλοι οι βασιλιάδες της Εβρώπης τόσο τον τρέμουν, που κανείς τους δεν τολμά να τον πειράξη.»
Οι δικοί μας στην Ελλάδα, τι κάμνουν, όσο μιλούν οι ζαφτιέδες με τέτοιο τρόπο; Λογαριάζουν πότε θα πάρουν την Πόλη, μετρούν πόσες δοτικές κατορθώνουν κάθε μέρα να πουν ή να γράψουν, πόσες είπαν τη δεφτέρα και πόσες την τρίτη. Καθαρίζουν τη γλώσσα. Ως τόσο κλαιν τα νησιά και δε βαστά η καρδιά σου να τακούς.
Φτάξαμε βράδυ στη Χιο κ' έπεσα να πλαγιάσω. Στις τέσσερεις το πρωί ξύπνησα άξαφνα. Με φάνηκε που κανένα ζώο τρομερό, κανένα θεριό μεγάλο πολεμούσε να σηκώση το σπίτι, για να περάση• η ράχη του έμοιαζε σαν τη θάλασσα να σηκώνεται και να πέφτη. Είτανε σεισμός. Ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου, που σαν την κούνια πήγαινε κ' έρχουνταν, πρόσμενα να διώ τι θα γίνη. Έλεγα μέσα μου• — «Θα πέση το σπίτι; Σώθηκαν οι μέρες μας ή κι άβριο πάλε θα διούμε τον ήλιο;» Το κρεββάτι στάθηκε και δεν πάθαμε τίποτις. Μα να πω την αλήθεια, όταν άρχισε ο σεισμός, πολύ ήσυχος δεν είμουν• είχα κάποια σταναχώρια. Το πρώτο κούνημα του κρεββατιού μ' ήρθε κάτι δυσάρεστο• το δέφτερο με φάνηκε σαν πιο ποφερτό• στο τρίτο, κόντεβα να συνηθίσω. Μάλιστα, όταν τέλειωσε, πήγα να λυπηθώ. Αφτός ο σεισμός έχει τη φιλοσοφία του. Κάθε Γραικός έπρεπε νάρθη μια νύχτα να πλαγιάση στη Χιο. Τότες θα καταλάβη καλά ποια είναι η τύχη του Γραικού όχι μόνο στη Χιο, αλλά στην Ελλάδα και στην Εβρώπη. Δε στερεώθηκε ακόμη κι όλο κουνιέται. Δεν ξέρει σήμερα τι μπορεί να γίνη άβριο και λέει μέσα του• — « Θα γκρεμήσουν άξαφνα όλα ή θα χαρώ πάλε και το πρωί τον ήλιο της ζωής;»

ΙΖ'.

Το Πυργί.
Καλήτερα παίρνει κανείς την αναπνοή του στα βουνά. Στη Χώρα είναι πάρα πολλοί Τούρκοι και μ' έρχεται πλήξη να τους βλέπω. Σηκώθηκα το λοιπό να πάω να σεργιανίσω τη Χιο. Ένα πρωί, με το Σιορ Κωστή, κάτσαμε ο καθένας στο μουλάρι μας και σείραμε για τα μαστιχόχωρα. Ανεβαίναμε ψηλά ψηλά με τα ζα• κάποτες πάλε, κατεβαίναμε κάτω κάτω και πηγαίναμε κοντά κοντά στο γιαλό. Κάθε φορά που πηγαίναμε κοντά κοντά στο γιαλό, μ' έλεγε ο Σιορ Κωστής• — «Συχνά θα τραβούσε με το μουλάρι του στο γιαλό, συχνά θάρχουνταν ο Όμηρος νακκουμπήση σ' αφτό το βράχο που βλέπεις τώρα μπροστά σου. Εδώ θάγραψε την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας και κοιτάζοντας τη θάλασσα, θάλεγε μέσα του• «παρά θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης». Αφτά τα κύματα, που ακούμε και σήμερα να δέρνουν το περιγιάλι, θα τόδερναν και τότες. Τάκουγε ο Όμηρος και στιχουργούσε.»
Του αποκρίνουμουν εγώ πάλε• — «Σιορ Κωστή, ο Όμηρος δεν έγραφε, γιατί δεν ήξερε να γράφη. Στον καιρό του αρφάβητο δεν είταν ακόμη. Δεν μπορούσε λοιπό να δώση αριθμούς στις ραψωδίες και να πη άρφα τη μια, βήτα την άλλη. Ο Όμηρος είταν αγράμματος άθρωπος• να τόχης για βέβαιο, Σιορ Κωστή, οι δασκάλοι μας σήμερα ξέρουν πολλά πιώτερα. Σιορ Κωστή, ένας Όμηρος δεν είταν• είταν πολλοί. Η Ελλάδα μας στάθηκε πλούσιος τόπος• ένας μόνος ποιητής δεν της έφτανε• έβγαζε πολλούς μαζί. Όλοι τους αφτοί οι ποιητάδες πήγαιναν από δω κι από κει σ' όλη την Ελλάδα• ο καθένας είχε να πη το δικό του• άλλος έλεγε για τα καράβια που μαζώχτηκαν τότες στην Τρωάδα• άλλος για τη βρισιά που πάτησε ο Αχιλλές του Αγαμέμνωνα• άλλος για το Διομήδη που είχε όλο μαζί δύναμη και μαργιολιά• άλλος πάλε τραγουδούσε για τον Πρίαμο το γέρο, που μοναχός του πρόβαλε τη νύχτα ίσια με την τέντα του Αχιλλέα, για να πάρη με κλάματα και με πόνους του γιούκα του το κορμί• άλλος ήξερε άλλα να πη για την Ελένη, που με μάτι ουράνιες χάρες γεμάτο, κοίταζε από πάνω από τα κάστρα το κακό που γίνουνταν κάτω• θάμπωνε τους γέρους η ομορφιά της. Αφτούς τους φτωχούς, τους πεινασμένους που περπατούσαν και τραγουδούσαν και ζητούσαν ένα κομμάτι κρέας για ανταμοιβή τους, τους λέμε ραψωδούς. Ποίηση και φαντασία δεν είχε τότες ένας άθρωπος μόνος• είχε όλος ο λαός κ' είταν πράμα μεγάλο, σε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, με μιας να βρεθούν τόσα και τέτοια κεφάλια. Να σε πω μάλιστα κ' ένα άλλο, Σιορ Κωστή, γιατί έχω και γω την ιδέα μου. Όχι μόνο δεν έκαμε ένας ποιητής την Ιλιάδα, αλλά μήτε έγινε στον ίδιο τόπο• βγήκε μέσα από πολλά χωριά. Ένα χωριό μάθαινε μια ραψωδία, κι από το πρώτο το χωριό την έπαιρνε κ' ένα άλλο. Το καθένα την έσιαζε, την ξανάφτειανε, έβαζε μέσα και τη γλώσσα του. Για τούτο βρίσκεις τόσους αντίθετους, τόσους αλλοιώτικους τύπους στην Ιλιάδα• είναι χαμός καιρού να κάθεται κανείς να γυρέβη την πρωτότυπη γλώσσα της Ιλιάδας και να νομίζη που αφτή η γλώσσα είτανε μια και μόνη, ή που είχε ποτές ενώτητα και γραμματική απλή. Μην τα πιστέβης αφτά. Οι ραψωδίες, Σιορ Κωστή, άλλο τίποτις δεν είταν παρά δημοτικά τραγούδια, σαν τα δικά μας, απ’ αφτά που συνάζεις η εβγενεία σου και που σημειώνω κάποτες και γω. Και στα τραγούδια μας μέσα θα βρης τύπους αντίθετους, αλλοιώτικα γραμματικά συστήματα. Σ' ένα παραμύθι που θα σε πούνε σ' ένα χιώτικο χωριό, ακούς άξαφνα έναν τύπο που τον έχουνε μόνο στη Μακεδονία ή στο Μωριά! Μαζί με τους αθρώπους τρέχουν και τα παραμύθια. Αποφάσισε αν μπορείς σε τι γλώσσα έγινε πρώτα το παραμύθι. Απ' αφτά τα διάφορα τα τραγούδια ίσως βγη πάλε, Κωστάκη μου, καμιά μέρα και κει που δεν το προσμένει κανείς, μια καινούρια Ιλιάδα. Μη νομίσης που θα την παινέσουν οι δασκάλοι• θα πουν πρόστυχους τους στίχους, καθώς θάλεγαν και τον Όμηρο πρόστυχο, αν και σε κείνα τα χρόνια ζούσαν οι δασκάλοι, γιατί κι ο Όμηρος, σαν που λες, είταν αγράμματος ποιητής του λαού. Κι αν ο Όμηρος δε μιλούσε τη γλώσσα του λαού, πώς θα μάθαινε απ’ όξω τον Όμηρο ο λαός; Για βάλε το λαό μας, Σιορ Κωστή, να μάθη απ' όξω τη Θεοδώρα και τον Ηράκλειο. Να διούμε θα μπορέση;»
Ο Σιορ Κωστής τσίτωνε ταφτιά του κι άκουγε με προσοχή. Ο Σιορ Κωστής είναι σπάνιος Γραικός και δε μοιάζει τους άλλους• έχει περιέργεια ο νους του κι όλο θέλει να μάθη• δε νομίζει πως τα ξέρει όλα. Όταν του μιλείς για τον Όμηρο, δε θαρρεί που του τα λες για να τον πειράξης και τάχατις για να τον προσβάλης. Βλέπει που αφτά τα ζητήματα έχουν ένα σκοπό μόνο, την επιστημονική αλήθεια. Με τέτοιο σύντροφο μ' αρέσει το ταξίδι. Κεντήσαμε τα μουλάρια και πήγαμε μπρος. Ο σκοπός μας είταν καμιά δεκαπενταριά μέρες να μείνουμε στο Πυργί. Ας παν άλλοι να σεργιανίσουν την Εβρώπη• ας πα να διούν όσοι θέλουν, την Ασία με ταπέραντά της τα κράτη, την Αφρική με τα λιοντάρια, με τους άμμους και τα νερά της. Εμένα μ' αρέσει το Πυργί• τρελλαίνουμαι για τους Πυργούσους• στο Πυργί ξανοίγει η καρδιά μου.
Χάρηκα, άμα που το είδα το Πυργί. Στο Πυργί κ' οι πέτρες γελούν. Ο Πυργούσης δε σκύφτει το κεφάλι• λεφτεριά και καλοσύνη βλέπεις στο πρόσωπό του. Αχάριστος δεν είναι κι όλο θυμάται το καλό. Είναι έξυπνος κι ό τι πης, αμέσως το καταλαβαίνει. Ο Πυργούσης σέβεται τα παλιά του τα έθιμα• μάλιστα περηφανέβεται που τα βαστά. Έχει δίκιο ο Πυργούσης• ποτές σου δεν πρέπει ναρνηθής μήτε τόνομα, μήτε τη θρησκεία μήτε τη γλώσσα του πατέρα σου.
Όταν μπήκα στο Πυργί, ήρθαν όλοι τους να μ' ανταμώσουν. Κόντεβε να βραδυάση και σα λουλούδι στον ουρανό λίγο λίγο ξάνοιγε το φεγγάρι κι άρχιζε να χρησίζη. Νόμισα πως έβλεπα μπροστά μου παραμύθι ζωντανό και που ζούσα και γω μέσα, όταν τους είδα μαζωμένους δεξιά και ζερβιά στους στενούτσικους δρόμους, ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια, τον καθένα με το δαδί στο χέρι, κάτασπρα ντυμένους να με χαιρετούν. Κάθουμουν απάνω στο μουλάρι και προχωρούσα σιγά κ' έδινα χεριές από δω, χεριές από κει και τα πρόσωπα γελούσαν και σα να δάκριζαν τα μάτια μου.
    Σαν μπέης, μπέης έρχεσαι, σαν μπέης κατεβαίνεις
    Σαν κυπαρίσσιν αψηλό μεσ' στο χωριό μας μπαίνεις.
Όχι, Πυργουσάκια μου, δεν είμαι μπέης κι ο Μαχμούτης το ξέρει• δεν είμαι κυπαρίσσι και μεγαλεία δε γυρέβω. Είμαι χωριατόπουλο σαν και σας και τα χωριάτικα μ’ αρέσουν. Η προφορά σας με γλυκοχαδέβει ταφτιά κι απορώ με τις φορεσιές σας. Ο Πυργούσης άλλο δεν ξέρει παρά την παλιά του τη φορεσιά. Άσπρα ρούχα φορούν οι άντροι, άσπρα ρούχα οι γυναίκες, άσπρα τα παιδιά. Πρέπει μάλιστα τις Πυργούσαινες να τις διής, τι χάρη που την έχουν, όταν αγάλια αγάλια, με χρόνο και με ρυθμό, σαν καράβι που κουνιέται και πάει, περνούν από κάτω από τις καμάρες, βγαίνουν από τις στενάδες μέσα, κι άξαφνα προβάλλουν όξω στη στράτα, για να πάνε στην πηγή, με το σταμνί στην πλάτη, με το μπράτσο ξεστρογγυλωμένο που βαστά το σταμνί, — όλες ασπροντυμένες, σα ζωντανές μαρμαροκολώνες που περπατούν, και φέγγουν απάνω στο γαλανό χρώμα τουρανού.
Παιδιά, σας έβαλα στην καρδιά μου! Ένα μάλιστα μ’ άρεσε στο Πυργί• ποτές δεν πάτησε Πυργούσης στο σκολειό. Για τούτο τους αγάπησα τόσο. Ένας Πυργούσης με μίλησε με πολλή γνώση• — « Τα γράμματα, λέει, τι θα τα κάμουμε; Αν είταν τουλάχιστο γράμματα που να μπορούσαν κάτι να μας χρησιμέψουνε, δε θάλεγα τίποτις• μα τα γράμματα που μαθαίνουμε, δεν έχουν κανένα νόημα για μας. Παίρνεις ένα χωριατόπουλο που μέρα νύχτα λέει τον πατέρα του Φέντη, που κλίνει ο φέντης μου και του φέντη μου• έρχεσαι του λόγου σου, καθίζεις το χωριατόπουλο στο σκολειό και του μαθαίνεις που πρέπει να κλίνη ο πατήρ, τω πατρί, ω πατερ. Το κάμνεις κι όλας να διαβάζη κάτι πατράσι, και πατέρε, που ποτές δε θα τα χρειαστή, στη ζωή του. Τον Ξενοφώντα με την αττική του δεν τον έχουμε ανάγκη• μας φτάνει να ξέρουμε τη γλώσσα μας. Αν έβαζαν τουλάχιστο το παιδί να κλίνη ο πατέρας, του πατέρα, τον πατέρα, μπορούσε κάτι να φεληθή το παιδί• έτσι θα μάθαινε να μιλή και μ' όλους τους άλλους Ρωμιούς, με τους ομογενείς σαν που τους λεν και θα καταλάβαινε που όλοι μας μαζί, μια γλώσσα έχουμε που μας ενώνει.
Εγώ, τσελεμπή μου, είμαι αγράμματος κι όσα σε λέω στα λέω με τα μικρά μου τα μυαλά. Έτσι με φαίνεται πιο σωστό. Έπειτα να σε πω την αλήθεια; Μας έπνιξαν τα γράμματα. Τα γράμματα είναι λούσσο. Έχει κανείς άλλα να συλλογιστή. Δε με λες, εσύ που γύρισες την Εβρώπη, τι χρειάζεται ένα έθνος για να γίνη μεγάλο και ξακουστό; Να στο πω σαν που το ξέρω και βλέπουμε α συφωνούμε. Ένα έθνος θέλει δυο πράματα για να μεγαλώση• θέλει μάθηση και στρατό. Τώρα σε παρακαλώ να με πης με τι τρόπο μπορεί ναποχτήση μάθηση και στρατό; Με τι παράδες θα πλερώση και το δασκάλο και το στρατιώτη; Με τους παράδες τους δικούς μου. Με του έμπορου τους παράδες, που μέρα νύχτα δουλέβει, με τους παράδες του χωριανού που ιδρώνει και σκάφτει τη γις. Είναι φρόνιμο λοιπό να κοιτάξουμε πρώτα να κερδίσουμε τους παράδες. Ο έμπορος κι ο χωριανός είναι τα πρώτα σου θεμέλια, κι αν έχεις στο νου σου να χτίσης παλάτι, απάνω στη πλάτη τους θα το χτίσης. Να μη σταβρώνουμε τα χέρια, νομίζοντας πως δεν ταιριάζει να κοπιάζουμε, πως τάχατις ξεπέφτουμε. Ξέρω που κάποτες μας περιφρονούν εμάς ή που βωλοσηκώνουμε ή που κάμνουμε τον έμπορο• κοντέβουν όλοι οι Γραικοί να γίνουνε δικηγόροι και γιατροί. Ως τόσο, το γιατρό και το δικηγόρο, εγώ είμαι πάλε που τους σπουδάζω.»
Να είχα χρήματα, Πυργούση μου, που τα λες τόσο καλά, με χρυσά γράμματα θα τύπωνα τα λόγια σου να τα μοιράσω στην Ελλάδα. Ας τα χαράξουμε στο νου μας, που δεν κοστίζει και παρά. Όλοι στο Πυργί τέτοιες ιδέες έχουν. Ένας μοναχά με χάλασε το κέφι• είταν ένα παιδί καμιά δεκαπενταριά χρονώ, φορούσε φράγκικα και πολεμούσε να μιλήση παστρικά. Μια μέρα περνούσα από το σπίτι του μπροστά• είταν ίσια η ώρα που έρχουνταν από το μάθημα το παιδί. Τάκουγα και φώναζε μέσα του πατέρα του• — «Δεν ντρέπεσαι για τη βάρβαρή σου τη γλώσσα• Βαρέθηκα το σπίτι που μιλούν τόσο πρόστυχα. Με κάμνει ντροπή να σ' ακούω. Δεν μπορώ πια να ζήσω στο χωριό. Έμαθα καλήτερα και θα γίνω δασκάλος.»
Ο πατέρας του ο καημένος δεν τολμούσε να πη λέξη κ' έμοιαζε σα ζεματισμένος. Τι να πη; ο γιος του ήξερε γράμματα και κείνος ο δύστυχος δεν ήξερε. Δε με φάνηκε παράξενο να μιλήση έτσι το παιδί• έπρεπε να τακούσουμε κι αφτό. Κάθε ασέβεια μάθαμε. Αφού μας έδειξαν που πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, είτανε συνέπεια να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που τη μιλεί. Είπα να με φέρουν το παιδί. Ήρθε χαρούμενο, κολακεμένο που το ζητούσε ένας καθηγητής. Όλα του τα ελληνικά με τάβγαλε στη μέση με μιας. Άμα τον είδα• — « Παιδί μου, του είπα, δε με λες, του πατέρα σου πώς του φωνάζεις, όταν είναι να του μιλήσης;»
— Πετιέται το παιδί και με κάμνει• — « Πάτερ!»
— « Μπα! και γιατί τάχατις δεν του λες πατέρα;»
— « Γιατί είναι λάθος.» — «Μπράβο, παιδί μου! Βλέπω που ξέρεις γράμματα. Θέλω και γω τώρα κάτι να με μάθης. Πώς κάμνει η γενική του ενικού και του πληθυντικού;» — «Πατρός, πατέρων.» — « Καλά! Δόσε με τώρα να καταλάβω γιατί έχει ένα η η ονομαστική, και γιατί δεν έχει η η γενική μήτε του ενικού μήτε του πληθυντικού; Για ποιο λόγο η γενική πατέρων τονίζει το ε, κι από πού βγήκε αφτό το εκαι γιατί δεν τόχει η γενική πατρός; Ξέρεις να με το ξηγήσης;» — «;;» (Το καημένο το παιδί δεν έβρισκε να πη γρυ). — « Πες με τώρα κι άλλο. Σαν ανώμαλο με φαίνεται αφτό το πατήρ• φοβούμαι μήπως είναι λάθος. Από που ξετρύπωσε το άρφα της δοτικής πληθυντικής πατράσι; Γιατί με μιας χάνεται το ε και πότε βλέπεις η, πότε α, πότε τονίζεται το ε και πότε δεν τονίζεται; Έχει το λόγο της η ονομαστική — αιτιατική του δυικού ή δεν έχει;» — Έχασκε το παιδί, σα να τα είχε χαμένα. — « Δεν το ξέρεις; Ας είναι! Θα ξέρης τουλάχιστο να με ξηγήσης την κλητική πατέρα. Πώς έγινε η ονομαστική πατέρας; Γιατί έχει το σ και το α; Για ποιο λόγο βαστιέται το α της ονομαστικής στην κλητική, στη γενική, στην αιτιατική; Είναι νόμος γενικός στη γλώσσα μας, ταρσενικά να κρατούν το α της ονομαστικής σ' όλο τον ενικό, ή είναι λάθος; Μ' άλλα λόγια, πρέπει να λέμε του πατέρα ή μπορούμε άξαφνα να το κάμουμε του πατέρε, του πατέρου, ή και του πατέρη, όπως τύχη; Μια κλητική πατέρο, νομίζω, θα είναι λάθος• η κλητικήπατέρα πρέπει λοιπό να είναι νόμος γενικός• αν είναι νόμος γενικός, λάθος δεν είναι, γιατί το λάθος κανόνα δε γνωρίζει• κι όπως το θέλεις το κάμνεις. — Άλλο τώρα• στον πληθυντικό γιατί δεν έχουμε α;γιατί στέκεται παντού ο τόνος στο ε; γιατί μοιάζει η ονομαστική με την αιτιατική; Ποιος είναι ο λόγος; Είναι με τάξη το πράμα ή δεν είναι;» — « Μα δε με τάμαθαν αφτά, με φωνάζει το παιδί απελπισμένο.» — « Δε στάμαθαν; Τότες να σωπαίνης. Για να λες ποιο είναι λάθος και ποιο δεν είναι, πρέπει πρώτα να ξέρης για τι μιλείς. Όποιος δεν είναι άξιος να σε πη μήτε πώς μορφώθηκε η ονομαστική πατήρ, μήτε πώς έγινε η ονομαστική πατέρας, δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα ναποφασίζη, ποιος είναι και ποιος δεν είναι ο κανονικός τύπος, γιατί πρώτα πρώτα δε νοιώθει ακόμη τι θα πη κανονικός τύπος. Δεν ταιριάζει και πολύ να μας διδάσκη τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε. Όσα λες είναι κούφια λόγια. Δεν είσαι σε θέση να κρίνης τι είναι λάθος και τι δεν είναι. Καλά θα κάμης ναφήσης τα πάιδιακήσια και πρώτος εσύ να μην τα συνορίζεσαι.»
Ας μη συνοριστούμε και μεις τα δασκαλεμένα τα παιδιά κι ας πάμε στη δουλειά μας! Για θυμηθήτε, Πυργουσάκια, Πυργούσοι και Πυργούσες, τι χρυσές κουβέντες που τις κάμναμε μαζί! Δεν έβγαζε λέξη το στόμα σας που να μην τη γράψω•
    Άης Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
    Βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Έτσι τόπαθα και γω, παιδιά. Πάντα με το χαρτί στο χέρι, κι όταν περπατούσα στους δρόμους κι όταν είχαμε βεγγέρα το βράδυ. Έρχουμουν από την Καισαρεία και γω, μακριά μακριά σαν τον Άη Βασίλη. Κ' έπρεπε νάρθω τόντις από μακριά μακριά για να σπουδάξω τη γλώσσα σας. Οι δασκάλοι μιλούν όλο για παιδεία, για επιστήμη κι ως τόσο ποιος δάσκαλος κατάλαβε που τέτοιες μελέτες θέλει σήμερα η επιστήμη κ' η γλωσσολογία, δηλαδής να κάμουμε ξεχωριστά μονογραφίες για τα χωριάτικα κάθε χωριού. Ένα μόνο καταλάβαμε για την ώρα, ετυμολογίες• « η χανούμισσα θα πη χάνω το νου μου κι από το orecchio έγινε το γροικώ.» Τέτοια πάμε και λέμε. Μας έπιασε κι άλλη μανία• συνάζουμε λέξες. Μα δεν ξέρουμε που για να συνάξουμε λέξες, για να κάμουμε μια και μόνη ετυμολογία, πρέπει πρώτα να μάθουμε ποιοι είναι οι φωνολογικοί, ποιοι οι μορφολογικοί κανόνες της γλώσσας που ετυμολογούμε στα στραβά. Να τεντώνουμε ταφτιά μας και νακούμε πώς προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες, να προσέχουμε πώς λεν εγώ και εσύ, καλημέρα και καλησπέρα. Έτσι θα μας φανερώση η γλώσσα τους θησαβρούς της.
Αχ! να μπορούσα! να είχα δύναμη, νου και ζωή! να είχα την τέχνη και τον τρόπο! Θάτρεχα παντού στην Ελλάδα• θα πήγαινα σ' όλα, σ' όλα τα χωριά ένα ένα. Με το σάκκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μάζωνα• θάρριχτα μέσα στο σάκκο κόλλες χαρτί• θάβαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα αφτιά νακούω! Σαν κρασάκι να πιω τα λόγια του χωρικού• να διώ πώς μιλούνε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τι ξεχωρίζει το ένα ιδίωμα από τάλλο, πόσα γλωσσικά κέντρα βρίσκουνται στην Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα χωριανή να γίνη κοινή σ' όλους, πώς ξαπλώνεται και διαδίδεται, πώς αλλάζει λίγο λίγο στην ψυχή μέσα και στο στόμα η αθρώπινη λαλιά. Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβη ο κόσμος τι αξίζουν και πόσο η σπουδή τους θα τιμήση την Ελλάδα. Αχ! να μπορούσα! Τόσα ζητήματα που σήμερα βασανίζουν τους σοφούς, εθνολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά ζητήματα, φτάνει να καταδεχτής νακούσης το χωρικό που σε μιλεί και βλέπεις την αλήθεια, και σ' έρχεται φως!
Οι λόγιοι σπουδάζουν τις γλώσσες, όσο τις βλέπουν τυπωμένες στο χαρτί και νομίζουν πως οι γλώσσες δεν έχουνε ύπαρξη παρά στο χαρτί. Αν άκουγαν τον Όμηρο να μιλή, δε θα πρόσεχαν τι λέει Τον έχουν τυπωμένο και μελετούν τους στίχους του. Πόσους άκουσα να με λεν — « Πώς θα γράφουμε τη δημοτική, αφού γραμματική δεν έχει;» Θαρρούν τάχατις πως είχε η αρχαία και που ο Πλάτωνας, κάθε φορά που πήγαινε να γράψη μια φράση, σκάλιζε στη γραμματική του να μάθη πώς έπρεπε να το γυρίση και ποιο τύπο να βάλη. Γραμματική νομίζουν πως είναι μόνο η γραμματική που τυπώνεται• όσο δεν είναι τυπωμένη, όσο δεν έγινε η γραμματική βιβλίο, σε λεν πως δεν υπάρχει. Φαντάζουνται με τα σωστά τους πως μπορεί να φανή μια γλώσσα στον κόσμο και που μπορεί να μιλιέται χωρίς νάχη τη γραμματική της, κι ας μην είναι η γραμματική τυπωμένη. Είναι το ίδιο σα να φαντάζουνταν πως μπορεί ένα σπίτι να στέκεται ίσιο δίχως θεμέλια. Βλέπεις πού κατάντησε το ζήτημα της γλώσσας• με τέτοιες παιδιακήσιες ιδέες έχεις να πολεμήσης. Τέτοια πρέπει να κοπανίζης, και θέλεις καλή πομονή για να μη βαρεθής και ταφήσης όλα στη μέση. Ο σκοπός της γραμματικής δεν είναι να φτειάνη γλώσσες μήτε να τις κανονίζη• είναι να βρη τον κρυφό τους κανονισμό, τους φυσικούς τους νόμους, νακούση πώς τις μιλεί ο λαός και να καταλάβη πώς τις έκαμε.
Ζωντανή γλώσσα είταν η αρχαία κι όχι ψώφια σαν την καθαρέβουσα. Σ' όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερα, είταν ένα πλήθος χωριά και το καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του. Το ένα χωριό συγκοινωνούσε με τάλλο κ' έτσι μορφώθηκε λίγο λίγο και βγήκε μια δωρική, μια ιωνική, μια αττική γλώσσα. Η αττική που ξέρουμε σήμερα δεν είταν ενός μόνου χωριού γλώσσα• είταν ανακατωμένη, κοινή γλώσσα, καμωμένη από τις διάφορες λέξες, από τους χίλιους τύπους που συνήθιζαν οι χωρικοί όλης της Αττικής. Στην αρχή κι αφτή η δωρική άλλο τίποτις δεν είταν παρά χωριανή γλώσσα, πρόστυχη, χυδαία, και στα χωριά τη μιλούσαν. Ελάτε δασκαλάκια στο Πυργί να το διήτε. Ελάτε να μάθουμε γλώσσα τι θα πη, να καταλάβουμε και πράματα πολλά της αρχαίας που δεν τα χωρεί ο νους μας, όσο τα βλέπουμε τυπωμένα. Κάθε μέρα πιάνουμε τη γραμματική και διαβάζουμε μέσα τον τύπο τιμάω—τιμώ, φιλέω—φιλώ. Τα λέμε συνηρημένα ρήματα, γιατί μας έμαθαν έτσι να τα λέμε. Δεν απορείτε όμως πώς μπόρεσε το φιλέω να καταντήση στο φιλώ; Δε σας φαίνεται παράξενο ένα τέτοιο πήδημα; Δε ρωτάτε τι έγινε ο τόνος, που πήγε το ε που τον είχε, και πώς είναι δυνατό να χαθή ένα φωνήεντο με τόνο; Η συναίρεση στο χαρτί έφκολα γίνεται• δεν έχει κανείς παρά να βάλη το φιλώ κοντά στο φιλέω, και να τραβήξη μια γραμμή για να ξεχωρίση τα γράμματα και για να το κάμη φιλέ—ω, ώ. Μα οι Έλληνες που είπαν αντίς φιλέω φιλώ, δεν τράβηξαν καμιά γραμμή• δεν έκαμαν τη συναίρεση απάνω στο χαρτί• έτσι τόφερνε η ζωντανή προφορά κ' η ζωντανή προφορά δεν έχει μήτε τυπογραφεία μήτε βιβλία. Πόσα έπρεπε πρώτα να πάθη το φιλέω για να γίνη φιλώ! Έπρεπε να χάση τον τόνο του το ε, να πάη ο τόνος στο ω, να καταντήση το ε πιο ψιλό, μόλις νακούγεται, κ' έτσι λίγο λίγο νακουστή μόνο το ω. Όσο βλέπουμε το φιλώ στα βιβλία, ένας τέτοιος τύπος δεν μπορεί παρά να μας φανή λάθος τρομαχτικό. Και τι αθρώποι είταν οι Έλληνες για να μιλούν έτσι, να χάφτουν τόνους και φωνήεντα; Ίσως, αν πάτε στο Πυργί, — και σ' άλλα χωριά, — θα διήτε πώς έγινε το πράμα. Ταρχαίο το φιλέω—ώ δε θα τακούσετε πια, μα θα βρήτε άλλα πολλά που του μοιάζουν και θα καταλάβετε με τι τρόπο αλλάζουν οι γλώσσες. Πηγαίνοντας από ένα χωριό σ' ένα άλλο, θαπαντήσετε στο καθένα την ίδια λέξη με μια άλλη προφορά• θα πάρη ταφτί σας τις πιο μικρές διαφορές που έχουν αναμεταξύ τους όλα αφτά τα χωριά, θακουλουθήσετε τάπειρα φωνολογικά στάδια ενός τύπου και θα βλέπετε την κάθε αλλαγή και τη σειρά αλάκαιρη. Σ' ένα χωριό θα λεν η ψυχή, σ' ένα άλλο ψυ'ή με δασεία αντίς χ, σ' ένα τρίτο ψυή χωρίς τη δασεία, σ' ένα τέταρτο ψυή με μισό άτονο υ, πάει να πη που μόλις θακούσετε το υ, και τότες μόνο βγαίνει ο γνωστός τύπος η ψή, που δε σε φέρνει πια καμιά δυσκολία. Με τον ίδιο τρόπο και σταρχαία τα χωριά, αν είχαμε ζήσει σε κείνα τα χρόνια, θακούγαμε κάπου φιλέω, κάπου φιλέώ, κάπου φιλεώ με μισά ε κ' έπειτα φιλώ. Σπουδάζουμε τη γραμματική, μα το νόημά της μας ξεφέβγει• προσέχουμε στα στοιχεία κι αμελούμε την αλήθεια• ανοίγουμε τα μάτια και στουμπώνουμε ταφτιά μας. Πια καλά θα καταλάβης και τη γραμματική της αρχαίας και τη γενική γραμματική αν ακούσης πώς μιλούν, παρά αν πιάσης βιβλίο να μελετήσης. Μια μέρα τα χωριάτικα θα γίνουν η πρώτη βάση της γλωσσολογικής επιστήμης. Φτάνει να τα συγκρίνης με ταρχαία κι αμέσως ζωντανέβει το βιβλίο που διαβάζεις μόνο με τα μάτια• θα σε φαίνεται τώρα που τακούς και σε μιλεί.
Δάσκαλε, δασκάλε, μην καταφρονήσης στη ζωή σου τη γλώσσα του χωριού• είναι η αρχή της σοφίας. Άκουσε κ' ένα άλλο, ναπορήσης• όσο κι αν κοπιάσης, όσο κι αν πάρης να διαβάσης Πλάτωνα και Ξενοφώντα, όσο κι αν καθαρίσης τη γλώσσα σου, να το ξέρης• ποτές δε θα το καταφέρης να μιλήσης αφτή τη γλώσσα που θέλεις, τόσο καθαρά, τόσο νόστιμα και τόσο κανονικά, όσο μιλεί την γλώσσα του ο χωριανός
Ελάτε δασκαλάκια στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αγέρα, με την ωραία τη φύση, θα ξανοίξη κι ο νους κ' η καρδιά σας. Όλα καλά στο χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ' όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω δυο πυργούσικους στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη•
    Γράμματα είν' τα λόια σου τσαι το Πυργκί σχολειό μου,
    Τσ εώ Πυργκούη θα εννώ, α το κάω ωργκιό μου.

ΙΗ'.

Αγάπη.
Έλα μαζί μου στο βουνό• μην κάθεσαι κάτω στη Χώρα. Εσένα διψώ, εσένα παντού τα μάτια μου σε γυρέβουν. Την αγάπη σου θέλω και για τίποτις άλλο στον κόσμο δε με μέλει. Γιατί μ' αφίνεις μοναχό; Δε θυμάσαι στην πατρίδα σου κάτω, στη λατρεμένη μας την πατρίδα, δε θυμάσαι τη θάλασσα, που κάθε μέρα σηκώνεται και τραβιέται, όπως τη σείρη το φεγγάρι; Όταν τραβιέται, πάει μίλια μίλια μακριά και το περιγιάλι απομνίσκει ολόξερο, γυμνό, σαν ορφανεμένο. Όταν πάλε σηκωθή, περεχύνει στα γεμάτα τον έρημο τον άμμο• χαίρεται το διψασμένο το χώμα και τα παράλια ζωντανέβουν. Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό• όσο δε σ' έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα.
Εσύ μόνη στον κόσμο ξέρεις να θρέφης στην καρδιά σου μεγάλες ελπίδες, στο νου σου ψηλούς λογισμούς. Το καλό, το σωστό και τωραίο, τα νοιώθεις δίχως να στα πουν. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρης, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Την αλήθεια γυρέβεις στον ουρανό και στη γις• αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. Κανενός όμως δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξέρεις η ίδια τι αξίζεις. Έχεις όλη τη χάρη τη γυναικήσια, έχεις την αφέλεια του παιδιού που δε γνωρίζει την ομορφιά του. Όλη σου η ζωή είναι μελέτη του καλού, είναι απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμογέλοιο και χαρά ταπεινή. Τα λόγια σου είναι γεμάτα γλύκα, φρόνηση και γνώση• με τον καλό σου, με το χαδεμένο σου τον τρόπο ξέρεις να πης του καθενός ένα λόγο. Όλο θέλεις αψηλά νάχουμε το νου μας, κ' η σοφία που κυβερνά τη ζωή σου μοιάζει σα λαμπάδα κρυμμένη που από μέσα φωτίζει σιγά κανένα άγαλμα χαριτωμένο.
Τι να σε πω που να σ' αξίζη; Τι τραγούδι να βρω που να σ' αρέση; Σαν το πουλί που τραβά ίσια με τα σύνεφα και στέκεται στον αγέρα με τα φτερά ανοιχτά, ανεβαίνουν οι λογισμοί σου και τον ουρανό με ξεσκεπάζουν. Τι θέλεις να κάμω για σένα; Η αγάπη σου με βάζει φτερά στην ψυχή. Για μια κόρη μοναδική σαν και σένα πρέπει να κάμη κανείς κανένα έργο μοναδικό. Τι βιβλίο, τι ποίημα να σε δώσω που να το χαρής; Θέλω κάτι να είμαι! Δε θέλω να φανώ μπροστά σου σαν τους άλλους. Σ' αγαπώ και στα μάτια σου μέσα, στα γαλανά σου τα μάτια προσπαθώ να διώ καμιά μέρα που κατάλαβες ώσπου μπόρεσε η αγάπη σου να με φέρη.
Τα γαλανά σου τα μάτια! Αχ! δεν πρέπει ποτές ο θάνατος να τα κλείση. Δε γίνεται με μιας να χαθή τόσο κάλλος. Ποτές δε φοβήθηκα τόσο το Χάρο, ποτές με τόση λύπη, με τόσο καημό δε συλλογίστηκα το θάνατο, όσο τώρα που κοιτάζω τα μάτια σου και λέω που μια μέρα ο Χάρος θα τα σφαλήξη. Στα μάτια σου φαίνεται όλη σου η ψυχή. Είναι βαθιά σαν τη θάλασσα, ήσυχα σα μια λίμνη, γλυκά σαν την αβγή. Τα βλέπω και μέσα τους βλέπω τον καθαρό σου το νου, την εβγένεια σου όλη, τα φρονήματά σου τα γενναία, τις ιδέες, τους λογισμούς σου, των ιδεών το σιγανό σου το φως. Είναι σαν αντηλιά της ζωής σου. Και τι; όταν τα σκεπάση αιώνια νύχτα, μαζί τους θα χαθή κ' η ζωή σου, κι ο κόσμος θα σε ξεχάση, άμα πια δεν τα διή; Αφού είδαν οι αθρώποι τόση χάρη, τόση καλοσύνη και τέτοια ψυχή, δε γίνεται να ξεχάσουν που φάνηκες μια μέρα μπροστά τους. Είναι χαρά για τη γις, όταν το πόδι σου την πατεί, χαρά για τον κόσμο όταν έρχεσαι και σε βλέπει που προβαίνεις. Εσένα σε χαίρεται η φύση• σε θωρεί, και το πλάσμα της καμαρώνει. Θέλεις ο κόσμος να φανή αχάριστος και να μη σε θυμηθή; Η μνήμη σου πρέπει να μείνη παντοτινή. Αχ! κάμε να βρω για σένα αθάνατα λόγια, κάμε να σε δώσω αθάνατη ζωή.
Ξέρω τι θα με πης, εσύ που ποτές δε φρόντισες για τον εμαφτό σου. — « Τι θα την κάμουμε τη δόξα; Να ζήσουμε στη μνήμη των αθρώπων ή να μη ζήσουμε, τι μας μέλει; Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ' αγαπώ και μ' αγαπάς. Μην το πιστέψης, φως μου, ποτές, που για την αγάπη την πολλή η ζωή μας είναι λίγη, που για να μάθουμε τι θα πη εφτυχία, δε μας φτάνουν τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο ναγαπήσης, έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε, μήπως δεν τις ξέρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; Άμα με λες που μ' αγαπάς, με φαίνεται αθάνατη η ζωή. Και τι πειράζει να ξέρουμε μέσα στο νου μας που ο Χάρος μια μέρα θα μας θερίση, αφού την ώρα που με το λες, νοιώθω μέσα στην καρδιά μου που είναι απέραντη η αγάπη;»
Αχ! δεν ξέρεις εσύ, που χαίρεσαι τα λαμπρά σου τα νιάτα, τα πικρά βάσανα που μας βασανίζουν. Όταν περπατούμε στους κάμπους κ' οι δυο μας μαζί, δεν είμαστε μονάχοι. Μια συντρόφισσα μάς ακουλουθεί και μόλις μπορείς το βήμα της νακούσης. Είναι η καθημερνή συντρόφισσα της ζωής, η μελαχολία, που όλο στο πλάγι μας βαδίζει. Εκείνη μας κάμνει να καταλάβουμε πρώτα πρώτα τη ζωή, να γνωρίσουμε τον εμαφτό μας. Εκείνη μας δείχτει που τίποτις δεν είμαστε στον κόσμο. Εκείνη ποτίζει φαρμάκι τις χαρές μας. Πόσες φορές άκουσαν οι ποιητάδες τα λόγια που τους λέει! Σιγά σιγά ψιθυρίζει σταφτιά τους, με μια φωνή που μοιάζει δάκρια γεμάτη, παράπονα λυπητερά. Ένας μάλιστα μας τα είπε μια μέρα που πήγαινε με την αγάπη του μαζί• του κάκου χαίρουνταν η καρδιά του• κρυφά κρυφά η Μελαχολία του μιλούσε•
— « Το χώμα που σήμερα πατείτε, άλλος άβριο θα το πατήση• άλλο ταίρι αγαπημένο, σαν και σας αγκαλιαστά, θα περάση από κάτω από τον ίσκιο του πλάτανου που σας σκεπάζει. Τα δέντρα που στέκουνται γύρω γύρω, τα λουλούδια που σκύφτουν το κεφαλάκι τους να σας χαιρετήσουν, το χόρτο που χαίρεται να σας βλέπη κι ο αγέρας αφτός που γλυκαναστενάζει στα κλαδιά, θακούσουν άλλο στόμα να λέη και θα διούν άλλη γυναίκα νακούη τις ίδιες λέξες της αγάπης που λέτε σήμερα και σεις. Και σε κείνους η φύση θα κάμη τα ίδια χάδια που σας έκαμε. Οι βρύσες θα ξαναπούν το τρέμουλό τους το τραγούδι, θα κελαδήσουν τα πουλιά με την ίδια χάρη• ο άνεμος θα χαδέψη τα μαλλιά τους• η πρασινάδα του κάμπου δε θαλλάξη. Μόνοι σας εσείς οι δυο, ώςπου να πάτε στην άλλη άκρη της πεδιάδας, θα βρήτε το Χάρο που σας προσμένει κι ο κόσμος θα σας ξεχάση• μήτε θα ξέρη το χόρτο αν είχετε μια μέρα και σεις αγάπη στην καρδιά σας.»
Αχ! άσπλαχνη φύση που δεν αλλάζεις! Δεν μπορούμε τάχατις μια μέρα να γίνουμε σαν και σένα; Αφού είναι αιώνιος ο ουρανός σου, αφού είναι η πρασινάδα σου παντοτινή, άραγες δεν είναι δυνατό, εμείς που καταλάβαμε στα γεμάτα την ομορφιά σου, δεν είναι δυνατό να πάρουμε τίποτις από σένα, να βάλουμε λίγο γαλάζι τουρανού σου στην ψυχή μας, να κρύψουμε λίγη πρασινάδα του κάμπου στην καρδιά μας, να κλέψουμε, να φυλάξουμε μέσα μας τίποτις δικό σου, που να μας μείνη για πάντα και να είναι αθάνατο σαν και σένα; Είναι αλήθεια που θα μας ξεχάσης; Δε φοβάσαι οι πεθαμμένοι να δακρίσουν εκεί κάτω στον τάφο και να πουν — « Τώρα που μας κάλυψε το χώμα, γιατί δε μας θυμάσαι πια; Δείξε μας, μόνο μια στιγμή, που λυπάσαι τους πεθαμμένους. Δε σε λέμε να μας κλάψης• λίγο να κιτρινίση το χόρτο στην πέτρα που μας κρατεί, και μας φτάνει. Ρίξε μάννα, κάτω στο μνήμα μια ματιά στα παιδιά σου, για να μην είναι παραπονεμένα• κοίταξε λίγο τους πεθαμμένους, για να φυτρώσουν, καθώς φυτρώνουν τα λουλούδια απάνω στη γις που τους σκεπάζει, γλυκοί λογισμοί στην καρδιά τους.»
Ο Χάρος είναι παντού• σ' όλα μέσα κάθεται κρυμμένος κι όλα λίγο λίγο τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση, εκείνος την έχει και την κυβερνά. Το Χάρο θα βρης μέσα και στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει και στάστρο που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να σκοτινιάση. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. Πώς θα γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφίνει που σιγά σιγά να μην το σπρώξη στον τάφο; Όλα παίρνουν το δρόμο που τα παγαίνει. Ό τι έχει ζωή, την έχει μόνο και μόνο για να τη δώση μια μέρα στο Χάρο• α δεν είταν ο Χάρος, δε θάβλεπες πράμα στον κόσμο ζωντανό• α δεν είτανε γραφτό να πεθάνουμε, μήτε θα γεννιούμαστε! Η φύση αλάκαιρη, ο κόσμος με τα χίλια φαινόμενά του, είναι σαν τα στάχια που κάθε ώρα τα βλέπεις και γίνουνται πιο ώριμα με τον ήλιο• ο ήλιος είναι η ζωή κι ως τόσο όλα προσμένουν ο Χάρος να τα θερίση.
Πού θα καταντήσουμε; πού πάμε; Δε μας τόμαθε κανείς. Από το βουνό που κάθουμαι βλέπω κάτω κάτω στη θάλασσα ένα καράβι που περνά με φουσκωμένα παννιά. Ρώτα τους ταξιδιώτες πού παν και θα στο πούνε στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Σμύρνη ή στην Εβρώπη. Ξέρει κάθε διαβάτης για πού είναι. Ρώτηξε όμως του κόσμου τους διαβάτες που τρέχουν, πού πάει του καθενός η ζωή, πού πάει ο άθρωπος απάνω στη γις κ' η γις πού πάει μέσα στον ουρανό; Πού παν τάστρα που φέγγουν κάθε νύχτα; Ποιος δαίμονας, καλός ή κακός, κυβερνά τους πλανήτες που κάμνουν τον ίδιο γύρο κάθε χρόνο; Ποιος είναι ο σκοπός τους; θα σταθούν ή πάντα θα τρέχουν; Όλος αφτός ο απέραντος κόσμος πότε και πώς θα τελειώση; Σε τέτοιο ρώτημα ψυχή δε θαπαντήση. Δεν ξέρουμε μήτε πού πάμε μήτε ποιος μας έκαμε μήτε γιατί μας έκαμε. Μας έκαμε για το Χάρο. Αφτό βλέπουμε μόνο κι ώςπου να το διούμε, ο θάνατος μας τραβά.
Του κάκου ο πόνος κι ο κόπος, ο ίδρος κ' η παντοτινή δουλειά. Τι θα μας χρησιμέψη; Ό τι γεννήθηκε πρέπει να πεθάνη. Ό τι άρχισε μια μέρα πρέπει μια μέρα να τελειώση. Θα χαλάση κ' η γις αφτή που σήμερα μας σηκώνει. Ο πλανήτης μας πάντα δεν είταν αιώνιος λοιπό δε θα μείνη• θάρθη η ώρα του και κεινού. Έτσι θα χαθούμε και μεις. Τι το λοιπό; μήπως δεν είναι το ίδιο να πεθάνουμε σήμερα ή να μας πάρη ο θάνατος μόνο σε πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια; Φαντάσου που τάζησες, αγάπη μου, τα τόσα χρόνια, κι αφού τάζησες που τέλος έφταξε η ώρα που πρέπει και συ να καταστραφής κ' η γις που πατείς κι ο ήλιος ο λαμπρός που σε φωτίζει. Σε κείνη την ώρα, εσύ που έζησες τόσους αιώνες κ' ένας που σήμερα πεθνίσκει, θάχετε την ίδια τύχη• όσο ζγιάζεις εσύ, θα ζγιάζη και κείνος. Την αιωνιότητα πού θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη δώση; Ποιος θα σε χαρίση αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουν τα γαλανά σου τα μάτια να γλυτώσουν από το μάβρο το Χάρο; Αφού όλα χάνουνται και περνούν, πώς θα μείνη η μνήμη σου για πάντα; Είναι αδύνατο να μείνη και του κάκου το θέλω! Θάνατο βλέπω παντού, και να πάλε, σαν το φυτό που βγαίνει κρυφά κάτω στον πάτο της λίμνης κι ανεβαίνει, να που ξεφυτρώνει στην καρδιά μου η πικρή, η αγαπημένη, η γλυκειά μελαχολία που έμαθα κάτω στη Δύση• να που πάλε μέσα μου νοιώθω τον καημό που υψώνει το νου κι όμως καίει την ψυχή. Κοιτάζω το καράβι που τρέχει στα κύματα και λέω• — «Καράβι του κόσμου που τρέχεις μέσα στον ουρανό, στο θάνατο πας.»
Έλα, έλα κοντά μου, γιατί βλέπεις πόσο τυραννιέται η ψυχή μου όσο δε σ' έχω. Λύπες εδώ δεν ταιριάζουν• είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ μόλις αρχίζει να φαίνεται η ζωή. Νέος ο λαός, νέες οι ελπίδες. Δεν είναι καιρός για τους καημούς και τα βάσανα του λογισμού. Ο καθένας γυρέβει δουλειά και θέλει να δείξη ενέργεια. Το παλληκάρι που ζώννει το σπαθί του, που παίρνει το τουφέκι στον ώμο και βάζει το φέσι του στραβά, δεν κάθεται στο βουνό να δέρνεται και να κλαίη που είναι λίγη η ζωή. Πολλά δε συλλογιέται. Φτάνει νακούση το τουφέκι και χαίρεται τη ζωή. Αφτά τα ξέρεις εσύ• εσύ ξέρεις και πιο σωστά, πιο ήσυχα, πιο ψηλά να κρίνης και να μιλής για τα πράματα του κόσμου. Τεντώνω ταφτιά μου και σ' ακούω• απάνω στο βουνό μ’ έρχεται η ουράνια, η χαριτωμένη σου η φωνή• σε θυμούμαι και με φαίνεται πως τέτοια λόγια με λες•
— « Ο άθρωπος δεν πεθαίνει• τάτομα μόνα πεθνίσκουν. Οι αθρώποι χάνουνται και παν• άλλοι παίρνουν τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που πέφτουν κι άλλα πάλε την άνοιξη βλασταίνουν, έτσι πάμε και μεις• το δέντρο όμως στέκεται πάντα και το γένος μας δεν περνά. Οι πατέρες μας, που τώρα κείτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμμένοι• μας έδωσαν πρι να φύγουν τη ζωή τους• εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει• θάρθουν άλλοι κατόπι που θα πάρουν, που θα βαστάξουν και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε μεις. Από τον ένα στον άλλο τρέχει του αθρώπου η ψυχή και μεταβαίνει. Με την ίδια καρδιά, με τον ίδιο πόθο που αγαπήσαμε μια μέρα, θαγαπήσουν και τα παιδιά μας. Εμείς βάλαμε στο στήθος τους μέσα τον πόθο που τα κάμνει και ζουν• ο πόθος τους είναι ο δικός μας ο πόθος. Έτσι κ' η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου με λέει• σ' αγαπώ, δεν το λες εσύ• το λένε μέσα σου χίλιες γενεές που σ' έμαθαν την αγάπη. Όταν το πουν τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε.
Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Τάστρα τουρανού είναι σαν τα λουλούδια• ο ουρανός είναι το μεγάλο το περιβόλι! Φυτρώνουν και ξανοίγουν τα λουλούδια, ύστερα μαραίνουνται και παν. Οι πλανήτες μπορεί να χάσουν το φως και τη θωριά τους• αδιάφορο είναι! Άλλα λουλούδια θα ξανοίξουν, άλλα αστέρια θα φέξουν το περιβόλι δεν αλλάζει• στέκεται πάντα και δε χαλνά. Η γις μας και κείνη άλλο δεν είναι παρά άτομο στον κόσμο, σαν τους αθρώπους στη γις. Μπορεί να τελειώση και να σβήση• μπορεί καμιά μέρα να μην της μείνη ζωή. Η ζωή αλλού πάλε θα ξαναρχίση, σ' άλλους πλανήτες, σ' άλλη, γις, — και πάντα, μέσα σταπέραντο, το αιώνιο το περιβόλι, κάπου σε κάποιο πλανήτη θα πρασινίζουν οι κάμποι, θάχουν τα δέντρα πανηγύρι, θα τραγουδούν τα στάχια όταν ο άνεμος τα χαδέβει, θανατέλνουν τα ρόδα με τον ήλιο, θα τρέμη και θαγαπά η καρδιά του αθρώπου.
Το βάσανο που σε βασανίζει καίει ολωνών την ψυχή• ο καημός σου είναι ο παντοτινός μας ο καημός. Δεν κλαις για τα γαλανά μου τα μάτια• την τύχη του κόσμου λυπάσαι. Μην τη λυπάσαι• μην ακούς τι λεν οι άλλοι και μη βλέπης τι γράφουν• τάτομό τους μόνο προσέχουν και δε συλλογιούνται τον απέραντο κόσμο. Εσύ να κρίνης με το δικό σου το νου και να νοιώθης με την καρδιά τη δική σου. Ο Χάρος, λες, είναι παντού κι όλα τα τρώει λίγο λίγο. Ξέχασες την αγάπη! Η αγάπη είναι παντού• όπου είναι ο Χάρος, μαζί του, στο πλάγι του, κοντά του, μέσα του θα βρης την αγάπη. Ό τι χαλάση ο Χάρος, η αγάπη το διορθώνει, κι ό τι ξεκάμη, τα ξαναφτειάνει. Όλα τα τραβά λίγο λίγο απάνω στο φως, τα σηκώνει και τα φέρνει στα λαμπρά παράλια της ζωής. Ό τι πεθάνη, η αγάπη θα ταναστήση• αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο θάνατος έχει μέσα του ζωή, σαν τα θερισμένα τα στάχια που μας θρέφουν, ώςπου να θρέψουμε το χώμα και μεις κι άλλα στάχια να φυτρώσουν. Α δεν είταν πεπρωμένο όλα να ξαναζήσουν, πούπετις δε θάβλεπες το Χάρο, και για να πεθάνουν οι άλλοι πρέπει πρώτα εμείς να γεννηθούμε. Χωρίς την αγάπη μήτε θα φαίνουνταν ο Χάρος• ζη και κείνος χάρη στην αγάπη, γιατί ό τι δεν άρχισε δεν μπορεί και να τελειώση. Η αγάπη κι ο Χάρος μαζί πολεμούν. Η αγάπη πάντα θα νικήση, σαν που νίκησε ίσια με τώρα• δεν μπορεί τίποτις να μην υπάρχη• πάντα πρέπει κάτι να είναι, κι ό τι είναι, στην αγάπη το χρωστούμε. Εκείνη βάζει πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει• εκείνη στολίζει κάθε χρόνο τα κλαδιά• εκείνη ανάφτει άστρα καινούρια, για ένα άστρο που θα σβήση. Φτειάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού φυσά, παντού περεχιέται• σαν τον αρχαίο τον Έρο, τον Ουρανό βαστά στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη φύση.
Τους ζωντανούς με τους πεθαμμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας ενώση με τους καινούριους πλανήτες, αν τύχη ο δικός μας να χαλάση. Τίποτις δε χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα σε δίνω είναι αιώνιο φιλί. Όπου βρεθούν αθρώποι, όπου αγαπήσουν, τον πόθο μας, την αγάπη μας μέσα τους θάχουν, κ' έτσι στην ψυχή τους μέσα θα σωθή, αιώνια θα μείνη κ' η ψυχή μας. Ένας είναι ο τρόπος της αγάπης και το καρδιοχτύπι είναι το ίδιο παντού• όπου τρέμει αθρώπου καρδιά, ολωνώ μας η καρδιά τρέμει. Ένας παλμός στο στήθος μας μέσα γίνεται με τους χίλιους παλμούς της αθρωπότητας όλης• ο καθένας μας μέσα του θρέφει μια σπίθα παρμένη από το παγκόσμιο κέντρο, που κέντρο δεν έχει και που σκορπίζει, που μοιράζει τις αχτίδες του σ' ό τι ζη. Η φωτιά παντού καίει• τάστρο γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα που άναψε όλα τάστρα κ' έχει μέσα του ό τι έχουν και κείνα. Αφού όλος μας ο ουρανός είναι καμωμένος με την ίδια ζωή, αφού είναι η ίδια ύλη παντού, παντού θα είναι κ' η ίδια ψυχή. Όλα, στην αιώνια φύση, βαστιούνται σφιχτά ανάμεσά τους• μια και μόνη αρχή, ένα νόμο έχουν όλα. Όλα, όλα είναι ένα. Όπως νοιώθουν τα παιδιά που στα στήθια τους οι προγόνοι τους ζουν, έτσι και στου κόσμου τη ζωή που δεν τελειώνει, τάστρα που θα λάμπουν, αφού χαθούμε, μέσα τους θάχουν τη φλόγα και την πνοή άλλων άστρων που έζησαν πρώτα. Μέσα σε κείνη τη φλόγα θα βρεθή κ' η καρδιά μας• μέσα σε κείνη την πνοή θα βρεθή κ' η πνοή μας. Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζη στους απέραντους κάμπους τουρανού, σ' όποιο πλανήτη κι αν τύχη να γεννηθή• όλο αλλάζει, όλο προδέβει και πάει, κι ως τόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια καρδιά αγαπά.»

ΙΘ'.

Κατάρα.
Ο άθρωπος αλλάζει κι ο κόσμος αιώνια μεταμορφώνεται. Ξεχάσαμε όμως να πούμε που ο δάσκαλος δεν αλλάζει ποτές. Έχει κι αφτό το λόγο του• μπορεί ο δάσκαλος να μην είναι άθρωπος. Ο δάσκαλος λέει που η γλώσσα του δεν άλλαξε• το πιστέβω και γω, γιατί κ' η ανοησία στον κόσμο είναι πάντοτες η ίδια.
Όσο για την αγάπη που έχω στους δασκάλους, και κείνη ποτές δε θαλλάξη. Μην το ξεχάσης, πουλάκι μου που με μιλούσες τόσο νόστιμα, τόσο φρόνιμα στη Χώρα και γω σ' άκουγα στο Πυργί. Άλλη φορά το βάζεις κι αφτό μέσα στα λόγια που θα με πης. Καιρός τώρα ναφήσουμε πια και το Πυργί και τους δασκάλους, γιατί δε θυμούμαι κανένας δάσκαλος να μίλησε ποτές για την αγάπη μήτε να πάτησε στο Πυργί.
Την κατάρα μου νάχη το χωριό, το πρώτο χωριό που απαντήσαμε πηγαίνοντας στα Μεστά. Άμα βγήκαμε όξω από το Πυργί, μόλις κάμαμε με το Σιορ Κωστή πενήντα βήματα δρόμο, κι ακούσαμε κρότο φοβερό που μας ξέσκιζε ταφτιά. Είταν κάτι φωνές που ανέβαιναν ίσια με τον ουρανό και δόντια που έτριζαν έτριζαν, έλεγες θα σπάσουν. Όταν μπήκαμε στο χωριό που λέω, κατάλαβα τι είταν το κακό• είταν οι κάτοικοι που μάλλωναν αναμεταξύ τους και τσάκιζαν τζίκουδα όλη μέρα. Καβγάδες και φαγί, τόσο ξέρουν οι αθρώποι σε κείνο το χωριό. Δε θα πω τόνομά του• τόνομά του από το στόμα μου δεν το βγάζω. Την κατάρα μου νάχη! Η μνήμη του να χαθή. Να πέση κάτω στον γκρεμνό ή στη θάλασσα να βουλήξη. Γραικικό χωριό δεν είναι• δε σέβεται τον ξένο. Κι ο θεός να μην το λυπηθή. Να σβήσουμε τόνομά του από το χάρτη της Χιος, γιατί λερώνει τα χάρτη. Αχ! να είταν εδώ ο αδερφός μου ο Γιάννης! Μαζί κ' οι δυο μας θα χαλνούσαμε το χωριό, θα ρίχταμε κάτω τους πύργους, θα γκρεμνούσαμε τα σπίτια. Είναι μέσα κακούργοι, κλέφτηδες και ψέφτες• γλυκογελούν όσο τους μιλείς, και σε γελούν, άμα μπορέσουν. Έχουνε μέλι στο στόμα και φαρμάκι στην καρδιά. Το χώμα τους, στη ζωή του άθρωπος να μην το πατήση• ξένο σκυλί στο χωριό τους να μην πάη.
Τα κορίτσια τους αγάπη να μη χαρούν• άντρα να μη βρουν. Τα μάτια τους να μη δακρίζουν κι ο πόνος μέσα να πνίγη την καρδιά τους. Να ξεραθούν τα νιάτα τους, πρι να κατεβούν κάτω στον τάφο που θα σαπίσουν τα κορμιά τους. Να μη διούν οι πατέρες των παιδιών τους το χαμογέλοιο, αφού βρίζει η κόρη τη μάννα, όταν τη βλέπει και μιλεί με τον ξένο. Να μη χαρούν οι μαννάδες τα μωρά τους, να μην ακούσουν τη φωνή τους στην κούνια, αφού μαθαίνουν τα κορίτσια τους απάτη και ψεφτιά. Η γλώσσα τους να στέκεται στο στόμα και να μη σαλέβη — ή κάλλια να σαλέβη και να μην μπορή να βγάλη λέξη. Καβγά να γυρέβουν και να μη βρίσκουν ο ένας ταλλουνού• να θέλη να πη βρισιές και να μην μπορή. Βουβοί να γεννιούνται. Με τα χέρια, με τα μάτια, με τα ποδάρια να πολεμά ο ένας να καταλάβη τον άλλο κι όλα στραβά να τα πέρνουν, κρασί να ζητούν και ξύδι να τους ποτίζουν, αγάπη να διψούν και μίσος να πίνουν. Οι γυναίκες να προσπαθούν του κάκου να μαλλώνουν τα παιδιά τους, τα παιδιά τους πατέρες, οι πατέρες τις μαννάδες• να τρώγουνται, να δέρνουνται, να χτυπιούνται, τα κόκκαλά τους να βγάζουν — και τσίκουδο να μη φαν.

Κ'.

Τα παλληκάρια στο περιγιάλι.
Εμείς οι Γραικοί μαλλώνουμε συχνά μεταξύ μας. Μάλιστα στη Χιο είναι πατροπαράδοτο, αντίς να πολεμούν τον Τούρκο, να πιάνουνται οι Γραικοί ο ένας με τον άλλο. Για τούτο θύμωσα και γω και τόβαλα στο βιβλίο μου. Αγάπη και μίσος ζουν πλάγι πλάγι στην καρδιά μας. Με την ίδια δύναμη μισούμε κι αγαπούμε, και κάποτες από τη μια ώρα στην άλλη αγαπούμε ή μισούμε. Εμείς οι Γραικοί έχουμε κ' ένα άλλο• ξέρουμε τι μας λείπει και κάμνουμε πως δεν το βλέπουμε. Τα λαττώματά μας τα γνωρίζουμε, μα θέλουμε να τα βαστούμε κρυφά• δε μας αρέσει να τα λέμε. Για τούτο και γω δεν είπα τόνομα του αφιλόξενου του χωριού. Μπορεί πάλε να ταδίκησα• εμάς τους Γραικούς μας τυχαίνει και τούτο• όταν κορώση το κεφάλι μας, όταν κανείς μας πειράξη, τέλειωσε, πάει! Όλα τα κακά τα ρίχτουμε στο συχαμένο, τον καταραμένο που μας χάλασε το κέφι. Έφκολα το παρακάμνουμε. Έτσι τόπαθα τώρα. Αμέσως είπα στο νου μου που τίποτις καλό δε βρίσκεται στο κακορίζικο το χωριό που μ’ έκαμε να θυμώσω. Κι ως τόσο ίσια ίσια σ' αφτό το χωριό απάντησα έναν περίεργο γέρο.
Είταν ο πρώτος του χωριού, ο προύχοντας, ο προεστός, σαν που λεν εκεί, ένας από τους αρχόντους, γιατί τέτοιο όνομα έβγαλαν τους πλούσιους. Μια μέρα με πήγε σε μια γριά κ' έβαζε τα δυνατά του για να την κάμη να με μιλήση και να με πη κανένα παραμύθι. Τραβιούνταν η γριά και δεν ήθελε. Άρχισε τότες ο γέρος να της λέη τι ζητούσα, για ποιο σκοπό είχα κάμει τόσο μεγάλο ταξίδι, και που γύρεβα να μάθω την προφορά κάθε χωριού, να συγκρίνω τη μια χώρα με την άλλη, να διώ πώς μεταμορφώνεται η γλώσσα μας και πώς έγινε, πώς άρχισαν οι αθρώποι να μιλούν πρώτα μέσα στα μικρά τα χωριά, και πώς από τα πρόστυχα τα χωριά βγήκε λίγο λίγο, προχώρησε και σκορπίστηκε σ' όλη τη γις η αθρώπινη γλώσσα.
Ο αγράμματος αφτός ο χωρικός, που στα νιάτα του μόλις είχε κάμει πέντε έξη μήνες στο σκολειό, αν και μεγάλωνε τα πράματα με τη φαντασία του, τα ξηγούσε όμως με τόση ρητορική, με τόσο σωστά και παστρικά λόγια, που κατάλαβα και γω για πρώτη φορά γιατί βγήκα στο ταξίδι. Άμποτες να το καταλάβαινα σαν και κείνονα! Τα λόγια του γέρου μ' έδειχταν τόντις με τι τρόπο έπρεπε κανείς να πιάση τη δουλειά και να σπουδάξη γλώσσα. Είχα λάθος να νομίζω που ήξερα γράμματα• μ’ έπιασε απελπισία, γιατί έβλεπα που δε θα το κατορθώσω στη ζωή μου να μιλήσω τόσο καλά. Πού τάμαθε; από πού τα πήρε; πού τα φαντάστηκε; Μόλις είχα προφτάξει να του πω ένα λόγο κι αμέσως τον άρπαξε ο νους του! Ο καημένος ο γέρος! Ένα παράπονο είχε• — «Δεν μπορώ, μ' έλεγε, να διαβάσω τίποτις απ’ όσα σήμερα γράφουν. Τις φημερίδες δεν τις καταλαβαίνω κ’ έτσι δεν ξέρω και τι γίνεται στον κόσμο. Ας μας κάμουν και μας ένα βιβλίο, που να νοιώθουμε λίγο τι λέει!»
Στα Μεστά πάλε έκαμα φίλο έναν άλλο γλωσσολόγο, το Μιχάλη. Μ' έβλεπε να γράφω κι όλο να σημειώνω λέξες. Μ' είπε και κείνος μια λέξη κι αμέσως έτρεξε να διή με τι τρόπο την έγραφα. — «Άδικα, λέει, χάνεις τον κόπο σου• η δουλειά σου δεν αξίζει• γράφεις τη λέξη που σ' είπα, με γραικικά γράμματα και δε βγαίνει τίποτις. Δεν μπορείς να πάρης καλά την προφορά, αφού ίσια ίσια σε λέω γράμματα που δεν τάχει ταρφάβητό μας.» Ο Μιχάλης κι όλοι οι Μεστούσοι, αντίς απλό σ, έχουν ένα σ, σαν το sch το γερμανικό• και το λεν κάθε φορά που το σ είναι αρχικό κ' έρχεται κατόπι ε ή ι, ή που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο φωνήεντα, φτάνει το δέφτερο φωνήεντο να είναι ε ή ι• στις λέξες που η κοινή βάζει σ και λέει σήμερα ή ασήμι, βάζουν εκείνοι αφτό το sch γιατί λέγοντας το σ στρογγυλώνουν το στόμα και πάει ναγγίξη η γλώσσα τους τον ουρανίσκο, αντίς να στέκεται ίσια, με τρόπο που το σ τους είναι υγρό, όχι ξερό σαν το δικό μας• έτσι και το ν, μ, λ, ζ στα μεστούσικα (άλλου και το τ) βρέχουνται με το ίδιο σύστημα στον ουρανίσκο, μπροστά σε ε ή ι. Ο Μιχάλης ήθελε λοιπό να με πη που αν το σιορ το γράψω με σ δικό μας, τίποτις δεν κατώρθωσα. Ησύχασα τον καλό το Μιχάλη• του έδειξα που είταν τρόπος να σημειώνη κανείς ό τι θέλει με κάτι σημεία ξεχωριστά, βάζοντας ή περισπωμένη στο σ, λ, ν, ή μια τελεία απάνω στα γράμματα που δεν έχουν τη συνηθισμένη προφορά. Του άρεσε πολύ η ιδέα και με ζήτηξε να του μάθω τον τρόπο. Του τον έμαθα όσο μπόρεσα, για να μην τον πειράξω λέγοντας όχι. Συλλογιούμουν και γω μέσα μου σαν το Μιχάλη• — « Άδικα χάνω τον κόπο μου.» Αφού πέρασαν οχτώ μέρες, χωρίς να πη τίποτις, μ' έφερε ο Μιχάλης ένα χαρτί γεμάτο λέξες σημειωμένες με τα γράμματα που του είχα δείξει και πολύ καλά σημειωμένες.
Ο Μιχάλης από το χωριό του δεν είχε βγη στη ζωή του• ήξερε μόνο να διαβάζη και να γράφη. Πώς το κατώρθωνε να μπη στο νόημα τόσο έφκολα; Πώς καταλάβαινε με μιας πράματα που σπουδάζουμε χρόνια στην Εβρώπη και που πολλοί δεν τα καταλαβαίνουν, όσο κι αν τα σπουδάξουν; Και σ' αφτό φαίνεται ο Γραικός. Είναι ξυπνός ο λαός μας. Μια λέξη του φτάνει, για να γεμίση ο νους του. Πόσοι σαν τα Μιχάλη! Πόσοι που, α μάθαιναν ποτές δυο γράμματα μ' ένα καλά δασκάλο, θα μπορούσαν ίσως και κείνοι κάτι να γίνουν. Παρατήρησα μάλιστα συχνά που η ψέφτικη μάθηση του σκολειού χαλνά τα πιο γερά κεφάλια. Αντίς να τους λεν που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, αντίς να τους διαβάζουν την καθαρέβουσα, αν τους μιλούσαν πιο σωστά, πιο φρόνιμα, αν τους δίδασκαν επιστήμη κι αλήθεια, πόσους προκομμένους θα είχαμε σήμερα! Πνέμα είναι, μα είναι κοιμισμένο, θέλει ξύπνηση. Στο καλό χώμα φτάνει να σπείρης, και μόνο του φυτρώνει. Πόσοι πήγαν του κάκου, γιατί τους στάθηκε αδύνατο να προκόψουν. Ποιος ξέρει, απάνω στα βουνά, στα λαγκάδια, στα χωριά, μέσα στην Ελλάδα και σ' όλη την Ανατολή, μέσα στους κάμπους που σκάφτουν, που βωλοσηκώνουν, που χτίζουν, που δουλέβουν, ποιος ξέρει πόσα μεγάλα, πόσα έξοχα κεφάλια πήγανε χαμένα, και τα στερήθηκε η επιστήμη, η ζωή! Τον πόθο τον έχει ο καθένας, ο τρόπος του λείπει. Δεν έχει τη σωστή μέθοδο• δεν έχει τα μέσα. Με φαίνεται που τους βλέπω μαζωμένους όλους τους νιους στο περιγιάλι, γύρω γύρω στα νησιά. Δεν έχουν παρά στην τζέπη• μόλις δυο γράμματα ξέρουν, πήρε ο νους τους φωτιά. Άλλο δε θέλουν παρά να φύγουν, την πατρίδα ναφήσουνε, να χωριστούν από τη μάννα που σκύφτει το λαιμό και μέρα νύχτα στον κάμπο δουλέβει.
Στέκουνται όλα τα παλληκάρια στο γιαλό, με την καρδιά ελπίδες γεμάτη, με το κεφάλι ψηλά, με περήφανο μάτι και προσμένουν. Περνά το καράβι και τους βλέπει. Φωνάζουν του καραβοκύρη• — «Να χαρής τη ζωή σου, στάσου καπετάνιο, πάρε με και μένα.» — «Πού θέλεις να πας;» — « Θέλω να πάω στην Εβρώπη, θέλω γράμματα να μάθω.» — « Και τι θα τα κάμης;» — «Θα γίνω μεγάλος. Θα τιμήσω την πατρίδα.» — « Αμέ συ; λέει ο καπετάνιος.» — « Και γω θέλω νάρθω μαζί σου. Να με πας στον τόπο που σπουδάζουν. Εκεί κάτι θα κάμω.» — « Έρχουμαι και γω. Επιστήμη θέλω να μάθω, θέλω νανεβάσω το νου μου ίσια με τάστρα, θέλω να διώ ποια δύναμη βαστά καρφωμένα στη διαμαντένια τέντα τουρανού τα χρυσά καρφιά που βλέπω και λάμπουν κάθε νύχτα. Θα μετρήσω τους γύρους που κάμνουν οι πλανήτες. Ο μεγαλήτερος αστρονόμος του κόσμου θα γίνω μια μέρα.» — «Μη με ξεχάσης και μένα, καλέ μου καπετάνιο! Θα χτίσω παλάτια, το μέτωπο του Παρθενώνα θα σιάξω. Φειδία θα με πουν.» — « Και μένα μη μ' αφήσης. Κάτι νοιώθω μέσα μου που με σπρώχτει. Η θάλασσα με τραβά. Πρέπει να μελετήσω, να προκόψω. Θέλω να γίνω ποιητής, αθάνατος ποιητής της πατρίδας.»
Έναν έναν τους παίρνει ο καπετάνιος και παν. Έρχουνται στο Παρίσι και με βρίσκουν. — « Παράδες να μας δώσης για να μάθουμε αστρονομία, αρχιτεχτονική, γλωσσολογία και ποίηση.» — « Παράδες, παιδιά, δε με χάρισε ο Θεός. Αλλιώς να το πιάσουμε το πράμα. Να συνάζουμε, αν μπορούμε. Πάμε στους πλούσιους μαζί, κάτι να σας βοηθήσουν.» Οι πλούσιοι Γραικοί είναι κάποτες και καλοί αθρώποι. Μπορεί μάλιστα καμιά φορά νάχουν και καλούς τρόπους. Ανοίγουν το πουγγί τους, βγάζουν πέντε παράδες, αν είναι κρυφά, και δέκα, αν το γράψουν οι γαζέττες. Βάζουν τους παράδες στων παλληκαριώ μας το χέρι• κάπου κάπου τους βάζουν και δυο λόγια σταφτί. Οι φρόνιμοι γέροι τους λεν — «Τι σηκωθήκετε κ' ήρθετε στο Παρίσι; Ξιππαστήκετε; Να μάθετε τουλάχιστο καμιά τέχνη που να είναι τέχνη. Μάθτε γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, ας είναι και δασκάλοι. Αφτά κάτι χρησιμέβουν και μ' αφτά πάντα θα βγάλετε το ψωμί σας. Να γυρέβετε πόρο ζωής. Μα ποίηση, αστρονομία, φιλολογία, τι παραμύθια είναι τούτα; Και πού θα σας παν; Αστρονομία; Να γίνετε μηχανικοί, που δεν έχουμε μηχανικούς! Βγάλετε και κάτι λέξες καινούριες που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε• όλο μιλείτε για παλαιογραφία, γλωσσολογία, ιστορία της τέχνης. Παιδιακήσιες ανοησίες! Τρελλαθήκετε; Καιρός να βάλετε γνώση.» Έτσι μιλούν οι γέροι• αν τύχη κ' είναι ο νιος μας λιγάκι περήφανος, αν τύχη και τους αποκριθή, τότες κι άλλο του λεν « Καλή η περηφάνεια, μα όταν κανένας είναι φτωχός, περηφάνεια δε χρειάζεται.»
Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και ψηλά να βαστάτε το κεφάλι σας. Μην ακούτε τι λεν οι γέροι. Αμέ, πού ταιριάζει καλήτερα περηφάνεια παρά στη φτώχεια; Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και να μη βάλετε γνώση. Να μείνετε πάντα τρελλοί. Την τρέλλα σας την αγάπησα. Οι φιλόσοφοι που σας τα ψάλνουν ένα μόνο δε βλέπουν, που η τρέλλα σας τιμά την πατρίδα. Εσείς είστε το στολίδι της Γραικίας. Η τρέλλα σας μας δείχτει τι έχει μέσα του το γραικικό αίμα. Από κει φαίνεται της μάθησης ο γενναίος ο πόθος, η αγάπη της μεγάλης της μελέτης. Εσείς έχετε θάρρος, πίστη κ' ελπίδα που θα μεγαλώση το γένος, που θα μεγαλώσετε και σεις. Φωτερές κι ολόχρυσες ελπίδες! Πολεμάτε για το μέλλο της Ελλάδας, και σε σας θα το χρωστούμε μια μέρα. Κι αφτό κάτι θα πη. Ο μέλλοντας είναι ό τι θα είστε και σεις• μέσα σας τον έχετε κ' η ιστορία μας θα γίνη ό τι την κάμετε να γίνη. Αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Καλά κάμνετε, παιδιά. Μη γυρέβετε όλο τα χρήσιμα πράματα• χρήσιμα είναι όσα δε χρησιμέβουν. Οι φρόνιμοι γέροι ίσως αφτό δεν το ξέρουν ας με πιστέψουν και μένα. Μη θέλετε_πόρο ζωής!_ Μη μάθετε γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι. Βαρέθηκα τους γιατρούς, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους. Μη μάθετε δασκάλοι• συχάθηκα τα γράμματα και βιβλία δεν πιάνω στο χέρι. Μάθτε κάλλια σοβαρή επιστήμη• μάθτε σκληρή δουλειά• κοπιάστε μέρα και νύχτα για να βγάλετε το γράψιμο κανενός άγνωστου χερογράφου• ας λιγνέψη το κορμί σας κι ας κιτρινίση το πρόσωπο σας, ώςπου να καταλάβετε τι λέει. Μελετήστε τις παλιές γλώσσες, σκαλήξτε τους νόμους και τη φιλοσοφία τους• ξετάξτε την ιστορία της τέχνης, να διήτε πόσα έπρεπε να μάθη ο αθρώπινος νους για να βρη το σωστό και τωραίο. Κάμτε αμέτρητους λογαριασμούς για να καταλάβετε πώς γύρω γύρω στον ήλιο χορέβουν οι πλανήτες τον ακάματό τους το χορό. Βρήτε άστρα καινούρια που δεν τα ξέρουν ακόμη, πήτε μας τη χυμική τους κράση, τον οργανισμό τους, τα σώματα που μέσα τους έχουν. Να πέσετε κατακέφαλα στη σπουδή, στη σπουδή που φαίνεται άχρηστη, περιττή, που δεν έχει σκοπό πραχτικό, που δε βγάζει παρά. Μην ακούτε τους φρόνιμους γέρους που σας κυβερνούν. Αφτά είναι που θα σας τιμήσουν. Η πατρίδα τότες μόνο θα λογαριάζη στην Εβρώπη, όταν αποχτίση και κείνη επιστήμη δική της. Ο λόγος δεν είναι όλο στα σκολειά να δίνουμε, για να γίνη το χτίριο πιο λαμπρό ή να τρων τα παιδιά καλήτερο φαγί. Ένας μεγάλος σοφός πιότερο θα σας τιμήση στην Εβρώπη παρά γυμνάσια δυο χιλιάδες. Βγάλτε κανέναν καλό παλαιογράφο, κανέναν αστρονόμο σπουδαίο που να γύρισε την Εβρώπη, κανέναν άξιο μαθηματικό και βλέπετε τότες πώς βάζει κάτω τα χτίρια τα λαμπρά και τα καλά φαγιά. Ένας που ξέρει να διαβάση κωδίκους παλιούς, που γνωρίζει την αξία του καθενός των, που είναι ικανός να τους καταλογήση όπως πρέπει, που δεν τον έχετε για τίποτις εσείς, γιατί δε φαντάζει η δουλειά που κάμνει και που μόνο δέκα αθρώποι στην Εβρώπη έμαθαν τόνομά του, πιο πολλή δόξα θα σας φέρη παρά χίλια μπόσικα βιβλία που φαντάζουν και που δεν έχουν τίποτις μέσα τους. Η σοβαρή, η αληθινή επιστήμη είναι η επιστήμη που δεν ακούγεται• ο μεγαλήτερος σοφός είναι ο σοφός που μόνο δυο τρεις ξέρουν την ύπαρξή του. Ο άγνωστος ο εργάτης που κουβαλεί τις πέτρες κάθε μέρα είναι που χτίζει το σπίτι, όχι ο μάστορης που τον προστάζει. Χωρίς τον εργάτη δε γίνεται το σπίτι. Όσοι μαζώνουν τις πέτρες μια μια, όσοι κάμνουν αδιάκοπη και ταπεινή εργασία, χτίζουν την επιστήμη• όσοι είναι περίφημοι και γνωστοί άλλο δεν έκαμαν παρά να συνάξουν και να στρώσουν των αλλωνών τη δουλειά και τη μάθηση. Πού να το καταλάβουμε ακόμη τέτοιο πράμα; Ο Γραικός όλο θέλει νακουστή, — κι ο έμπορος πάλε όλο θέλει να κερδίζουμε χρήματα. Τα έθνος είναι νέο, άπραχτα τα κεφάλια. Χρειάζεται βασίλειο μεγάλο, ιστορία παλιά για να νοιώση ένας λαός τι χρησιμέβουν οι τέχνες που χρήσιμες δεν είναι, και να κάμη Ακαδημίες να τις στεγάση.
Σας είδα, παλληκάρια, και σας ξέρω. Εσείς είστε ταληθινά γραικόπαιδα. Τρώτε ψωμί με τυρί, κάποτες μάλιστα και κείνο δεν το τρώτε, μα δε σας μέλει. Φτάνει να κάθεστε και να διαβάζετε. Πόσους βλέπω στο Παρίσι χλωμούς, με ρούχα ξεσκισμένα, με πρόσωπο λιγνό που φαίνουνται τα κόκκαλα, — με τη χαρά στα μάτια. Έρχουνται και με λεν που βρήκαν καμιά δουλειά, που βγάζουν το ψωμί τους, που κερδίζουν πενήντα φράγκα το μήνα, και που ζουν τέλος πάντα, και που δεν έχουν κανένα παράπονο, αφού μπορούν και σπουδάζουν. Εσείς που ψωμοζητείτε, νάχετε θάρρος και να μη λυπάστε! εσείς είστε οι πλούσιοι• δική σας είναι η βασιλεία του Πατρός μας.
Με τα λόγια, παιδιά, τίποτις δε γίνεται. Τι να κάμουμε; Μας χρειάζεται πομονή. Περιμέντε να μεγαλώση το παιδί, να γεράση λιγάκι η πατρίδα, να γνωστέψη. Τότες έρχεστε πάλε και με βρίσκετε. Για την ώρα καθίστε στη γωνιά σας. Δεν μπορώ τίποτις να κάμω για σας. Έχω άλλους μπελάδες στο κεφάλι. Πάω στην Αθήνα! Άβριο, άβριο αναχωρέω. Πρέπει να προσέξω καλά να μην πω ανοησίες, να λέω άρτος αντίςψωμί, αντίς κρασί να λέω οίνος, να μιλώ κορακιστί κ' ευγενιστί, να μην πειράξω κανένα δασκάλο, να θυμηθώ τα λόγια της γιανούλας, να μη με ξεφύγη άξαφνα καμιά βάρβαρη λέξη, — να ξεχάσω τη γλώσσα μας και να μάθω την καθαρέβουσα.

ΚΑ'.

« Συμβιβασμός.»
Την τύχη τη δική μου δεν την έχει κανείς! Τι κάθουμαι και συλλογιούμαι να μην κάμω τρέλλες ή να μην πω ανοησίες; Μήτε τρέλλες θα κάμω μήτε ανοησίες θα πω. Δεν μπορώ νάχω τέτοιο φόβο• είμαι γεμάτος νου και γνώση, η σοφία μου ξεχειλίζει, η φρόνηση με πνίγει. Ας παν άλλοι να πέσουν μπρόμυτα στη λάσπη, να περιφέρνουνται στους δρόμους και να μη βλέπουν πού πατούν. Εγώ έχω έναν που με βαστά από το χέρι, έχω το Μέντορά μου. Ο Τελέμαχος δεν μπορούσε να πη λέξη που να μην είναι σωστή• του είταν αδύνατο να στραβοπατήση, μια αλλόκοτη πράξη δεν κατώρθωνε να κάμη• ήθελε δεν ήθελε, έπρεπε όλο τον ίσιο δρόμο να παίρνη. Γιατί τούτο, σας παρακαλώ; Γιατί είχε το Μέντορα πάντα μαζί του. Για τούτο στάθηκε τόσο φρόνιμος νιος και παινέθηκε στον κόσμο. Το ίδιο θα πάθω και γω. Ήσυχος είμαι, τώρα που πάω στην Αθήνα!
Ο Μέντοράς μου με προσέχει σ' ό τι κάμω. Όταν ταξιδέβω και δεν τον έχω πλάγι μου, θυμούμαι τα λόγια του και κυβερνιούμαι καλήτερα. Μπορείς και συ, και κάθε άθρωπος, εκεί που περπατείς και χάσκεις κοιτάζοντας στα σύννεφα, άξαφνα να σκουντάψης σε καμιά πέτρα, να πέσης με τα μούτρα ή και να στραγγουλίσης το πόδι σου. Το πράμα είναι πολύ δυσάρεστο, γιατί πρέπει να σηκωθής, ή κανείς να σε σηκώση, να γυρίσης, σπίτι, να φωνάξης το γιατρό, ίσως να δείρης τη γυναίκα σου. Τότες καταλαβαίνεις τι χρήσιμος που θα σου είταν κανένας καλός οδηγός. Τέτοιονα έχω και χαίρουμαι. Είμαι κομμάτι λωλούτσικος, θέλω χαλινάρι να με σφίγγη το στόμα. Ο σεβαστός μου ο φίλος ξέρει πολλά να με πη για μετριοφροσύνη, για σωφροσύνη, για μετριότητα. Όλα μέτρια ταγαπά. Μια μέρα, στην εξοχή που σεργιανίζαμε κ' οι δυο μας, ανεβήκαμε μαζί σ' ένα ψηλό βουνό• είταν αποκάτω μας βράχοι. Έβλεπα θάλασσα πέρα πέρα και μ’ έπιασε τόση αγάπη για το μαβί της το χρώμα, που πήγα να σταθώ στο βράχο κοντά για να τη χορτάσουν τα μάτια μου πιο καλά. Ο Μέντορας μου με τράβηξε από το ρούχο και μ' είπε• — « Ανάγκη δεν είναι να πέσης στον γκρεμνό. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή.»
Ποιος δεν τόπαθε στη ζωή του ή να λυπηθή πάρα πολύ ή να καταχαρή, να ξεκαρδίζεται από τα γέλοια κάθε λίγο δίχως κανένα λόγο, ή να του περεχύνουν την καρδιά δάκρια πικρά σαν το φαρμάκι; Ποιος καμιά φορά δεν είναι υπερβολικός; Παραδείματος χάρη, είναι βέβαιο που θα πης άγγελο την πρώτη γυναίκα που θαγαπήσης• ίσια με το ταβάνι θα πηδήξης με το πρώτο φιλί που θα σε δώση. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό να της κάμης όρκο που θα την αγαπήσης όλη σου τη ζωή κι ακόμη παραπάνω. Άμα πάλε χάσης την αγάπη σου, κατάντησε γενικό σύστημα να δέρνεσαι, να κλαις σαν το βόδι την ώρα που το σφάζουν και να φωνάζης που ποτές σου πια δε θαγαπήσης, που θα πεθάνης ή τουλάχιστο που θα γίνης καλόγερος. Το κάτω κάτω ντροπιάζεσαι με τέτοια λόγια και πέφτεις μικρός, γιατί ζης, τρως, κοιμάσαι και σ' ένα μήνα ξέχασες όρκους, θάνατο και τον άγγελο μαζί. Ως τόσο την ώρα που τα λες, τα πιστέβεις• μάλιστα νοιώθεις μέσα σου μια ανάγκη να τα πης, κι α δεν τάλεγες θα σε φαίνουνταν πως δεν αγαπάς με τα σωστά σου. Ο Μέντοράς μου μ' έμαθε με τι τρόπο είναι φρόνιμο να φέρνεται κανείς σε τέτοια περίσταση, για να τα ταιριάξη όλα και να μην το παρακάμη• — « Σε τέτοιες ώρες, λέει, χρειάζεταισυμβιβασμός. Πες της αγάπης σου που θα την αγαπήσης μόνο τη μισή σου τη ζωή. Φώναζε που θα μισοπεθάνης ή που θα γίνης μισοκαλόγερος. Έτσι όλα συμβιβάζονται. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον κτλ.»
Δεν είναι άθρωπος που καμιά φορά να μη θύμωσε, βλέποντας που δυο και δυο κάμνουν πάντα τέσσερα. Με το συβιβασμό κι αφτό το διορθώνεις• τα δυο και δυο τα κάμνεις πέντε, — φτάνει να βρεθής σ' ανάγκη. Η αριθμητική, σαν που την ξέρει ο καθένας, έχει κάτι απόλυτους νόμους που δεν αλλάζουν• της λείπει σωφροσύνη, δεν έχει μέτρο. Με το σύστημα του Μέντορα μου βάζει γνώση και κείνη. Πάρε τώρα τη γεωμετρία. Τι σε λέει; — « Κάθε τρίγωνο έχει τρεις γωνιές, — όχι παραπάνω —, κ' οι τρεις γωνιές κάθε τρίγωνου, αν τις βάλης τη μια με την άλλη, είναι ίσιες με δυο ορθογωνιές, αν τις βάλης τη μια με την άλλη»• ή πάλε• «Το τετράγωνο της υποτείνουσας, για τα ορθογώνια τρίγωνα, είναι ίσιο με τα τετράγωνα που βγάζουν τάλλα δυο πλεβρά, όταν τα πολλαπλασιάσης το ένα με τάλο.» Αμέσως βλέπει ο καθένας που το παρακάμνει η γεωμετρία. Πολύ πιο σωστό και φρόνιμο θα είταν αν έλεγε• — « Είναι τρίγωνα που έχουν τρεις γωνιές, αλλά πάλε μπορεί να μην έχουν και τόσες» ή « οι δυο γωνιές είναι ίσιες με δυο μισογωνιές ή με δυο μισορθογωνιές» ή μάλιστα «είναι ίσιες και δεν είναι». Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να το πη καλήτερα, κι όταν έδειχτε και δίδασκε που η αρετή βρίσκεται πάντα στη μέση, τέτοια πράματα θα είχε στο νου του. Η αρχή είναι φρόνιμη και παντού ταιριάζει. Μπορεί να χρησιμέψη και κει που δεν το προσμένει κανείς. Αν τα βάλουμε με τους Τούρκους, βγαίνεις άξαφνα και μας λες• — «Μίσα τον Τούρκο, μα μπορείς κι όλας λιγάκι να τον αγαπάς. Μας αφάνισε, μας έγδειρε, μας σκότωσε, αλήθεια! Μα διές τώρα τι διαφορά! Μας μισογδέρνει, μας μισαφανίζει, μας μισοσκοτώνει• πρέπει και μεις να μισαγαπούμε τους Τούρκους.» Τέτοια λόγια να πης, χαίρεται ο κόσμος που σ' ακούει. Στην Ελλάδα μάλιστα ο πολιτικός αφτός συμβιβασμός κατάντησε νόμος. Στην Τουρκιά είναι γενική συνήθεια. Με τους Τούρκους μπορεί ο χριστιανός να κερδίση παράδες και με παράδες τι δε συμβιβάζεις;
Πούπετις όμως δεν ταιριάζει τόσο καλά, πούπετις ο συμβιβασμός δεν έχει τόσο τον τόπο του, όσο στο ζήτημα της γλώσσης. Εκεί βλέπεις στα γεμάτα τι αξίζει το λαμπρό τούτο το σύστημα, εκεί φανερώνεται με μιας όλο το βάθος της καινούριας αφτής φιλοσοφίας. Να ξέρη κανείς τέλεια την αρχαία τη γλώσσα, λέει ο συμβιβασμός, ή να θέλη να μάθη όλους τους κανόνες της νέας, είναι υπερβολή. Βάλε που έχει το πράμα και τη δυσκολία του. Το φρόνιμο είναι να ξέρης μισά τη μια, και μισά την άλλη. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Έτσι πέφτουν όλοι σύφωνοι ή να το πούμε καλήτερα, μισοσύφωνοι.»
Ας προσέξουμε τώρα και στη λέξη συμβιβασμός. Θα διής που μονάχη της μπορεί να σε δείξη τι είναι ο συμβιβασμός. Παρακαλώ, λίγη πομονή, να κάμουμε και μεις το φιλόλογο. Ο Ησύχιος κι ο Σουΐδας αναφέρνουν τη λέξη συμβίβασις• δε γνωρίζουν τον τύπο συμβιβασμός. Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός γράφει (βιβλ. Α', παραγρ. 67)• « Πέπονες δε προς μεν φιλίας και συμβιβάσεις εισίν αγαθοί». Ο Αρτεμίδωρος έζησε, καθώς ξέρει ο καθένας, δυο αιώνες μετά Χριστό, άγνωστος ακόμη και τότες ο συμβιβασμός. Έτσι λεν και τα σκόλια του Εβριπίδη, στις Φοίν., στ. 375 (συμβιβάσεις) και 587 (ξυμβίβασιν), στην έγδ. του Dindorf. Πρώτη φορά απαντάς τόνομα συμβιβασμός στου Γιώργη Πισίδη το Εξαήμερο, στ. 1409• «και συμβιβασμός γίνεται των σχισμάτων.» Έχουν τη λέξη κ' οι Παντέχτες• « Διάλυσίς έστιν αμφιβαλλομένου χρέους συμβιβασμός.» Ο άγ. Επιφάνιος, (αίρ. Ξς’, ιδ'), κι ο Ιάμπλιχος (Β. Π. παρ. 69, σελ. 50, 2 στην έγδ. του Α. Nauck, 1884) βάζουν, ο πρώτος• « πείσαι αμφοτέρους εις συμβιβασμόν ειρήνης» κι ο δέφτερος « Εναντίων δυνάμεων ειρήνευσιν και συμβιβασμόν». Στους αρχαίους δε βρίσκεται συμβιβασμός. Απ' αφτά τι βγαίνει; Βγαίνει που η λέξη δεν είναι αρχαία• δεν είναι και νέα• είναι μεσαιωνική. Τέτοιος κι ο συμβιβασμός. Όλα τα θέλει μισά, ως και τη χρονολογία του.
Ας κάμουμε τώρα και λίγη γλωσσολογία — για τους γλωσσολόγους• θέλω να πω που ο συμβιβασμός δεν έχει ανάγκη να μας διαβάση• δεν έχουμε ανάγκη και μεις να γράφουμε για το συμβιβασμό. Ας τα πούμε μόλον τούτο καθαρά καθαρά, για να μας καταλάβουν, αν τύχη, και τα παιδιά, δε λέω οι δασκάλοι. Η φωνολογία μας σήμερα δεν παραδέχεται την πλοκή_μφ νθ νχ_. Το ν δεν προφέρνεται• ο καθένας θα πη νύφη πεθερός θυμούμαι και κόχη, αντίς νύμφη πενθερός ενθυμούμαι (το θυμούμαι το δικό μας δεν έχει να κάμη με το θυμούμαι της αρχαίας, γιατί και το νόημα είναι όλους διόλου διαφορετικό και γιατί σώζεται στην Κύπρο το ρήμα αθθυμούμαι), κόγχη κτλ. Ό, τι είναι αλήθεια για το φ θ χ, πρέπει να είναι αλήθεια και για το β δ και γ. Θα πούμε με τον ίδιο τρόπο το βασιλιά το διάβολο το γέρο, αντίς τον βασιλιά, τον διάβολο, τον γέρο. (1) Αφού το φθχ και το β δ και γ δε θέλουν το ν, φυσικά δεν μπορεί μήτε το σ και ζ νάχη ν μπροστά του. Για τούτο λέμε Κωσταντίνος, Κωστής, τη ζωή, τη ζήση, αντίςΚωνσταντίνος, Κωνστής, την ζωή, την ζήση. Ποιος είναι ο λόγος; Να το διούμε τώρα. Όλα αφτά τα φωνήματα, φθχ, βδγ, σζ μοιάζουν αναμεταξύ τους κ' έχουν κάτι που τους είναι κοινό• όλα τους είναι ημίφωνα, θα πη που μπορείς να προφέρης ένα φ όση ώρα θέλεις κι όσο δεν πιάνεται η αναπνοή σου• το π όμως, που είναι άφωνο, πρέπει με μιας να το βγάλη το στόμα σου — και τελειώνει. Όλα τάλλα φθχ, β δ γ, σ ζ, τα μακραίνεις και τα λες. Αφτό είναι το γνώρισμά τους και δεν έχεις παρά να δοκιμάσης να προφέρης ένα π κ’ ένα φ, να το διής. Αφού έχουν τα ημίφωνα συγγένεια αναμεταξύ τους και χαραχτήρα που τα ξεχωρίζει από κάθε άλλο φτόγγο, πρέπει ό τι γίνη με το ένα να γίνη και με τάλλο, ό τι πάθη το ένα και τάλλο να το πάθη, ό τι συνέπειες έχει του ενός η γειτονιά να τις έχη και ταλλουνού. Για τούτο με κανένα ημίφωνο ν δεν προφέρνεται κ' έχουμε νόμο στη γλώσσα μας• « Στα ημίφωνα μπροστά ν δεν ταιριάζει.»
*** 1) Οι τύποι τον βασιλέα, τον διάβολον, τον γενναίον είναι ξένοι. Τους έφτειαξαν οι δασκάλοι• και τους έμαθαν πού και πού στο λαό. Η αρχαία δεν πρόφερε ποτές τον βασιλέα κτλ., σαν που τα προφέρνουν οι δασκάλοι και δεν μπορούσε να τα προφέρη έτσι, γιατί οι αρχαίοι ήξεραν τη γλώσσα τους. ***
Τον ίδιο νόμο έχει κ' η αρχαία• δε λέει σύνζυγος, μα σύζυγος• δε λέει συνστέλλω, μα συστέλλω• δε συνηθίζει να λέη συνσίτιον, μα αναδιπλασιάζει το σ και το κάμνει συσσίτιον. Ο αναδιπλασιασμός έχει και κείνος το νόημά του• σημαίνει που δεν ταιριάζουν πλάγι πλάγι ν και σ, αφού γίνουνται ένα. Με τον αναδιπλασιασμό έπαψε και στη γλώσσα μας νακούγεται το ν• πρώτα έγινε νύφφη πεθθερός θθυμούμαι, κ' έπειτα νύφη πεθερός θυμούμαι, καθώς έγινε σήμερα και στην καθαρέβουσα το άλλος άλος και συσίτιον το συσσιτίον που αναφέραμε, γιατί χάθηκε στην κοινή γλώσσα ο αναδιπλασιασμός. Πώς γίνεται όμως τώρα που η αρχαία, αντίς ναναδιπλασιάση το νθ, σαν το νσ, λέει άνθρωπος με ν, και ξεναντίας με το φθχ, με το βδ και γ έχει παντού το ν. Γιατί τούτο, θα με πης; Γιατί τότες το φθχ, το βδ και το γ δεν είταν ημίφωνα• είταν άφωνα κ' έτσι τα ξέρουν και τα λεν οι παλιοί μας γραμματολόγοι. Σήμερα που τάφωνα πλήθαιναν, είταν ανάγκη ο ίδιος νόμος να κυβερνήση και πιώτερες λέξες. Το κάτω κάτω, μπορούμε να πούμε που όποιος λέει νύφη πεθερός και κόχη, μιλεί σαν τους αρχαίους, αφού προσέχει τον ίδιο κανόνα και δε βάζει ν με τα ημίφωνα. Όποιος λέει νύμφη πενθερός τον γείτονα τον χειμώνα κι άλλα τέτοια με ν, καταπατεί τον κανόνα της αρχαίας, αφού βάζει ν με τα ημίφωνα και μιλεί σαν τους ξένους, γιατί μόνο οι ξένοι φτειάνουν κανόνες του κεφαλιού τους σε μια γλώσσα που δεν ξέρουν. Ο γραικικός μας ο λαός πούπετις και σε κανένα μέρος της Ελλάδας δε βάζει το ν, όπου δεν πρέπει. Η αρχαία γλώσσα δε χάθηκε• θα τη βρης στο στόμα του λαού. Η αρχαία θα σε κάμη να καταλάβης τη νέα, και με τη νέα μπαίνεις στο νόημα της αρχαίας. Η γλώσσα μας η ρωμέικη είναι συνέχεια της ελληνικής• για να είναι συνέχεια, έπρεπε ναλλάξη, αλλιώς θα είταν πάντοτες η ίδια — και μήτε η αρχαία, στην ιστορική της σειρά, έμεινε πάντοτες η ίδια, μήτε βρέθηκε στον κόσμο ποτές γλώσσα ζωντανή που να μην αλλάξη. Οι γλώσσες που δεν αλλάζουν είναι οι ξεχασμένες, οι πεθαμμένες οι γλώσσες που άθρωπος πια δεν τις μιλεί.
Ας σημειώσουμε το λοιπό την αρχαία την προφορά με γράμματα πιο μάβρα &φ θ χ β δ γ&, για να τα διακρίνουμε καλήτερα, κ' έτσι να διούμε τι απόγινε με το &φθχ&. Το &φ& το &θ& και το &χ& είταν άφωνα διπλά• το &δ β& και το &γ& είταν απλά. Όταν έλεγαν το &φθχ&, ακούγουνταν πρώτα ένα &π τ κ&, ύστερα μια δασεία. Λίγο λίγο, με την προφορά, χάνουνταν το π τ κ κ' έπερνε η δασεία πιώτερο τόνο και τόπο, γιατί λέγοντας το &φ&, το &β& ή το &χ&, αντίς νανοίξουν καλά το στόμα, το σφαλνούσαν πιο γρήγορα κ' έτσι είταν ανάγκη να χαθή η δασεία που θέλει στόμα ανοιχτό, και να μείνη στο τέλος μόνο το ημίφωνο &φθχ&, που δε μοιάζει πια με τάφωνο ταρχαίο. Την ίδια σειρά ακουλούθησε το λατινικό Porta, όταν πήρε τη λέξη η γερμανική• έγινε πρώτα φorte (πάει να πη, π με δασεία, σαν ταρχαίο το φ), έπειτα πφorte, και τέλος φorte σε μερικές επαρχίες. Για τούτο μήτε μπόρεσε το ν να μείνη μπροστά σε &φθχ&, άμα δεν είταν πια &φθχ&, μήτε κατώρθωσε να σώση το πτκ του &φβχ&, μόλον ό τι το ν ταιριάζει καλά με τάφωνα. Η δασεία είχε επικρατήσει και μάκραινε την προφορά, με τρόπο που τάφωνα γίνουνταν ημίφωνα κ' έτσι από το &φ& βγήκε το φ, από το &θ& το θ, κι από το &χ& το σημερνό μας το χ.
Όπου είταν όμως ν της αρχαίας μπροστά σε &β δ& και &γ&, σώθηκε και το ν κ' η παλιά προφορά του &β δ& και &γ&, γιατί το &β δ& και &γ& είταν άφωνα απλά κ' έτσι δεν μπορούσε δασεία να τα χαλάση. Οι αρχαίοι, για το &μβ νδ νγ& είχαν την ίδια προφορά που έχουμε σήμερα, άμα λέμε ομπρός πάντα τον κόπο. Δεν τα λέμε με π τ κ, τα λέμε με &β δ γ&. Μη βλέπης που μιλούμε για το ν κι όμως γράφουμε μ, άμα είναι &β& στη μέση. Το ν, μόνο που βρίσκεται μπροστά σε &β&, γίνεται &μ&• έτσι και το δικό μας το άμποτες, το κάμνουμε με &μ&• κι ως τόσο είναι με ν (αν ποτέ)• το ν γίνεται χειλικό με τα χειλικά (πφβ) και λαρυγγικό με τα λαρυγγικά (κχγ&χγ&)• είναι όμως πάντα ν, και για τούτο στις αρχαίες επιγραφές μπορείς συχνά να διαβάσης συνπαρόντων συνβίου συνκλητικός. Αφτό το ν δεν έπρεπε λοιπό να χαθή, γιατί το ν της αρχαίας, που δεν ήθελε ημίφωνα κατόπι του, ταίριαζε με τάφωνα. Ο ίδιος νόμος βασιλέβει ακόμη και σήμερα, σαν που μπορεί να το διή ο καθένας στους τύπους πάντα έμπορος τον κόπο• ποτές ο λαός δεν είπε και δε θα πη πάτα έπορος το κόπο. Σε τέτοια περίσταση μάλιστα, το πτκ γίνεται ηχικό (πάει να πη που αντηχεί η γλωσσίδα στο λάρυγγα μέσα άμα προφέρης τα ηχικά, όπως αντηχεί όταν πης ζ δυνατά) από άνηχο που είταν (η γλωσσίδα δε σαλέβει όταν είναι πτκ κι ο λάρυγγας δεν αντηχεί με το σ, σα με το ζ). Για τούτο λέμε παν&δ&α έμ&β&ορος τον &γ&όπο. Στη γλώσσα μας, ένα ηχικό φέρνει τάλλο, και του ν δεν του φτάνει να βρίσκεται σ' άφωνα μπροστά, θέλει αφτά τάφωνα να είναι κ' ηχικά. Αν είταν το &β& ταρχαίο σαν το δικό μας το β, θα είταν αδύνατο νάχη μπροστά του ν, γιατί τότες θα είταν το &β& ημίφωνο, και ξέρουμε που τα ημίφωνα, στην αρχαία και στη νέα, ν δε θέλουν.
Είναι φυσιολογικός νόμος το μ να γεννά &β& κι όχι β, για το λόγο που ένα μ έχει πιότερη συγγένεια με το &β& παρά με το β και μπορείς μάλιστα να πης που κάθε μ έχει μέσα του ένα &β&. Η προφορά μβείναι αδύνατο πράμα, κ' έπρεπε να είταν οι αρχαίοι βάρβαροι για να την έχουν. Οι δασκάλοι μπορεί να κάμουν τους αρχαίους να φαίνουνται βάρβαροι, εμείς όχι.
Γι' αφτή την αιτία είναι μάλιστα πιο σωστό να γράφουμε σήμερα, σαν που το κάμαμε, το κύριο όνομα Ιάμβλιχος με π αντίς β. Ο λαός δεν ξέρει ακόμη αφτό τόνομα, κι αν το μάθη, είναι καλήτερο να το μάθη με π• αν του το πούμε με β, θα το κάμη Ιάβλιχος• με π θα φυλάξη τουλάχιστο την αρχαία την προφορά, που συφωνεί με τη δική του. Τόνομα αφτό είναι αραβικό κι αραβικά δεν έχει μήτε β μήτε π• έχει μόνομλ. Οι Έλληνες, όταν το πήραν, έβαλαν το &β&, όπως και πριν είχαν πει αμβροσία αντίς αμροσία, που θα είταν ο σωστός τύπος, κι άμ&β&ροτος αντίς άμροτος, που είναι το πιο αρχαίο, κ' έτσι, — κατά λάθος, για να μιλήσουμε σαν τους δασκάλους, — βγήκε τόνομα &β&ροτός από το σύθετο άμ&β&ροτος. Αφτό το &β&, για νάχη το λόγο του, έπρεπε να είναι άφωνο &β& και με τέτοιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ακούστηκε ένα &β& στόνομα Ιάμ&β&λιχος. Τόνομα είναι πολύ σημαντικό• μας δείχτει που και στον τέταρτο αιώνα μ Χ. σώζουνταν ακόμη η προφορά του αρχαίου του &β&.
Αφού λοιπό, καθώς είπαμε, ταιριάζει το ν και με &β δ γ& και με πτκ, είταν ανάγκη, πρώτο• το &β& να μη γίνη β, όταν είχε μπροστά του ν, δέφτερο• το &β& ταρχαίο να μείνη και σήμερα, σ' όποια λέξη το &β& έχει ένα ν μπροστά του. Το ίδιο και με το &δ& και &γ&. Έτσι λέμε σήμερα μπαίνω κουμπί γαμπρός μπάλλωμα, άντρας έντεκα ντύνουμαι σεντόνι, εγγόνι αγγίξω και τέτοια πολλά που σώζουν την αρχαία προφορά εμ&β&αίνω κόμ&β&ος (κομ&β&ίον• τάτονο ο γίνεται στη γλώσσα μας ου) γαμ&β&ρός εμ&β&άλλωμα, άν&δ&ρα, έν&δ&εκα εν&δ&ύνω σιν&δ&ών (σιν&δ&όνιον), έν&γ&ονος (εν&γ&όνιον) εν&γ&ίζω. Έχουμε τώρα, μ' αφτά που είπαμε, και νέους όρους• σ' όποια λέξη κανείς ακούση την προφορά νπ ντ νκ, αντίς &μβ νδ νγ (γγ)& που γράφουν οι αρχαίοι, αμέσως μπορεί να πη, δίχως να κάμη λάθος, που η λέξη είναι αρχαία, δηλαδής που την άκουσε και την έχει ο λαός από τα παλιά τα χρόνια και που δεν του τη χάλασαν ακόμη οι δασκάλοι. Δε σημαίνει τίποτις να βρίσκεται ή να μη βρίσκεται η λέξη στα λεξικά και στους λεξικογράφους• οι αρχαίοι δεν έγραψαν όσες λέξες έλεγαν, και πολλές που συνήθιζαν μπορεί να μη γράφηκαν ποτές. Φτάνει να είναι το &β& το &δ& ή το &γ& με το ν, και βλέπουμε αμέσως που για να λέμε σήμερα μ&β&, ν&δ&, ν&γ& αντίς μβ νδ νγ έπρεπε μια τέτοια λέξη να υπάρχη τουλάχιστο στον τέταρτο αιώνα μ. Χ., στου Χρυσόστομου τον καιρό. Με τη νέα μας τη γλώσσα έτσι πλουτίζει κ' η σπουδή της αρχαίας. Το νόστιμο είναι που οι καλοί μας οι δασκάλοι κάμνουν τον περήφανο σηκώνουν τη μύτη και καταφρονούν το πρόστυχο και χυδαίο μπάλλωμα. Να όμως που η επιστήμη τους δείχτει που αφτό το χυδαίο το μπάλλωμα είναι πολύ πιο αρχαίο και πιο σωστό από το καταλαμβάνω το δικό τους!
Πρέπει όμως, για να μείνη η αρχαία προφορά, το &μβ νδ νγ& να είναι μέσα στην ίδια λέξη. Ά δεν είναι μέσα στην ίδια λέξη, τότες αλλάζει το ζήτημα. Μπορείς να το καταλάβης από του αρσενικού άρθρου το ν, από το ν του θηλυκού κι απ’ όλα τα τελικά τα ν που βρίσκουνται μπροστά σ' αρχικό &β δ γ& της ακόλουθης λέξης, ή μπροστά σ' ό τι άλλο ημίφωνο κι αν είναι. Δε λέμε τομπασιλιά, λέμε το βασιλιά. Γιατί τούτο; Γιατί το κοινό όνομα &βασιλεύς& δεν είχε μόνο αιτιατική• ταρχικό &β& μπορούσε λοιπό νακουστή χωριστά από τον της αιτιατικής, αφού έκλιναν &ο βασιλεύς, του βασιλέως, τω βασιλεί, οι βασιλείς& κτλ. Άμα δεν είταν κανένα ν στο &β& μπροστά, γίνουνταν το &β& β, γιατί το &β& είναι φυσικό να γίνη β, το β όμως δε γίνεται &β&. Αφού όμως το &β& έγινε β, βρίσκουνταν κάθε φορά που έκλιναν τόνομα το ν της αιτιατικής του άρθρου μπροστά στο β της αιτιατικής βασιλέα. Μα είδαμε που αφτή η πλοκή μβ δεν μπορούσε να μείνη• ο τύπος τον βασιλιά έπρεπε αμέσως να κατασταλάξη στον τύπο το ββασιλιά, με δυο β, κι αφτός ο τύπος είναι που μας έδωσε την αιτιατική της κοινής το βασιλιά, γιατί σαν που το είπαμε αρχήτερα, ο αναδιπλασιασμός δεν ακούγεται πια στην κοινή γλώσσα. Όπου βρέθηκε τελικό ν και κατόπι του ημίφωνο, συνέβηκε το ίδιο. Γι' αφτό το λόγο χάθηκε σήμερα στη γλώσσα μας το ν της αιτιατικής του θηλυκού κι αρσενικού άρθρου• μνίσκει μόνο όπου είναι κπτ, ίσια ίσια γιατί το κ, το π και τ είναι άφωνα κι όχι ημίφωνα. Μ' όλα τάλλα (χ γ φ β θ δ σ ζ μ ν ρ λ) αναδιπλασιάζουνταν το ν• με το κπτ δεν μπορούσε ναναδιπλασιαστή, αφού το ν με κπτ παριστάνει δυο φτόγγους διαφορετικούς. Το ίδιο έπαθαν και τα μόρια δεν και αν. Τα μόρια και τάρθρο δε λέγουνται ποτές ξεχωριστά• μοναχά τους δεν μπορείς να τα πης• πρέπει νάχης κατόπι άλλη λέξη. Για τούτο τα μόρια δεν, αν, οι αιτιατιακές την και τον του ενικού άρθρου ενώνουνται τόσο σφιχτά με την ακόλουθη λέξη, που μοιάζει σα να είταν τόνομα και τάρθρο μια μόνη λέξη. Χάρη σ' αφτό, έμεινε το ν μπροστά στο κ, το π και το τκαι στα φωνήεντα σαν που έμεινε μέσα στην ίδια λέξη. Μπροστά σ' όλα τάλλα, έπρεπε πρώτα ναναδιπλασιαστή κ' ύστερα να βγη. Με τα επίθετα, με τις αντωνυμίες και με τα ρήματα έπρεπε φυσικά να παν τα πράματα διαφορετικά, αφού οι αντωνυμίες, τα επίθετα και τα ρήματα έχουν ύπαρξη ανεξάρτητη και μπορείς να τα πης ξεχωριστά. Έχει μια σημασία το καθένα, κι αν το φέρης και μοναχό του. Μ' αφτό το σύστημα, αντίς να λέμε τον καλόν φίλον ή είχεν φίλον, όλοι θα πούμε σήμερα τον καλό φίλο, είχε φίλο. Έναν καιρό έλεγαν, καλό φφίλο, είχε φφίλο, και το βλέπουμε από χωριανές γλώσσες που ακόμη σήμερα έτσι μιλούν. Και τόντις πολλά χωριά έσωσαν αφτή την προφορά, γιατί τα χωριά βρίσκουνται συχνά σ' ένα γλωσσικό στάδιο που η κοινή γλώσσα ξεπέρασε και για τούτο θακούσης σε κάμποσα νησιά να σε πουν τοχχορό, τοφφίλο, τοθθεό, τογγάμο, τηγγυναίκα, τοββασιλέ, τοδδούλο, τησσούβλα, τηζζωή, τημμάννα, τοννόμο, τηρράχη, τολλόγο, ή άθθος, νύφφη, ρουχχαλίζω, πεθθερός, συγγυρίζω• κ' έτσι θα στα πουν όλα, κάθε φορά που βρίσκεται το ν μπροστά σε κάθε άλλο σύφωνο παρά κπτ• δεν έχει καμιά εξαίρεση και δε θα κάμη ποτές λάθος ο χωρικός. Επειδής όμως τα επίθετα κλίνουνται και δεν έχουν αιτιατική μοναχά, έγινε απάνω κάτω το ίδιο που έγινε με το &β& του &βασιλεύς&. Οι αντωνυμίες, τα ονόματα και τα επίθετα δεν κράτησαν το ν μήτε όταν έρχουνταν κατόπι κ π τ ή φωνήεντο. Άμα χάθηκε ο αναδιπλασιασμός, άμα είπαν καλό φίλο αντίς καλό φφίλο, δεν είταν πια κανένας λόγος το ν της αιτιατικής να ξαναφανή πουθενά, γιατί μπορεί το επίθετο να μπη κατόπι και να πούμε φίλο καλό• έτσι δε φαίνεται πια το ν μήτε στόνομα μήτε στο επίθετο. Ο τύπος της αιτιατικής είχε καταντήσει καλό για τα επίθετα, και φίλο για τα ονόματα, χωρίς ν. Όσο για τα ρήματα, ο νόμος είναι ο ίδιος_ μόνο στην κοινή γλώσσα, που δεν έχει πια τον αναδιπλασιασμό, δεν μπορείς να διακρίνης το πρώτο πρόσωπο του ενικού αόριστου είχα φίλο και το τρίτο του πληθυντικού είχα φίλο, α δε βάλης το ν. Τα χωριανά διακρίνουν τα δυο πρόσωπα χωρίς ν, γιατί λένε, για το πρώτο, είχα φίλο και για το τρίτο, είχαφφίλο. Η κοινή αναγκάστηκε λοιπό, για λόγους ψυχολογικούς κι όχι φυσιολογικούς, να φυλάξη το ν μπροστά στα φωνήεντα και στάφωνα, μα έπρεπε να βάλη μπροστά στα ημίφωνα τους τύπους έχουνε, είχανε, λένε ή γράφανε κάμανε αντίς έγραφαν έκαμαν. Αφτούς τους τύπους τους πήρε από άλλα γλωσσικά συστήματα, από άλλα χωριά• κ' έπρεπε τόντις να τους πάρη, γιατί θάκαμνε λάθος αν έλεγε είχαν φίλο, κι ως τόσο δεν μπορούσε να πη είχα φίλο. Να παρατηρήσης όμως που μόνο στα τρίτα πληθυντικά πρόσωπα βάζει το ε και τον• δεν τόχει ποτές στο πρώτο έχουμε κι αφτό σε δείχτει που λέει είχανε (και χάρη στην αναλογία έχουνε) μόνο και μόνο για ναποφύγη τη δυσκολία. Έτσι βγαίνει στη γλώσσα μας κι άλλος όρος. Το τελικό ν(το ν του άρθρου, του αν και του δεν, τελικό δεν είναι) χάθηκε με τον αναδιπλασιασμό. Μέσα στην ίδια λέξη (φυσικά και στα μόρια και στάρθρο), έμεινε το ν μόνο μπροστά στάφωνα και στα φωνήεντα.
Τι θα πούμε τώρα, όταν απαντήσουμαι στη γλώσσα του λαού τους τύπους συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, κι άλλους τέτοιους τύπους; Αρχαίοι τύποι δεν είναι• αν τους είχε μάθει ο λαός από τους αρχαίους, αν τους είχε κλερονομήσει κατεφτείας από τους προγόνους, θάλεγε συμ&β&ουλή, κίν&δ&υνος, σύν&δ&εσμος. Πρέπει λοιπό να συμπεραίνουμε που τους έμαθε μόνο σε μια εποχή που ταρχαίο το &β& είχε γίνηβ, κι αφτό είναι το σωστό συμπέρασμα. Αφτούς τους τύπους τους βρήκαν οι λόγιοι στα βιβλία, ή στους μεσαιωνικούς χρόνους ή και στους δικούς μας. Είδαν που τα βιβλία έγραφαν παντού β, δεν ήξεραν που το &β&, όταν έρχεται μ κατόπι, είναι αρχαία προφορά, νόμισαν που το λεν πάντοτες &β&• το είπαν έτσι και σ' αφτές τις λέξες. Από το στόμα τους τις πήρε τότες ο λαός και τις κανόνισε• φύλαξε τον αρχαίο το νόμο κ' είπε συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, γιατί είδαμε που δεν ταιριάζει με τα ημίφωνα το ν, κι άμα είναι νόμος, ό τι κάμουν οι λόγιοι, δεν μπορεί να τον αλλάξουν• ο λαός τον έχει πάντα και τον προσέχει. Τέτοιες λέξες είναι λοιπό μισοδημοτικές μισοδασκάλικες και μπορούμε να τις γράφουμε, αφού τις διόρθωσε τουλάχιστο ο λαός. Μισοδημοτικούς μισοδασκάλικους τύπους έχει κάθε γλώσσα κι αναγκάζεται να τους έχη. Έτσι το θέλει ο καθαφτό συβιβασμός κι όλος ο κόσμος στην Εβρώπη έτσι εννοεί τον αληθινό συβιβασμό. Το μόνο που μπορείς να πης είναι που τόντις αρχαίος και σωστός τύπος είναι ο δημοτικός, και που πιώτερο αξίζει και πολύ πιο κανονικός είναι ο τύπος &β&άλλωμα ή άν&δ&ρας παρά ο τύπος κίδυνος ή συβουλή.
Όταν όμως ακούσης σε μια λέξη να λεν όλο μβ νδ κι ο λαός μήτε να γνωρίζη τη λέξη, τότες βλέπεις τι τρέχει• φτάνει οι λόγιοι να σε πουν τους τύπους άμβων, καταλαμβάνω με β, σαν που τους λεν, κι αμέσως καταλαβαίνεις εσύ που η προφορά αφτή του β είναι πλάσμα καινούριο• ο λαός τέτοια λέξη δεν ξέρει, γιατί δεν είναι ορθή• αρχαία δεν είναι, αφού δε λεν άμβωνας, μήτε άμ&β&ων κ' έτσι καταπατούν τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας, που δε θέλει πλάγι πλάγι ν κ' ημίφωνα• είναι τέρας. Ποιος βγαίνει βάρβαρος; ο δάσκαλος. Και ποιος λέει βάρβαρο το λαό; Ο δάσκαλος που πρώτος βαρβαρίζει. Κατάλαβες, ελπίζω, τώρα τι θα πη συμβιβασμός• είναι λάθος στην αρχαία γλώσσα και στη νέα. Τέτοιος είναι κι ο συμβιβασμός. Δεν είναι μισό λάθος• είναι λάθος σωστό.
Για να τελειώσουμε, ας κάμουμε τώρα μια στιγμή και το λεξικολόγο. &Β&ιβάζω σημαίνει κάμνω κανέναν ή κανένα πράμα να πηγαίνει, να βαδίζη, το βάζω στο δρόμο του. Η πρόθεση συν, όλος ο κόσμος το ξέρει, θα πη μαζί. Έτσι βλέπουμε τουλάχιστο τι νόημα έχει ο συμβιβασμός• κάμνει δυο πράματα να ταιριάζουν το ένα με τάλλο, μαζί να πηγαίνουν, τον ίδιο δρόμο να πάρουν. Ποια είναι αφτά τα δυο; οσυμβιβασμός δε μας το λέει, μα πιστέβω που θέλει να πη την αρχαία και τη νέα. Με τι τρόπο συμβιβάζει και τις δυο; Τώρα να το διούμε. Ο συμβιβασμός ντρέπεται να πη ήπια, που είναι πάρα πολύ χυδαίος τύπος• δε θέλει πάλε και να πη έπιον, που είναι πάρα πολύ αρχαίος. Τι κάμνει; Παίρνει λίγο από το έπιον και λιγάκι από το ήπια, μισό μισό το καθένα, τα ταιριάζει μαζί, τανακατώνει και σε βγάζει έναν αόριστο έπια. — «Καλά! λες εσύ, μα γιατί τάχατις έπια κι όχι ήπιον; Κάλλια μ' άρεζε εμένα ένας αόριστος ήπιον.» Κι αφτό γίνεται, παιδί μου, μη χολοσκάνης! Μπορείς κ' ήπιον να το πης• φτάνει να πάρης μισά μισά την αρχαία και τη νέα• άλλο νόμο δεν έχεις να φυλάξης. Όσο μισό είναι το έπια, τόσο μισό είναι και το ήπιον. Καλά λοιπό και τα δυο.
Βλέπεις τι πονηριά που την έχει ο συμβιβασμός, τι φρόνιμα που οικονομιέται, τι συμβιβαστικά που τα συμβιβάζει όλα ο συμβιβασμός. Σε λέει που κάμνει δυο πράματα να πηγαίνουν πλάγι πλάγι, να πάρουν τον ίδιο δρόμο• μα αν είναι να μάθης αφτός ο δρόμος πού αρχίζει και πού τελειώνει, ο συμβιβασμός αφτό δε στο λέει, κι από κει μπορείς να καταλάβης όλη του τη φρονιμάδα και την τέχνη. Ίσως ο ίδιος δεν το ξέρει να στο πη. Κάθε δρόμος έχει δυο άκρες, κάθε πράμα μια αρχή κ' ένα τέλος. Ο καημένος ο συμβιβασμός προσπαθεί να βρη τη μέση του δρόμου. Το κακό είναι που δεν ξέρει μήτε πού αρχίζει ο δρόμος, μήτε πού τελειώνει. Πώς θέλεις εσύ τώρα να βρη τη μέση; Του κάκου πολεμά. Πόσοι είναι σήμερα στην Ελλάδα που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν_, και σ' αφτούς μέσα πόσοι είναι που γράφουν την ίδια γλώσσα• Δεν μπορεί να συφωνήση ο ένας με τον άλλο. Ο καθένας με τη φαντασία του κυβερνιέται. Πάρε δυο απ’ αφτούς που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν και θα διής που κ' οι δυο τους έχουν άλλη γραμματική, γράφουν άλλη γλώσσα. Ο πρώτος σε λέει που παραδέχεται την ονομαστική πατέρας και μητέρα. Χωρίς ο ίδιος να το καταλάβη, είναι σα να σ' έλεγε που παραδέχεται ισοσύλλαβα αντίς περιττοσύλλαβα_. Κι ως τόσο σε λίγο θα σε πη• — «Όσο για την ονομαστική πόλις, βρύσις, με φαίνεται πιο σωστό να τα γράφουμε με το σ» — και νάσου περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα πλάγι πλάγι. Μην του ρωτάς να στο ξηγήση• έτσι του φαίνεται. Ο δέφτερος πάλε βγάζει κι αποφασίζει που για τα ρήματα θα βάλη τη δημοτική κατάληξη της κοινής — ουν• όσο για τα ονόματα, λέει, θα κάμη την κατάληξη αρχαία και νομίζει πιο καλό να γράφη αι ώραι, αι ημέραι. Μ' αφτό, κάτι θαρρεί πως είπε. Γιατί το ένα αρχαίο κι όχι τάλλο; μη βασανίζεσαι να το βρης. Μη γυρέβης να μάθης τους λόγους. Έτσι τώρισε το κεφαλάκι του, και του φτάνει Ένας τρίτος πάλε σε φτειάνει άλλο κανόνα, συμβιβάζει και του λόγου του• με πολύ φρόνιμο τρόπο, μ' ήσυχο και συγκαταβατικό ύφος σε κάμνει παραχωρήσεις — και ποιος τον είπε να παραχωρήση τίποτις; — «Ναι βέβαια, λέει, παραιτώ τον απαρέφατο• παραδέχουμαι το να, μα μπορούμε τουλάχιστο να βάζουμε η στην υποταχτική και να γράφουμε να νομίζητε αντίς να νομίζετε» Έτσι το νομοθετεί και τόσο χωρεί το καημένο του το μυαλό. Μη ζητής να σε πη γιατί έχει η η αρχαία και για ποιο λόγο συνηθίζει η νέα το ε. Εδώ τα μπερδέβει. Ως τόσο περνά για σοφός κι ο ίδιος χαίρεται με τη γνώση του, και καμαρώνει τη φρόνησή του.
Έτσι πηγαίνουν και λεν. Άλλα μη γυρέβης. Πού τέχνη; πού σύστημα; πού μάθηση; Σύστημα δε θέλουν — και χωρίς σύστημα πότε γράφηκε γλώσσα; Ο συμβιβασμός δε βασίζεται πούπετις, μήτε στην αρχαία μήτε στη νέα. Δεν έχει χώμα πού να πατήση• όπου τύχη τρέχει• πετά με τον άνεμο σαν το λωλό το φύλλο. Για τούτο κ' οι συμβιβασμοί δε συμβιβάζονται αναμεταξύ τους. Τι σας φαίνεται; Εγώ λέω, πρώτα νασυμβιβασθώσιν, να συμβιβασθώσι, να συμβιβαστώσι, να συμβιβαστούν ή να συβιβαστούν οι συμβιβασμοί ο ένας με τον άλλο κ' ύστερα να μας κατηχίσουν. Το κάτω κάτω όμως τι είναι; Καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα μας. Βάλε έναν απ’ αφτούς που μιλούν όλο για μάθηση, για γραμματική και που λεν τη γλώσσα του λαού ακανόνιστη, να σε γράψη σ' αφτή τη γλώσσα, που καταφρονεί τόσο, μια μόνη σελίδα χωρίς να κάμη λάθος. Δε θα μπορέση! Θανακατώση μαζί τύπους κάθε λογής.
Δε συλλογίστηκε μήτε πώς μήτε πότε πρέπει να δανειστή λέξες από την αρχαία και με τι τρόπο θα τις συγυρίση για να φαίνουνται δημοτικές, για να μπορέση, μια μέρα να τις παραδεχτή ο λαός. Δε διακρίνει την κοινή, την πανελλήνια, τη γενική γλώσσα από τη γλώσσα που συνηθίζουνε μόνο σε μερικά μέρη. Μήτε βλέπει που υπάρχει μια γραμματική της κοινής. Καταφρονεί τους άλλους, θέλει να τους κυβερνήση, να τους μάθη, κάμνει το σοφό και δε γνωρίζει τους πιο απλούς νόμους της γλώσσας του λαού. Σήμερα θα πη εκείνος άβριο κείνος, το πρωί απάνω κάτω το βράδυ απάνου κάτου, κάπου δεν και κάπου δε• μα πότε χρειάζεται το ένα και πού ταιριάζει τάλλο μήτε τωνειρέφτηκε στη ζωή του κι αφτή του την αμάθεια τη βάφτισε σωφροσύνη. Για τούτο κάμνει τον περήφανο, φωνάζει που όρια δεν αρέσει. Θέλει λεφτεριά. Δεν το λέγαμε και πριν; Η αριθμητική φέρνει σταναχώρια. Τα δυο και δυο πάντα τέσσερα τα θέλει. Είναι σα να φώναζε στα καημένα τα δυο, ξεχωριστά στο καθένα• — «Έχετε δεν έχετε, θα συβιβαστήτε όπως σας το προστάζω γω, και πέντε δε θα γίνετε ποτές σας.» — Δεν είναι τυραννία; — « Και ποια είσαι συ, κερά Αριθμητική, έτσι δούλους σου να μας έχης; Πρέπει να κάμουμε τάχατις όπως θέλεις εσύ, κι όχι όπως εμείς θέλουμε; Εγώ να σε δείξω!» — Τέτοια λόγια της λέει ο συμβιβασμός κ' έχει δίκιο• πρέπει να φανούμε ανεξάρτητοι, να βαστάξουμε το φιλότιμό μας. Πλήξη πιάνει τον άθρωπο όσο βλέπει τη φύση να κυβερνά τον κόσμο με τόση τυραννία. Η θάλασσα ως ένα μέρος θα πάη και θα σταθή. Οι πλανήτες τον ίδιο γύρο θα κάμουν κάθε χρόνο, κι από τον κύκλο τους δε θα βγουν — ή πρέπει να χαθούν. Τα τριαντάφυλλα μόνο το καλοκαίρι θανοίξουν, κι όχι το χειμώνα. Κάθε πράμα έχει όρια δικά του, και δεν μπορεί παρέκει να προχωρήση. Όταν έλεγαν οι αρχαίοι για σωφροσύνη, για μέτρο και για γνώση, υποθέτω που ήθελαν τέτοια να πουν• εννοούσαν, ο καθένας και το κάθε πράμα να σέβουνται και να μην ξεπεράσουν τα φυσικά τους όρια. Σ' αφτή την αρχή είταν η φρονιμάδα τους όλη.
Ο συμβιβασμός νομίζει πως έχει τέτοια αρχή και πως μιλεί σαν τους αρχαίους, μα δίχως ο ίδιος να το ξέρη, λέει άλλα. Κάμνει όπως του φανή, κ' οι αρχαίοι, έλεγαν ίσια ίσια να μην κάμνη κανείς όπως του φαίνεται, αλλά όπως το θέλει η ορθή κρίση. Το μέτρον των αρχαίων ο συμβιβασμός το γυρέβει μέσα του, στο νου του, στη μικρή του τη γνώση, όχι στης γλώσσας μας τους νόμους μήτε στην ιστορική της σειρά. Δεν μπορούν όμως οι αθρώποι να φτειάξουν όρια του κεφαλιού τους• τα όρια τα βάζει η φύση, και τη φύση πρέπει νακούμε, όχι τη σοφία τη δική μας. Ο συμβιβασμός δεν παραδέχεται τέτοιο σύστημα• δε λογαριάζει για τίποτις μήτε τη φύση, που είναι η γλώσσα του λαού, μήτε τους φυσικούς της τους όρους, μήτε την επιστήμη που μας μαθαίνει να βρούμε τους όρους αφτούς και να καταλάβουμε τη φύση. Έπρεπε να φανή ο συμβιβασμός, για να διούμε ταξιοπερίεργο αφτό το κατόρθωμα, οι φυσικοί νόμοι ναλλάξουν και τα ποτάμια πίσω να γυρίσουν.
Ο Σωκράτης είχε άδικο να λέη που το _Γνώθι σαυτόν είναι η αρχή της σοφίας. Η αρχή της σοφίας είναι ο συμβιβασμός. Ο συμβιβασμός το ξέρει και για τούτο έχει τόση ιδέα για τη φρόνησή του και τόση πέραση στον κόσμο. Ίσως η σοφία του, αν κοιτάξης καλά, κρυφτεί μέσα της κατιτίς άλλο παρά σοφία. Το παρατήρησαν και στην Εβρώπη• ο σπουδαστής ο γραικός που έρχεται στο Παρίσι, που πάει στη Γερμανία ή στην Αγγλία, έφκολα μαθαίνει και θα καταλάβει ό τι του πης. Μα γρήγορα σταματά• ίσια μ’ ένα βαθμό θα προκόψη κι όχι παρέκει. — ή γιατί νομίζει πως όλα τα ξέρει ή γιατί κουράζεται και δεν μπορεί. Τέτοιος είναι ο Γραικός• όλα ταρχινούμε, μπαίνουμε στη δουλειά με πόθο και με καρδιά, ο κόπος δε μας τρομάζει. Να μας ακούσης, τον κόσμο θα τον κάμουμε δικό μας. Κι αλήθεια θα τον κάμναμε δικό μας, γιατί μέσα μας έχουμε κάτι και μεις. Μα…. είναι και το μα. Άλλο κάτι μας λείπει. Όλα ταρχινούμε, τίποτις δεν τελειώνουμε. Τίποτις δεν μπορούμε να τελειωποίσουμε. Η συνέχεια μας σκοτίζει το νου, η αδιάκοπη προσοχή μας ζαλίζει, η ίδια δουλειά μέρα νύχτα μας κουράζει. Στην επιστήμη, στα πολιτικά, στη μάθηση, στη φιλολογία δεν έχουμε μήτε πομονή, μήτε, — για να πούμε μια αρχαία λέξη που εδώ ταιριάζει — μήτε επιμονή. Πάντοτες μνίσκουμε στη μέση του δρόμου. Δεν τολμούμε, δεν μπορούμε να πιάσουμε μια ιδέα και να τη βαστάξουμε ίσια με την άκρη, ίσια με το τέλος. Έχουμε μισή μάθηση, μισή τέχνη, μισή γνώση και μισή φιλολογία. Το ζήτημα δεν είναι μόνο φιλολογικό κι ο συμβιβασμός δεν έχει να πη μόνο για τη γλώσσα• έχει πιο γενική, έχει εθνική σημασία και σ' όλα συμβιβάζομεν, όλα τα κάμνουμε μισά, γιατί και το κεφάλι μας είναι μισό και δεν έχουμε μήτε δύναμη μήτε σωστή ενέργεια. Έτσι βγάλαμε και μισή γλώσσα. Καταντούμε όμως λίγο λίγο να πιστέβουμε που το μισό που κατορθώνουμε να κάμουμε, είναι το μόνο σωστό. Παρηγοριούμαστε λέγοντας που τέτοιο είταν των αρχαίων το σύστημα, που αφτό θα πη παν μέτρον άριστον και μηδέν άγαν. Τα κάτω κάτω, ο συμβιβασμόςάλλο τίποτις δεν είναι παρά η παντοτινή μας αφτή η ανημποριά σε κάθε πράμα και σε κάθε εργασία.
Εμένα πάλε τι με μέλει; Τον κόσμο βέβαια δε θα τον αλλάξω. Μάλιστα χαίρουμαι που είναι ο κόσμος όπως είναι• χαίρουμαι που είναι στον κόσμο κι ο συμβιβασμός. Αφτός θα φανή ο σωτήρας μου. Δίχως φόβο τρέχω μέσα στα κύματα που με πάνε στην Ελλάδα. Ο Μέντοράς μου δε θα μ' αφήση να ποντιστώ σαν το Μυρτίλο. Τώρα που ξέρω και γω να συμβιβάζω, θα χαρούν όλοι οι Αθηναίοι άμα με διούν. Όλοι μαζί μου θα γοητευθώσιν. Ο Μέντοράς μου μάλιστα μ’ έμαθε να συμβιβάζω τον ένα με τον άλλο τους χίλιους συμβιβασμούς που λουλουδιάζουν την ώρα που μιλούμε στωραίο χώμα της πατρίδας. — « Να σε δείξω τι σύστημα έχουμε όλοι σήμερα στην Ελλάδα. Μήτε γράφουσιν όλο να κλίνης, μήτε γράφουν. Άμα βάλης ένα γράφουν εδώ, ένα γράφουσιν εκεί, κάμνεις του καθενός το χατίρι. Μη λες μόνον ημητέρα• κάπου κάπου κοίταξε να χώσης και μια ονομαστική μήτηρ. Πες αι ώραι κ' οι ώρες, πες η πόλις κ' η ράχη, μη νομίζητε, αλλά και μη νομίζετε. Για να μη σε λείψη κι απαρέφατος, μπορείς όταν τύχη να γλυστρήσης πούπετις ένα ουδέτερο το φαγείν. Οι λόγιοι θα σε πουν που πρέπει να το κάμης φαγείον. Εσύ βγαίνεις τότες πιο δάσκαλος από τους δασκάλους, πιο σοφός από τους σοφούς και τους λες• — « Όχι! γιατί είναι απαρέφατος το φαγείν.» Έτσι χαίρεσαι που είπες το λόγο σου και συ• κολακέβεσαι με τη μάθησή σου κι ο κόσμος απορεί με την παιδεία σου. Όμως και τούτο μην το παρακάμης. Πρόσεχε νάχης μόνο μισή παιδεία. Παν μέτρον άριστον. Μηδέν άγαν. Η σωφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Να σε πω μάλιστα το κάτω κάτω, με γραμματική δε φτειάνεις γλώσσα, δε φτειάνεις φιλολογία. Τέτοια ιδέα έχουμε σήμερα όλοι στην Ελλάδα. Καλό να την έχης και συ και να φαίνεσαι φρόνιμος σ' ό τι κάμης και σ' ό τι πης. Θυμήσου τι λέει ο ποιητής• πρέπει να ζη κανείς senza infamia e senza lode.
Όσο φέρνεσαι με τέτοιο τρόπο, θα σ' αγαπήσουν όλοι οι ομογενείς. Φτάνει να μην πιάσης και γράψης τίποτις. Ποιος είσαι συ; Νομίζεις τάχατις πως μπορείς να γράφης σαν και μας, να βγης άξαφνα ποιητής και να μάθης τι θα πη τέχνη και φιλολογία; Για συλλογίσου το καλά. Είναι δική μας δουλειά να κανονίσουμε τη γλώσσα και να συμβιβάσωμεν τους συμβιβασμούς, γιατί όποιος γράφει, τι κάμνει; κανονίζει, και να διής που μια μέρα όλοι θα παραδεχτούν την ιδέα μου. Εσύ για τέτοια δουλειά δεν είσαι γεννημένος. Κάτσε, παιδί μου, στη γωνιά σου και μη βάζης στο νου σου letteratura (ο φίλος μου κάπου κάπου ωμή ξερή κι αχώνεφτη σε τίναζε καμιά ξένη λέξη). Ψύλλους στάχερα να γυρέβης. Φαντασία, ιδέες, κοντύλι, ποίηση δεν είναι για σένα. Να περιορίζεσαι στη γραμματική σου. Δε μας βλέπεις εμάς; Στη γραμματική δεν ανακατώνεται κανένας από μας και μήτε θέλουμε να την ξέρουμε. Μην ανακατώνεσαι και συ στα δικά μας. Είσαι καλός μόνο για γραμματική και γλωσσολογία.»
Για νακούσω το Μέντορά μου, έκαμα και γω σήμερα το γλωσσολόγο.

ΚΒ'.

Οι αρχαίοι.
Δε με μέλει τώρα να πεθάνω! Με φτάνει η ζωή, αφού είδα την Αθήνα. Εδώ γεννήθηκε ο κόσμος. Εδώ και στη Ρώμη μορφώθηκε η Εβρώπη. Μικρός τόπος και γέμισε τη γις. Από δω μας ήρθαν και νους και σκέψη κ’ ιδέες. Αφτή μας έκαμε αθρώπους. Αθήνα τη λεν και ποτές όνομα στον κόσμο, με τόσο λίγες συλλαβές, δε σήμανε τόσα. Φτάνει τόνομά της να πης και τα λες όλα. Με σέβας το χώμα της να πατήσης, εσύ που έρχεσαι σε τέτοια χώρα• τον ουρανό που βλέπεις, τον έβλεπαν και τότες οι μεγάλοι• τον ορίζοντα που κοιτάζεις με τόση χαρά, τον κοίταζαν τα μάτια τους κάθε μέρα. Μέσα σ' αφτή την ατμοσφαίρα γεννιούνταν οι φωτερές ιδέες, έβγαιναν ποίηση και φιλοσοφία. Όταν ανέβαιναν οι γενναίοι στην Ακρόπολη απάνω, την ίδια θάλασσα θωρούσαν που θωρείς τώρα και συ.
Με πόση χάρη, με πόση νοστιμάδα αράδιασε η φύση τους λόφους και τα βουνάκια που βλέπεις γύρω γύρω στην Αθήνα. Τι ωραία, τι χαδεφτική μορφή κατώρθωσε να τους δώση! Με τι γλύκα, με πόση αγάπη ζουγράφισε κάθε γραμμή. Με πόσο ρυθμό και μέτρο, με πόση αρμονία έγλυψε τη γις, έστρωσε τα περιγιάλια και στρογγύλωσε τους γιαλούς! Στόλισε την Αθήνα με της πιο χαριτωμένες, με της πιο απαλές της ομορφιές. Την έκαμε με πόθο και χαρά, τη συγύρισε σαν παιδί της. Τάχει όλα ταιριασμένα,• εδώ ταριστουργήματα της τέχνης φαίνουνται σα να βγήκαν από το χώμα, σα να είναι του τόπου γεννήματα, αφού και τα πλάσματα της φύσης έχουν τόση φαιδρότητα και τέχνη.
Αιώνια χώρα θα μείνης — και μη σε μέλη! Μπορεί να σε καταπατήσουν οι βάρβαροι, μπορεί τα σκυλιά στον Παρθενώνα σου να χυθούν. Ήσυχη να είσαι! Θα καταστραφούν τα σκυλιά και θα χαθούν οι βάρβαροι• μια μέρα θα δέρνουνται και θα κλαιν την τόση τους τόλμη. Εσύ πάντα θα βασιλέβης• εσύ θα στέκεσαι παντοτινά, γιατί εσένα πάντα σε κοιτάζει η γλαφκομάτα μεγάλη θεά, γιατί εσένα πάντα σε προσέχει το πελώριο μάτι του Δία!
Εδώ ζούσε λαός μοναδικός στην ιστορία. Άλλος δε θα βρεθή που να του μοιάξη• μπορούμε να τόχουμε κάφκημα και δόξα, μόλον ό τι και μεις δε θα του μοιάξουμε ποτές. Ο πιο πρόστυχος άθρωπος έννοιωθε μέσα του τι θα πη τέχνη και ποίηση, ήξερε, χωρίς να του το μάθη κανείς, ποιο είναι το καλό και τωραίο. Δεν είχε δασκάλο παρά τη φύση. Για να γίνουν έργα μεγάλα, δε φτάνει ένας μόνο να τα κάμη• χρειάζεται η συνέργεια ολωνών πρέπει να τα καταλάβουν όλοι κι όλοι να ταρέσουν. Καλλιτέχνης είταν ο λαός όλος. Σε κάθε πέτρα χάραξε την ιδέα του• ο νους του μπήκε σα βούλλα μέσα σε κάθε μάρμαρο, σε κάθε στίχο. Στους ναούς και στα βιβλία, στου Παρθενώνα το μέτωπο και τις κολώνες, μας άφησε την καλήτερή του διδαχή. Μας έμαθε τι θα πη ειλικρίνεια και τέχνη. Ψεφτιές εδώ δεν έχει• δεν έχει πολύπλοκες τεχνουργίες• βάλε μια πέτρα απάνω στην άλλη και βγήκε ο Παρθενός. Πιο απλά μέσα, πιο απονήρεφτοι τρόποι δε γίνουνται. Ο Αθηναίος δε γύρεβε να θαμπώση τον κόσμο, να μας γελάση με τέχνες, με σοφίες και με γύρους. Δεν είταν ο σκοπός τους να φαντάξουν. Ένα μόνο κυνηγούσαν, πώς να πουν την ιδέα τους, πώς να την παραστήσουν απλά και φυσικά, για να την καταλάβη ο καθένας• δεν τους έμελε για τίποτις άλλο, κ' ίσια ίσια γιατί δεν είχαν άλλο σκοπό κατώρθωσαν κ' είχαν τόση τέχνη.
Την Ακρόπολη την είδα όπως βέβαια δεν την είδε κανένας ξένος• για τούτο σας μιλώ με τόση ζωηρότητα. Να μάθετε τι τρέχει• ίσως δεν ταποδείχτω, μα πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι. Τα πήγαμε πάντα καλά μαζί. Οι αρχαίοι περήφανοι δεν είναι. Όταν είμουν παιδί στα σκολειό, δε μ' έρχουνταν τα λόγια τους• με φαίνουνταν όλο πως οι αρχαίοι άλλο τίποτις δεν είταν παρά ένα σωρό δασκάλοι• έτσι το θαρρούσα, ίσως γιατί δασκάλοι με τους παράδιδαν• τους είχα για κατσούφηδες, μαχμούρηδες, σκολαστικούς αθρώπους, και να πω το κάτω κάτω, βαρετούς με τα παραπάνω. Λαχταρούσα πότε να φέξουν οι διακοπές. Όταν πήρα μοναχός μου να τους σπουδάξω, άλλαξα γνώμη με μιας. Κατάλαβα που πιο γελαστοί, πιο καλής ψυχής αθρώποι δε γίνουνται. Τους έβαλα μέσα στην καρδιά μου — κι από τότες τα πάμε λαμπρά. Άμα αδειάσω λίγη ώρα το χειμώνα, — όταν πέφτουν όξω τα χιόνια πηχτά πηχτά και κάθουμαι ήσυχα κοντά στη φωτιά μου, — πολύ μ' αρέσει να κουβεντιάζω με τους αρχαίους! Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέλοια κάμνουμε μαζί! Πόση χαρά με περεχύνουν τα λόγια τους! Πόσο θυμώνω, άμα θυμώσουν• πόσο κλαίω, άμα δακρίσουν• πόσο με διασκεδάζουν τα παραμύθια τους και πόσο με γλυκαίνει την ψυχή η καλή τους, η ψηλή τους φιλοσοφία και ποίηση. Τάχουμε πολύ καλά μαζί. Δεν κάμνουν τον περήφανο• φτάνει να τους αγαπάς με την καρδιά σου, να μην τους έχης για σοφολογιότατους και με πολλή καλοσύνη σε ξεσκεπάζουν τις ιδέες τους, σε φανερώνουν τις ομορφιές τους και πιάνουν τα λόγια. Πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι! Όλο πιθυμούσα νανταμωθούμε καμιά μέρα.
Ταξιώθηκα κι αφτό, ό τι πάτησα στην Αθήνα. Κόντεβε μεσημέρι• γρήγορα γρήγορα έτρεχε ο καθένας από τη ζέστη να χωθή μέσα στα κελλάρια. Έτσι κρύφτηκαν όλοι και στους δρόμους δε φαίνουνταν πια ψυχή. Ο ήλιος φωτοβολούσε, που σε θάμπωνε τα μάτια. Όλα τάβλεπες κάτασπρα, η Αθήνα γυάλιζε σαν τη ζάχαρη• έλεγες που είχε χλωμιάσει κι ο ουρανός από την αντηλιά. Ησυχία δεν έχω στο ταξίδι• πρέπει να είμαι πάντα στο ποδάρι. Σηκώθηκα λοιπό να πάω στην Ακρόπολη. Προτού νανεβώ, στάθηκα κάτω μια στιγμή και κοίταξα απάνω, να διώ. Τι βλέπω; όλους τους αρχαίους μαζωμένους στην Ακρόπολη, ξυπόλυτους κι ασπροντυμένους, με τους μακριούς χιτώνες. Τα πρόσωπά τους είταν κάπως χλωμά, μα πάντοτες ωραία. Προχώρησα και τους είδα από πιο κοντά. Περπατούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους. Άλλοι ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα του Beulé• άλλοι πάλε έρχουνταν ίσια με κάτω, στου Διόνυσου το θέατρο, καθούντανε γύρω γύρω στα σκαμνιά και πρόσμεναν — ποιος ξέρει τι; ίσως καμιά παράσταση που δε θα γίνη ποτές. Άλλοι είταν καθισμένοι με την αράδα στα σκαλοπάτια του Παρθενώνα, κοίταζαν το χόρτο που είχε φυτρώσει στις πέτρες ή θωρούσαν τη θάλασσα μπροστά τους. Είχαν ομιλίες κ' έσκυφτε ο ένας να πη κάτι ταλλουνού. Ο Σωκράτης έτριβε τα γόνατά του• θυμούνταν που τρίβοντας τα γόνατά του είχε πεθάνει και γλυκά χαμογελούσε. Τι καλός εκείνος ο Σωκράτης! Χαίρουνταν όλοι τους να τον ακούν. Είταν ένα γλέντι για τον κόσμο. Έπρεπε να διής τον ήσυχο το γέρο, όταν είχε στο νου του να πη καμιά νοστιμάδα ή να κάμη κανένα χωρατά• τότες είταν που έβγαζε από το στόμα του λόγια γεμάτα ιδέες μεγάλες και πανάγιες αλήθειες. Παίζοντας και σα να μην προσέχη έλεγε τα πιο σοβαρά πράματα. Σε τέτοιες ώρες είχε μάλιστα το συνήθειο να κατεβάζη τα φρύδια και να πετά στραβά μια ματιά, τάχατις σα νάκαμνε το σπουδαίο ή το θυμωμένο. Ο Πλάτωνας τον πείραζε λέγοντας πως μοιάζει τάβρος.
Ο Ηρόδοτος, με χάρη μοναδική, διγούνταν παρέκει κάτι ιστορίες που τελειωμό δεν είχαν. Κάθουνταν τα ελληνόπαιδα τριγύρω και τον άκουγαν όλοι σαν παππού τους. Σκυθρωπός σαν το λιοντάρι, ο Θουκυδίδης μελετούσε. Γύρεβε θεμέλια για να στηλώση την αλήθεια. Μάζωνε πληροφορίες εδώ και κει, ρωτούσε τους στρατιώτες, μιλούσε με τους γέρους, πολεμούσε να διαβάση τις επιγραφές και τα μνημεία. Κάποτες χαμογελούσε το λιοντάρι• έβλεπε που το έργο του είχε μείνει στους αιώνες και που μοναχός του, πριν ακόμη μάθη ο κόσμος τι θα πη επιστήμη και κριτική τέχνη, είχε δείξει την αληθινή, τη μόνη μέθοδο της επιστήμης και της ιστορίας.
Ένας γέρος, με τα μαλλιά σαν το χιόνι, ήμερα και γλυκά τραγουδούσε κάπου κάπου της άνοιξης την καλοσύνη, του αηδονιού τη λαλιά, του Κολωνού την ωραιότητα και την ασπράδα. Είταν ο Σοφοκλής, ο μεγαλήτερος απ' όλους, ο Σοφοκλής που άναφτε η καρδιά του και που έβγαζαν οι στίχοι του φωτιά, κάθε φορά που μιλούσε για την ουράνια Δίκη, για τις Ερινύες που τους φονιάδες φονέβουν• κρύφτουνται οι Ερινύες μέσα στα λαγκάδια και στους βράχους — κ' οι βράχοι θα καταντήσουν τρομάρα για όσους δεν είδαν που πίσω από τους βράχους είναι κρυμμένες οι χαλκόποδες θεές. Ο καλός ο Αισκύλος μονολογούσε• πότε τον έβλεπες σαν ιερέας να λητουργά, πότε να πολεμά σα στρατιώτης. Συνήθιζε πού και πού να βάζη στις τραγωδίες του μέσα και δυο τρεις ξένες λέξες• τις είχε μάθει στους περσικούς πολέμους. Από μακριά, ο Εβριπίδης τους κοίταζε και τους δυο. Γελούσε σαν το μαριόλο. Όταν έκλαιγε, έκλαιγε σατυρικά. Κανείς όμως δεν είχε τη φωνή του, κανείς δεν είχε το πάθος του, άμα έψαλνε την αγάπη. Έγραφε κείνη την ώρα μια στροφή κι αντιστροφή για μια του τραγωδία• μόλον τούτο δεν έμοιαζε λυπημένος. Είταν όλος χαρά και με φάνηκε πως τα έξυπνα του τα μάτια μιλούσαν κ' έλεγαν κρυφά κρυφά• — «Στάσου, να τους πιάσουμε τους Αθηναίους με τους δωρισμούς που όλο γυρέβουν. Κανένα χορό να τους φτειάξω, που τίποτις να μην καταλάβουν ούτε κείνοι ούτε οι σοφοί Εβρωπαίοι κατόπι.» Ο Αριστοφάνης δεν του τα μασούσε• τον έκαμνε κουρέλλι. Τάλεγε χοντρά κι ως τόσο πάντα με χάρη• ήξερε που είταν αρχαίος, και που του το συχωρνούσαν οι δασκάλοι να μιλή χυδαία. Οι Αθηναίοι έσκαναν από τα γέλοια.
Ο Περικλής, ο αληθινός πατέρας της δημηγορικής τέχνης, μ' ένα του λόγο κόρωνε το λαό ή τον ησύχαζε πάλε• γίνουνταν αστραπή και βροντή, αναποδογύριζε την Ελλάδα — κ' έμοιαζε θεός. Ο Δημοστένης, άλλο θεριό. Αχ! τι φωνή είταν εκείνη! Σαν τις φλόγες πετούσαν τα λόγια του κι άναφταν τις καρδιές• είταν πυρκαϊά. Λες να είταν ο Φίλιππος κανένας Σλάβος, για να τα βάλη μαζί του ο Δημοστένης με τέτοιο θυμό; Ας έχουν τη Μακεδονία τους, έλεγε, κι ας μας αφήσουν εμάς την Ελλάδα. Και δόστου και δόστου! Χτυπούσε κι όλο χτυπούσε, σαν τον Ήφαιστο με το σφυρί. Θα ξανακούσουμε καμιά μέρα τέτοιο κακό; Ας το δώσουν οι θεοί! να χαρούμε και μεις, αφού είδαμε τόσα. Τι δύναμη που την είχε! Τι καλά που μιλούσε τη γλώσσα του δήμου! έβαζε στους λόγους του μέσα τις πιο γνωστές, τις πιο συνηθισμένες λέξες, τις κοινές φράσες του λαού. Φανταστήτε το Δημοστένη να μιλή την καθαρέβουσα! Δεν είναι πια Δημοστένης• είναι δάσκαλος. Όχι! με τους χωρατάδες, με τα γέλοια, με την ειρωνεία που καίει, με το πάθος που μπαίνει ίσια μέσα στη ψυχή, με την τρομερή λογική που θέλεις δε θέλεις σε καταπείθει, το σκοπό του όλο κυνηγούσε• έρριχτε το Φίλιππο στη λάσπη• τον έκαμνε μασκαρά!
Ο φίλος ο Αριστοτέλης είχε άλλες φροντίδες. Κοίταζε πώς να πλουτίση τον αθρώπινο νου, πώς να χωρέση το κεφάλι του αθρώπου πιώτερη μάθηση, πιώτερες γνώσες, πώς να καταλογήση όσα ξέρει, πώς να κάμη την επιστήμη να προδέψη• στάθηκε ο πρώτος δάσκαλος της Εβρώπης. Περπατούσε με τους μαθητάδες του κ' έλεγε λόγια που μπορούσε κι ο Πλάτωνας να τακούση. Τα σημείωναν οι μαθητάδες γρήγορα γρήγορα και στα πεταχτά• έτσι σώθηκαν πολλά του Αριστοτέλη. Όταν τα βλέπουμε τυπωμένα, μας έρχουνται κάπως ξερά και ψυχρούτσικα• μα τώρα που τον άκουγα, που τον είχα μπροστά μου, έννοιωθα την καλοσύνη του όλη, την τρυφερή του ψυχή, της καρδιάς του τη γλυκήτητα και τη χάρη. Ποιος μπόρεσε ποτές και ποιος θα μπορέση να μιλήση με τόση αγάπη και με τόσο ύψος για το θεό; Ποιανού μάτια είδαν τόσο καθαρά και χάρηκαν τόσο πολύ να διούν τη Δικιοσύνη; Την όψη της, λέει, μήτε ο εσπερινός την αξίζει μήτε ο αβγερινός• η φύση τόσο ωραία δεν είναι! Ποιος εννόησε καλήτερα που η ενέργεια είναι ο γενικός νόμος του κόσμου; Κι όταν κλαις κι όταν έχεις κανέναν καημό και λυπάσαι, έλεγε την ώρα που τον άκουγα στην Ακρόπολη, μπορεί μόλον τούτο να μην είσαι δυστυχισμένος, αφού μέσα σου νοιώθεις την ψυχή σου κ' ενεργή. Κανένας καρδιογνώστης δεν ανάλυσε με τέτοια δύναμη κι αλήθεια κάθε πάθος της καρδιάς μας. Δε βρέθηκε άλλος σαν το Σταγειρίτη, για να ξεδιαλύση τα μυστικά της αθρωπότητας και της ζωής. Κανείς δεν είχε κρίση πιο σωστή και νου πιο γενναίο. Τόσο λαμπρά δε μίλησε κανείς για τη φιλία, που δεν αρέσει τη μοναξιά και που χαίρεται περισσότερο με την αγάπη που χαρίζει παρά με την αγάπη που παίρνει. Άνοιγε η καρδιά μου να τον ακούω. Μ' έρχουνταν όλο να πάω να του φιλήσω το χέρι.
Ο Ξενοφώντας κι ο Πλάτωνας φιλοτιμιούνταν ποιος θα μιλήση πιο καλά για το Σωκράτη. Ο Ξενοφώντας τάλεγε στρατιωτικά κι απλά. Ο Πλάτωνας έβαζε και τον Πλάτωνα μέσα. Φαιδραίνουνταν η ψυχή με τη μιλιά του. Όλα του τα λόγια είταν ένα χαμογέλοιο. Δεν κοίταζαν τα μάτια του κατά γης• έλεγες μάλιστα πως μόλις πατούσε το χώμα. Κοίταζε ψηλά ψηλά στον ουρανό, σα να γέμιζε φως ο μεγάλος του νους. Σε φαίνουνταν που θωρούσε, μέσα μέσα στα γαλάζια τουρανού, ολωνών των πραμάτων τη μορφή και τις ιδέες, και τον περεχούσε εξαίσια χαρά που τέλος ξεσκεπάζουνταν μπροστά του η αλήθεια.
Πίσω στον Παρθενώνα είταν ίσκιος και στον ίσκιο μέσα κάθουνταν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, ο Παρμενίδης ο Ελαιάτης, ο Εμπεδοκλής, ο Ξενοφάνης. Λίγο λίγο προχωρούσαν• ο ήλιος όξω είχε τόση δύναμη, τόσο φως, που το μέρος εκείνο φαίνουνταν ακόμη πιο μάβρο• έμοιαζε σα να είταν κανένα βαθύ βαθύ σκοτάδι• έλεγες πως έβγαιναν οι φιλόσοφοι μέσα από κανένα χάος και πως πίσω τους είχανε νύχτα και καταχνιά. Όσο πρόβαιναν όμως, τόσο πιώτερο έλαμπε, τόσο πιώτερο γέμιζε αχτίδες το πρόσωπό τους. Ο Ηράκλειτος μιλούσε για τα ποτάμια που τρέχουν και για τον κόσμο που σαν ποτάμι περνά. Ο Δημόκριτος βαστούσε στα δάχτυλά του κάτι άτομα μικρά μικρά, γύρεβε να τα κόψη και δίδασκε πως όλα ξαναγεννιούνται. Για τούτο χαίρουνταν και γελούσε. Ο Αναξαγόρας τους κοίταζε κ' έλεγε πως χρειάζεται Νους για να στρώση τον κόσμο, για να συγυρίση τη φύση, για να ξεχωρίση τάτομα και να ζωντανέψη την ύλη. Με πόση διάνοια, με πόση κρίση και γνώση, πρώτοι τους εκείνοι, όταν ακόμη σώπαιναν οι γλώσσες και τα κεφάλια, κατάλαβαν την ύπαρξη και τη φύση, είδαν πως μια και μόνη αρχή, ένας γενικός νόμος κυβερνά τον Κόσμο, πως ο ουρανός κ' η γις, πως όλα τα φαινόμενα που βλέπεις είναι το ίδιο πράμα και μέσα τους έχουν ένα σύστημα μοναδικό που ενώνει το καθετίς το ένα με τάλλο. Πολύ πιο σοφοί, πολύ πιο μεγάλοι στάθηκαν εκείνοι κι από το Σωκράτη κι από τους άλλους. Κουβέντιαζαν κρυφά κρυφά αναμεταξύ τους και δεν μπορούσες ν’ ακούσης τι έλεγαν. Κοντά στους φιλοσόφους και λίγο πιο πίσω, γιατί έμοιαζαν ακόμη πιο παλιοί, στέκουνταν ένα σωρό τραγουδιστάδες. Ανέβαιναν και κείνοι στην Ακρόπολη. Έρχουνταν από την Αιολίδα κ' είχαν περάσει κάμποσα χρόνια στην Ιωνία. Διγούνταν παραμύθια του λαού κι αθάνατες ιστορίες. Είχαν όλοι τους στο μέτωπο γραμμένο το ίδιο όνομα, Όμηρος. Ένας όμως που έμοιαζε σα λοχαγός, περπατούσε μπροστά, έκρυφτε τους άλλους με τη μεγάλη του ράχη, με τωραίο του το κεφάλι και τους περιμάζωνε πίσω του με τρόπο που δεν τους έβλεπες πια και που φαίνουνταν ο μόνος Όμηρος εκείνος να είναι. Οι φιλόσοφοι κ' οι τραγουδιστάδες είχαν ομιλίες. Έλεγαν οι φιλόσοφοι• — « Ο νους του αθρώπου είταν κοιμισμένος• πρώτοι του δώσαμε ζωή. Φιλοσοφία δεν ήξερε και του μάθαμε φιλοσοφία.» — Έλεγαν οι τραγουδιστάδες• — « Η φαντασία του αθρώπου είταν κοιμισμένη• πρώτοι της δώσαμε ζωή. Ποίηση δεν ήξερε και του μάθαμε ποίηση.» Αθάνατα λόγια! Αθάνατος ο λαός που μπόρεσε μια μέρα να τα πη!
Τι να σας τα πολυλογώ; Τι να περάσω έναν έναν όσους απάντησα στην Ακρόπολη; Όλες οι δόξες της Ελλάδας βρίσκουνταν εκειπέρα• άκουσα και τον Ησίοδο να παραπονιέται γλυκά για τον αδερφό του, και να βάζη μέσα στον κατάλογό του τους ολύμπιους θεούς και τους ηρώους• τον Ιππώναχτα, τον Αρχίλοχο που σκότωναν άθρωπο μ' ένα τους στίχο• τον Αλκαίο, τον καλό σοβαρό και φρόνιμο Ανακρέοντα, την αθάνατη Σαφώ που έμοιαζε φλόγα• τον Αλκμάνα, τον Ίβυκο, το Στησίχορο το γενναίο, το θρήσκο Σιμωνίδη τον Κείο. Κάπου κάπου έβλεπα και κάτι σκιές, κατάχλωμες και σα μισοσβισμένες που περπατούσαν κάτω μακριά, τον Ορφέα, το Λίνο, το Μουσαίο• μέσα σ' αφτές τις σκιές βρίσκουνταν κι άλλες δυο• ίσως είταν ο Πυθαγόρας η μια κι ο Λυκούργος της Σπάρτης η άλλη. Όσοι στέκουνταν μπροστά στον Παρθενώνα φαίνουνταν πολύ καλήτερα. Είδα τον Ισοκράτη, που όλο διώρθωνε τα γραψίματά του, το Λυσία, τον Υπερίδη, το Λυκούργο, τους δέκα ρητόρους, τους σοφιστάδες, το Μέναντρο και τους κωμικούς, το σοφό τον Επίκουρο, τον Παναίτιο, τον Ποσειδώνιο, το Ζήνωνα και τους άλλους φιλοσόφους. Είταν κι ο Πλούταρχος εκεί, με πρόσωπο γελαστό, κοντούτσικος, με παχούτσικα μάγουλα και γενναία όψη• είταν κι ο Λουκιανός ο παιχνιδιάρης• πολεμούσαν του κάκου κ' οι δυο τους νανεβούν ίσια με τον Παρθενώνα. Είταν άλλοι πολλοί, μα πού να τους θυμηθώ; Μόνο το Θεόκριτο δεν είδα• οι αρχαίοι δεν τον ήθελαν πλάγι τους και του έλεγαν πως είναι μαϊμού. Μαζί με τους Αλεξαντρινούς τον είχανε μέσα στο Μουσείο.
Οι αρχαίοι περπατούσαν, κάθουνταν, πήγαιναν εδώ και κει, έπιαναν κουβέντες, γελούσαν και φιλοσοφούσαν. Παρατήρησα όμως που πάντα γύριζαν τη ράχη τους στο Πανεπιστήμιο. Αλήθεια, πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι! Παρατήρησα κι άλλο ένα• οι αρχαίοι δε μιλούσαν αρχαία, μιλούσαν τα ρωμαίικα. Οι αρχαίοι πήραν τον ίδιο δρόμο που πήρε κ' η γλώσσα τους• κάθε χρόνο, κάθε δέκα, κάθε πενήντα χρόνια και κάθε αιώνα λίγο λίγο μεταμορφώνουνταν η γλώσσα τους• όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιώτερο έμοιαζε με τη δική μας σήμερα. Οι αρχαίοι, που έζησαν και κείνοι μαζί με τη γλώσσα, αφού και τώρα τους έβλεπα ακόμη στην Ακρόπολη, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουν οι ίδιοι, μίλησαν τη δημοτική• — «Άλλαξαν οι καιροί, μ' έλεγαν, αλλάξαμε και μεις. Μοναχό του έγινε το πράμα, απλά και φυσικά. Χίλιες φορές αλλάξαμε γλώσσα κι άλλη δουλειά δεν κάμναμε. Ο Πλάτωνας δε μιλούσε την ίδια γλώσσα που μιλούσε ο Όμηρος μήτε που μίλησε ο Μέναντρος κατόπι. Ο σκοπός μας είταν πάντα να μη δυσκολέβεται ο κόσμος με τα λόγια μας και για τούτο είχαμε πάντα τη γλώσσα της εποχής μας. Αν έπρεπε να μιλούμε σήμερα απαράλλαχτα και σωστά σαν που μιλούσαμε τότες, ποιος θα μας καταλάβαινε; ίσως δυο τρεις φιλόλογοι στην Εβρώπη• στην Ελλάδα βέβαια μήτε μισός φιλόλογος δε θάννοιωθε τι λέμε. Τα ξεχάσαμε κι όλας. Βλέπουμε μάλιστα που σήμερα ξέρουν τη γλώσσα μας στην Εβρώπη πολύ πιο καλά παρά που την ξέραμε στα χρόνια μας. Βρίσκουν ένα σωρό πράματα που μήτε είχαμε ιδέα• ετυμολογούν τις λέξες που συνηθίζαμε καθημερνά, χωρίς να φανταστούμε που είχαν καμιά συγγένεια μ' άλλες γλώσσες και που τις ίδιες ρίζες μπορείς ναπαντήσης στα σασκρίτικα και σε πολλές άλλες γλώσσες. (Είταν τόντις προκομμένοι οι αρχαίοι• να που ήξεραν και σασκρίτικα!). Μόλον τούτο δεν είπαμε ποτές τη γλώσσα μας βάρβαρη. Σήμερα στην Ελλάδα, όσο μπορέσαμε να καταλάβουμε, όποιος δεν ξέρει να ετυμολογήση μια λέξη ή να ξηγήση έναν τύπο, δεν πάει να μάθη στο σκολειό, μόνο θα πη τη λέξη βάρβαρη και βάρβαρο τον τύπο, γιατί νομίζει πως ό τι εκείνος δεν ξέρει, δεν μπορεί και να είναι σωστό.» Αναστέναζαν οι αρχαίοι και παραπονιούνταν• — «Αχ! παιδί μου, να ήξερες τι σκοτούρες που μας έδωσε η γλώσσα μας! Όταν αρχίσαμε να γράφουμε, είχαμε κάμποσες δυσκολίες. Η γλώσσα μας μορφωμένη δεν είταν ακόμη. Ρώτα τον Πλάτωνα να στο πη• για να φτάξη η γλώσσα του ομηρικού στίχου στην αττική φράση, για να γίνη η ομηρική γλώσσα ό τι έγινε κατόπι στον καιρό της χρυσής μας εποχής, χρειάστηκε δουλειά και κόπος. Είδαμε και πάθαμε ώσπου να κάμουμε τη γλώσσα μας κάτι να είναι και να φαίνεται. Τώρα που το κατωρθώσαμε, μας βγήκε άλλος μπελάς στο κεφάλι• μας έβαλαν την καθαρέβουσα στη ράχη. Πρέπει να τη φορτωθούμε, σα να είταν τάχατις γλώσσα δική μας, σα να είταν παιδί μας και σα να την είχαμε κάμει ποτές.»
Κάποτες θύμωναν οι αρχαίοι• — « Η καθαρέβουσα! Είναι άξιοι να κάμουν τον κόσμο να πιστέψη πως τόντις μπορέσαμε να μιλήσουμε τέτοια βάρβαρη γλώσσα! Πάντα μιλήσαμε τη γλώσσα του καιρού που ζούσαμε. Αλλιώς πώς θα είτανε δυνατό να σωθούν οι ραψωδίες αφτωνών που βλέπεις εκειπέρα, πίσω στον Παρθενώνα; Α δεν είταν του λαού γλώσσα, πώς θα τη μάθαινε ο λαός; πώς θα την ήξερε; Πώς θα πήγαιναν οι Αθηναίοι στα θέατρα νακούσουν Εβριπίδη, Σοφοκλή, Αισκύλο; Πώς θα το κατώρθωνε ο Δημοστένης να βάλη φωτιά σ' όλη την Ελλάδα; Ποιος θάδινε προσοχή στα λόγια του Δημοστένη, αν ο καθένας δεν είταν άξιος να τα καταλάβη;»
Αλήθεια, πολύ μ’ αρέσουν οι αρχαίοι! φρόνιμα μιλούσαν. Οι αρχαίοι κάπου κάπου άνοιγαν το στόμα κι απορούσανε σαν τα παιδιά. Έβλεπαν κάθε μέρα στην Ακρόπολη Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς και δεν ήξεραν καλά καλά τι λογής αθρώποι είταν. Άξαφνα με ρώτηξαν• — « Τι πράματα είναι τούτοι με τα ψηλά καπέλλα και τα κοντά τα ρούχα; Τώρα που σ’ ήβραμε, για πες μας λιγάκι.» — « Αφτοί, τους κάμνω γω, είναι ξένοι. Λέγουνται Γκέτες, Σαικσπείρος και Βολταίρος. Καλοί μου προγόνοι, βλέπετε που δεν έχουν ελληνικά ονόματα• σαν που συνηθίζατε να λέτε στον καιρό σας, είναι βάρβαροι.» — «Βάρβαροι! σώπα, παιδί! Αν είναι αφτοί που λες, τους ξέρουμε γιατί κουβεντιάζουμε συχνά μαζί στους ηλύσιους κάμπους• εκεί κάτω, φορούνε χιτώνα σαν και μας• για τούτο δεν τους γνωρίσαμε τώρα με τα φωκόλα. Μη λες βαρβάρους τέτοιους άντρες• είναι δικοί μας. Ό τι κάμαμε στα χρόνια μας, τόκαμαν εκείνοι στα δικά τους. Είναι ίσια με μας και μη σε μέλη.» — « Έλεγα μόνο…, προσπάθησα να το διορθώσω, γιατί δεν έγραψαν τη γλώσσα σας και μόνο με τη γλώσσα την αρχαία νόμιζα που μπορούσε κανείς να γράψη αθρωπινά. Ο Σαικσπείρος τουλάχιστο μεταφράστηκε.» Είδα που ο λόγος μου δεν τους άρεσε. Σιγά σιγά μουρμούριζαν• — « Την αλήθεια, την αλήθεια, παιδί μου!» Δεν είπα πια γρυ• μόνο, για να μην τα χαλάσουμε, που τα πηγαίναμε τόσο καλά, έπιασα τα γόνατά τους σαν τον ικέτη• έπειτα πήγα να κάτσω χαμηλά χαμηλά κατά γης, να τους κοιτάζω.
Τους έβλεπα τώρα συλλογισμένους• δεν περπατούσαν πια. Είχαν τα μάτια τους κάτω στην πόλη και πρόσμεναν. Άλλο στην Ακρόπολη δεν ακούγουνταν παρά σιωπή. Μ' έπαιρνε ύπνος και κόντεβα να κοιμηθώ. Με ξύπνησε άξαφνα η φωνή τους• — « Για να σου πω! Οι ομογενείς τι φτειάνουν εκεί κάτω;» — Έκαμνα τον πεθαμμένο και μιλιά δεν έβγαζα από το στόμα μου•― « Μπας και βουβάθηκες, που δε λες τίποτις» με κάμνει ο Αριστοφάνης. — «Μπαμπάκα μου, του λέω, οι απόγονοι σας, όταν πολεμούν, είναι θεριά και δεν είναι άθρωπος στον κόσμο να βγη μ' αφτούς• όταν πιάσουν κοντύλι να γράψουν,… τότες… τότες… είναι και τότες θεριά.» Χαμωγέλασαν οι αρχαίοι με πολλή καλοσύνη•
— «Είσαι ακόμη παιδί και δεν έμαθες να φαίνεσαι μεγαλόκαρδος με τους αθρώπους. Το παραμικρό λάθος, δεν το συχωρνάς και κανένα δε σε ξεφέβγει. Ίσως πάλε γνωρίζεις τόσο καλά τα λαττώματα του Γραικού, γιατί τάχεις εσύ ο ίδιος• αφού κατατρέχεις τόσο πολύ μερικές του ιδέες, θα πη που τις είχες πρώτα και συ. Εμείς, είμαστε γέροι• κρίνουμε πιο ήσυχα, πιο σωστά. Με μιας η Ρώμη δεν έγινε Ρώμη, έλεγαν οι γειτόνοι μας. Κάθε πράμα θέλει καιρό. Μη φοβάσαι• οι δασκάλοι αιώνιοι δεν είναι και θα τελειώση μια μέρα το κακό. Να τους λες περαστικά! όταν τους ακούς. Τι τάχατις; Νομίζεις που και μεις δεν έχουμε την έννοια σας; Όλα θα τα σιάξη ο καιρός. Εδώ που μας βλέπεις, ερχούμαστε συχνά και κοιτάζουμε κάτω να διούμε αν άξαφνα δε φανή κανένας που να μοιάζη τους ξένους εκείνους, που να μοιάζη και μας. Κάπου κλαίμε που δεν έρχεται κανείς. Ο Εβριπίδης, με τη μελαχολική του ψυχή παρηγοριά δεν έχει. Ποιος θα μας μιμηθή μια μέρα; Ό τι κάμαμε στον καιρό μας, ποιος θα το ξανακάμη στο δικό σας; Ποιος θα μιλήση γλώσσα ζωντανή σαν τη γλώσσα που μιλούμε σήμερα και μεις οι ίδιοι, για να μη φαίνεται πως κόπηκε η σειρά και που δεν υπάρχει πια ελληνική φιλολογία;
Ίσως πάλε φταίμε μεις, που δεν έγινε τίποτις ίσια με τώρα. Ξέρεις τι θα πη, ένας λαός να μας έχη προγόνους; Ξέρεις τι βάρος είμαστε; Για κοίταξε την Ακρόπολη καλά• στέκεται ίσια ίσια απάνω στην Αθήνα, σα να είναι έτοιμη να πέση απάνω της να την πλακώση. Τέτοια τύχη έχουν κ' οι δικοί μας• η αρχαία δόξα όλο πάει να τους πλακώση. Τα καημένα μας τα παιδιά! Να τα λυπάσαι και να ταγαπάς! Ό τι μπορούν το κάμνουν. Όλο γράφουνε μέρα νύχτα. Διές ο Θανάσης πόσο κοπιάζει! Διές το Μαστρογιάννη πόσο ιδρώνει! μούσκεψε και το χαρτί που γράφει. Είναι φυσικό να μας μιμούνται και να θαρρούν πως το κατορθώνουν, κλέφτοντας τη μια λέξη και την άλλη. Είναι αλήθεια που δεν κλέφταμε τίποτις εμείς κ' έτσι δε μας μιμούνται σωστά. Τι να γίνη; Κάμνουν τους άντρες, σαν τα παιδάκια που παίζουν και τους διασκεδάζει το παιχνίδι.
Μας διασκεδάζει και μας. Όλο να χολοσκάνη κανείς δεν αξίζει! Θα το μάθης και συ κατόπι, άμα γεράσης. Βάλε που είμαστε και πεθαμμένοι. Δεν έχεις ιδέα τι βαρετό, τι μονότονο πράμα που είναι ο θάνατος! Όσο μπορεί κανείς, πρέπει να παίρνη το θάνατο λαφριά. Η καθαρέβουσα έχει τα καλά της• να διής που κάπου κάπου, όταν τύχη και μας πιάση σταναχώρια, τη φέρνουμε απάνω στην Ακρόπολη και περνούμε λαμπρά.»
Αλήθεια, μόλις το είπαν κ' ήρθε τρεχάτα ίσια με το μέρος που κάθουνταν οι αρχαίοι, ένα παιδί ασπροντυμένο• έφερνε μέσα στην ποδιά του ένα σωρό φημερίδες και βιβλία• από πίσω του έρχουνταν όσοι είχανε γράψει τα βιβλία κι όσοι γέμιζαν κάθε μέρα τα δημόσια φύλλα. Βρέθηκα και γω μέσα σ' αφτούς. Τότες είδα μια ομηρική σκηνή. Αμέσως κατέβηκαν από τον Παρθενώνα τους οι αρχαίοι κ' έκατσαν όλοι με την αράδα στου Διόνυσου το θέατρο. Με φάνηκαν πιο μεγάλοι, πιο αρχαίοι παρά ποτές• έλεγα πως έβλεπα τους τρομερούς θεούς στον Όλυμπο καθισμένους. Έβαζαν τον καθένα να διαβάση όσα είχε γραμμένα ή σε βιβλίο ή μέσα σε καμιά φημερίδα. Φαίνεται πως τέτοια συνήθεια είχαν οι αρχαίοι και πως μια φορά το χρόνο έφερναν τους ομογενείς στο Διονύσιο που δε βρίσκεται τόσο ψηλά και που δε μοιάζει να είναι τόσο αρχαίο σαν τον Παρθενώνα. Έβγαινε στη μέση ο καθένας με το βιβλίο στο χέρι, κι αρχινούσε να διαβάζη• τι να κάμης όταν τέτοιοι αθρώποι σε προστάζουν; Άμα πέρασε το πρώτο του κατεβατό ο πρώτος που έπρεπε να διαβάση, τους άκουσα και πάτησαν ένα γέλοιο, που κόντεψε τόντις η Ακρόπολη να πλακώση την Αθήνα. Τα χρειάστηκα κ' έφυγα μάνη μάνη, να μη με βάλουν και μένα στη μέση• είναι ώρες που πολύ πολύ δε μ’ αρέσουν οι αρχαίοι! Νόμιζα πως έβλεπα, στον Όλυμπο απάνω, τους αθάνατους θεούς να ξεκαρδίζουνται από τα γέλοια, όσο τους κερνούσε κουτσαίνοντας ο Ήφαιστος.

ΚΓ'.

Λόγος.
Όταν κατέβηκα στην Αθήνα, έμαθα κάμποσα πράματα που δεν ήξερα• κάπου χαίρουμουν, κάπου λυπούμουν. Ο Κομπέτος είχε παραιτηθή κι ο Κόντος δεν έβρισκε πια τι να γράψη• ο Χωριατάκης έγραφε βρισιές. Οι δασκάλοι, όλοι μαζί, μιμούνταν τους αρχαίους, μάλιστα τον Αριστοφάνη, και για τούτο φώναζαν όλη ώρα• Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ. Οι Αθηναίοι ήθελαν Ακαδημία και γύρεβαν Ακαδημαϊκούς. Οι κωμωδίες και τα δράματα πλήθαιναν κάθε μέρα• είτανε λόγος να χτίσουν το θέατρο με χαρτί αντίς πέτρες. Ένας νέος Κοντιστής είχε κάμει έναν τόμο αλάκαιρο επί Κόντου• σκάλιζε στους αρχαίους για να μάθη αν οι Αττικοί γνώριζαν τόνομα Κόντος κι αν πρέπει να τονίζουμε σήμερα Κόντος ή Κοντός. Οι femmes savantes — αι κομψευόμεναι γυναίκαι (δε μ' αρέσει η ονομαστική πληθυντική γυναίκες• είναι πάρα πολύ χυδαία• ο καθένας την έχει και τη λέει) — αι κομψευόμεναι γυναίκαι ζούσαν και βασίλεβαν. Ο Μολιέρος τις είχε ξεπαστρέψει μόνο στη Γαλλία. Στη Γαλλία κατάντησε όλος ο κόσμος να τις παίρνη στο ψιλό. Δόξα σοι ο θεός, σώζουνται ακόμη στην Ελλάδα• στην Ελλάδα όλος ο κόσμος τις δοξάζει. Ένα μόνο σε συβουλέβω, όταν τύχη και σ' αραδιάσουν ελληνικούρες, να μην τις διακόψης.
Με τους τόπους αλλάζουν οι συνήθειες, αλλάζει κ' η γνώμη. Φανταστήτε τώρα, στη Γαλλία, καμιά σκολαστική γυναίκα να κάθεται να λέη• η χιών τήκεται, αντίς λειώνει το χιόνι, ή τα τούβλα να τα πηπλίνθους. Δεν είναι της μόδας και δεν ταιριάζει. Στην Αθήνα και στην Πόλη, όσο πιο σκολαστική, τόσο πιο παινεμένη. Τα κάτω κάτω, δε θέλω να κακολογώ τις γυναίκες. Στην Αθήνα και στην Πόλη τις είδα πάντα γεμάτες ομορφιά και χάρη. Να σας πω όλη την αλήθεια, τις φοβούμαι κι όλας. Αλλοίμονο, αν πέσω στη γλώσσα τους. Μάλιστα θα τα πιθυμούσα πολύ να τις έχω μαζί μου• χωρίς τη γυναίκα, δε γίνεται καλή γλώσσα• η μάννα τη μαθαίνει του παιδιού της, και ταθάνατα έργα, τα έργα που δώσανε στους λαούς εθνική γλώσσα και φιλολογία, γράφηκαν πάντα, στη νέα μας την Εβρώπη, για να τα διαβάση καμιά γυναίκα.
Έπρεπε τόντις οι γυναίκες να είναι μαζί μας• θα είταν πια γενναίο — ήθελε είσθαι πλέον ιπποτικόν, ως έπος ειπείν — αν οι γυναίκες μας διαφέντεβαν, αντίς να μας κατατρέχουν, αφού το κάτω κάτω εμείς είμαστε οι λίγοι κι ως τόσο τολμούμε. Έπρεπε να τις αρέση το θάρρος κι ο πατριωτισμός. Και τι; Θα πιάσουν τώρα να μιλούν αρχαία; Θα γράφουν του αντρός των• — « Αππαπαί! ατταταιάξ! πότ' ουν, πότε ελεύση, ώ 'ναξ, πεσών εις τας εμάς αγκάλας;» Θα φωνάζουν του μωρού τους• — « Τω μαστώ επέχω σοι, βρέφος• συ δε έλξον κατασιωπήσαν»; ή θα λεν κάθε τόσο φιλώ, όπου είναι να πουν αγαπώ; ή θασυμβιβάζουν και κείνες, για να μας τα μπερδέψουν όλα και να βάλουν την αρχαία με τη νέα μαζί; ή θα μαθαίνουν την άνοστη, τη βάρβαρη την καθαρέβουσα που τίποτις δεν είναι και που νόημα δεν έχει; Αχ! οι γυναίκες μπορούν το έθνος να σώσουν και δεν το κατάλαβαν. Ας καταλάβουν τουλάχιστο ποιο είναι το συφέρο τους, με τι τρόπο θα φαντάξουν καλήτερα και πώς θα μας αρέσουν παραπάνω. Η γυναίκα θέλει αφέλεια κι απλότητα• αφτά είναι ταληθινά της στολίδια. Η δασκάλισσα δεν μπορεί νάχη, ό τι κι αν κάμη, της αγράμματης τη νοστιμάδα. Μια χωριανή, με τη φυσική της χάρη, πάντα πιώτερο θα σε μαγέψη παρά η πολίτισσα που κορακίζει. Στη γλώσσα, δε χρειάζεται κερατσισιά. Ας μην είναι κι αγράμματες, σα δε θέλουν• ας μάθουν τη δύσκολη τέχνη να φαίνουνται πως δεν ξέρουν και μας φτάνει, γιατί δεν ταιριάζουν ελληνικούρες στα κοραλλένια χείλια τα γυναικήσια.
Ας έχουμε καλές ελπίδες. Όλα διορθώνουνται με τον καιρό. Ο κόσμος κυβερνιέται με των αθρώπων τη γνώμη. Των αθρώπων η γνώμη αλλάζει κάθε ώρα. Είναι σαν τις φορεσιές• πότε αρέσει η μια, πότε η άλλη. Ένα πράμα που το νομίζαμε πρώτα κακό, άξαφνα μας φαίνεται καλό, κ' ένα άλλο που φαίνουνταν πέρσι καλό, το λέμε κακό του χρόνου. Συχνά μάλιστα τυχαίνει σήμερα να βρίζουμε όσα λατρέβαμε χτες. Έτσι και με τη γλώσσα• είναι μόδα. Οι δασκάλοι παν και λεν που οι γλώσσες δεν αλλάζουν. Έπρεπε πρώτα να μας βεβαιώσουν που κ' οι ιδέες τους δε θαλλάξουν ποτές. Φανταστήτε τι παράδοξο πράμα που θα είταν, αν έβαζε κανείς όλα του τα δυνατά για να μας αποδείξη που θάχη πάντα την ίδια γνώμη, κι ας περάσουν πενήντα χρόνια, ή ακόμη περισσότερα. Ως τόσο τέτοια πράματα μας λεν οι δασκάλοι• λογαριάζουν πως βαθμηδόν η γλώσσα θα προχωρήση, θα διορθωθή και που σε πενήντα ή εκατό χρόνια θα μιλούμε πια όλοι μας σαν τον Ξενοφώντα. Είναι σα να λογάριαζαν που σ' αφτό το διάστημα, όχι μόνο εκείνοι θάχουν τις ίδιες ιδέες για τη γλώσσα, μα που και τα παιδιά τους και των παιδιών τους τα παιδιά θα τις έχουν ίδιες κι απαράλλαχτες όλη τους τη ζωή. Τέτοια ακούς κάθε μέρα στην Ελλάδα κι όποιος στα λέει, στα λέει με τα σωστά του• δε γελά.
Ας ελπίζουμε που τα παιδιά μας θα είναι πολύ πιο φρόνιμα και θα κρίνουν πιο ορθά. Πολύ κρίμα θα είτανε να χαθή μια γλώσσα σαν τη δική μας και μεγαλήτερο κρίμα ακόμη να μην καταλάβη ποτές του ο Γραικός, αφού είναι έξυπνος κ' έχει νου, τι γυρέβει σήμερα από μας, τι μας προστάζει να κάμουμε η επιστήμη κ' η αλήθεια. Θα βάλουμε γνώση κ' είμαι ήσυχος. Γιατί προσπαθούμε να μιλούμε την αρχαία; Μόνο και μόνο γιατί θαρρούμε που μ' αφτό τον τρόπο δείχτουμε μάθηση κ' εβγένεια ψυχής. Άμα διούμε που το μόνο λάθος είναι να λέμε πατήρ αντίς πατέρας, άμα καταλάβουμε που η μόνη μας ντροπή είναι ναμελούμε την εθνική μας γλώσσα, που η μόνη δυσκολία είναι να την ξέρουμε καλά και να τη μιλούμε με την ίδια τέχνη που τη μιλεί ο λαός, τότες αμέσως θα πιάσουμε άλλο σύστημα. Άλλη δουλειά δε θάχουμε, άλλο δε θα πολεμούμε παρά πώς να μάθουμε τη γλώσσα μας. Θα πάρουμε δασκάλο το βαρκάρη, θα δίνουμε προσοχή στα λόγια του, θα τρέχουμε να σπουδάζουμε τη γλώσσα μας στου ράφτη και στου ποδηματά, σαν που τόκαμναν, είναι τώρα καιρός και χρόνια, στη Γαλλία, όταν άρχισε να μορφώνεται η γαλλική φιλολογία και να φυτρώνη η ποίησή της. Θα μας πιάση φόβος μήπως μας ξεφύγη άξαφνα καμιά ελληνικούρα, καμιά από κείνες τις ελληνικούρες που μας έρχουνται σήμερα πιο νόστιμες, πιο μυρωδάτες από τα λουλούδια της παράδεισος. Οι προκομμένοι, οι σοφοί που για την ώρα μόλις είναι άξιοι να πουν πέντε λέξες χωρίς να βάλουνε μέσα τουλάχιστο πεντέμισυ αρχαίες, θα φωνάζουν της καθαρέβουσας• Ύπαγε, Σατανά — κι άλλη ελληνικούρα δε θα πουν πια στη ζωή τους.
Ο Γραικός θα τιμήση τη γλώσσα του, άμα διή που κ' η γλώσσα του τον τιμά. Θα φαίνεται σ' όλους παράξενο πώς μπόρεσε τόσο καιρό και μας έμεινε η γλώσσα μας άγνωστη, κρυμμένη σαν το μάλαμα μέσα στις φλέβες της γης. Θα πιαστή το φιλότιμό μας• δε θα θέλουμε να λεν πως μόνοι μας εμείς είμαστε πίσω από τους άλλους λαούς, που παντού κατάλαβαν τι αξίζει η γλώσσα μας και που στην Ελλάδα δεν τόννοιωσε ακόμη κανένας. Ο Γραικός έχει κρίση και πνέμα ζωηρό. Σε μια ώρα καιρό προκόφτει όσο δεν προκόφτουν άλλοι σε χίλια χρόνια. Απάντησα μια μέρα ένα δασκάλο σ' ένα μικρό χωριό, κοντά στην Πόλη• πήγαινα να διώ το σκολειό του χωριού. Η μητέρα του δασκάλου, μια καλή και γελαστή γριά, ήρθε πλάγι μου να με παινέση το σκολειό, να με πη δα που ο γιος της ήξερε να δίνη καλά μαθήματα, και που τον περασμένο χρόνο είχαν ξέταξη τα παιδιά κι αποκρίθηκαν πολύ ωραία. Ο δάσκαλος, άμα άκουσε τη λέξη ξέταξη, ταράχτηκε, κατέβασε τα φρύδια του, έγνεψε της μάννας του και της είπε να φύγη. Φοβούνταν ο δύστυχος μήπως παρατηρήσω τη λέξη και σηκωθώ να πω στην Εβρώπη πως μιλούμε πρόστυχα στην Ανατολή. Πήγα κοντά στο δασκάλο και του είπα σταφτί• — « Πες της γριάς να κοπιάση πάλε μέσα. Ήρθα από την Εβρώπη μόνο και μόνο για να μάθω τη γλώσσα που μιλεί.» Σάστισε το δασκαλάκι• — «Μπα! λέει, αφτή τη γλώσσα την ξέρω και γω. Να στη μιλήσω, αφού θέλεις να τη μελετήσης.» Κι άρχισε αμέσως να μιλή σαν τη μάννα του.
Θα διήτε που μια μέρα θα καταντήση ντροπή να γράφουμε την καθαρέβουσα. « Τέτοια γλώσσα είχαμε και μιλούσαμε, θα λεν! Και πώς δε βλέπαμε την κακοριζικιά της;» Η δημοτική δε θα κρύφτεται, δε θα τραβιέται, δε θα φοβάται πια τότες να φανή, σα να είταν κανένα ντροπαλό, αρρωστιάρικο, ραχιτιάρικο, ψωριάρικο παιδί που δεν τολμά να βγη όξω στο δρόμο, γιατί όλο νομίζει που θα το περιπαίξη ο κόσμος. Η καθαρέβουσα θα κρύφτεται και θα τραβιέται, και θα φοβάται να μη διούν τη δική της την ανοησία. Έβρισε τη γλώσσα μας, την είπε πρόστυχη, χυδαία, βρώμικη• μ' αφτά τα λόγια έβρισε και το έθνος που είχε κάμει τη γλώσσα. Τώρα δε θα της τα μασήσουν και κεινής. Οι δασκάλοι δε θα σηκώνουν πια τη μύτη τους, γιατί σ' όλα θα ξέρουμε να τους αποκριθούμε. Θάχουμε να τους δώσουμε απάντηση, για κάθε λόγο που θα βγη από το στόμα τους.
Δε θα σας λεν που η γλώσσα του λαού είναι γεμάτη λάθη, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — « Πιάστε και γράψτε αφτή τη βάρβαρη γλώσσα, χωρίς να κάμετε ένα λάθος. Θα το καταφέρετε;» Δε θα σας λεν που η γλώσσα του λαού είναι ακανόνιστη και που δεν έχει γραμματική, γιατί θα τους πήτε τότε εσείς• — « Πώς η ονομαστική πατήρ έγινε πατέρας κι όχι πατήρος; πώς ο λαός αλλάζει τους αρχαίους τύπους μ' ένα τρόπο κι όχι μ' έναν άλλο; πώς μπορεί από το άνθρωπος να βγη άθρωπος, ποτές άνρωπος ή άρωπος ή άνθωπος; πώς μπορεί η ημέρα να λέγεται μέρα, όχι όμως ημέρ; Και στους δυο αφτούς τους τύπους ένα φωνήεντο χάνεται. Πώς χάνεται το η κι όχι το α; Πώς χάθηκε το ν στη λέξη άνθρωπος, και πώς είναι αδύνατο να χαθή το ρ; Πώς σπουδάζουν παντού στην Εβρώπη τη δημοτική κι όχι την καθαρέβουσα; Πώς, όταν ένας γλωσσολόγος θέλει να παραστήση την ιστορική σειρά της ελληνικής γλώσσας από τα παλιά τα χρόνια, δε λέει γρυ για την καθαρέβουσα, μάλιστα μήτε τη συνορίζεται και προσπαθεί μόνο και μόνο να μάθη τους φωνολογικούς νόμους της γλώσσας του λαού;» Δε θα σας λεν οι δασκάλοι που η γλώσσα μας έχει πλάγι πλάγι τον ένα με τον άλλο τύπους αντίθετους και διαφορετικούς, που κάποτες λέειπως αντίς ό τι, κάποτες που, κάποτες τίποτις, κάποτες πάλε τίποτες, τίποτι ή τίποτας, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς που οι αρχαίοι έκαμναν τα ίδια, που έλεγαν ότι και ως ή απαρέφατο χωρίς ότι και χωρίς ως, μείζονες και μείζους, μικρός και σμικρός, ένεκεν και ένεκα, που είχαν αόριστο πρώτο κι αόριστο δέφτερο, κι άλλα τέτοια πλήθος, που κι αφτή η καθαρέβουσα, μ' όλη της την περηφάνεια, κάποτες γράφει εστί, κάποτες είναι, κάποτες απαρέφατο, κάποτες να, που πολύ πιο άτοπα φέρνεται από την αρχαία κι από τη νέα μαζί, αφού ανακατώνει και δεν έμαθε να ξεχωρίζη δυο γλώσσες, δυο γραμματολογικά συστήματα, δυο χρονολογίες, δυο στάδια του αθρώπινου νου κ' έχει τη συνήθεια να μην ξέρη μήτε τι γράφει, μήτε τι πρέπει να γράψη.
Δε θα φωνάζουν οι δασκάλοι που έχουμε χίλιες γλώσσες στην Ελλάδα και στην Ανατολή, που σε κάθε τόπο μιλούν άλλη γλώσσα, που αφτές οι χίλιες γλώσσες έχουν αναμεταξύ τους χίλιες διαφορές, που μ' αφτό τον τρόπο δεν ξέρουμε ποια γλώσσα να γράφουμε, — γιατί θα τους πήτε τότες εσείς που οι αρχαίοι είχαν ακόμη πιώτερες γλώσσες και πιώτερες διαφορές, που είχαν ομηρική, αιολική, δωρική, βοιωτική, ιωνική, αττική, άλλες τόσες στη στεριά, στα νησιά άλλες τόσες και που τις έγραφαν όλες. Δε θα σας λεν που η κοινή μας η γλώσσα παίρνει έναν τύπο από δω κ' έναν τύπο από κει, έναν από την Αθήνα κ' έναν από την Πόλη, που έτσι έχει ανωμαλίες, που σε μια λέξη βάζει ένα γ μέσα σε δυο φωνήεντα, που σ' άλλη λέξη βγάζει το γ, — γιατί θα τους πήτε τότες εσείς που οι ίδιες ανωμαλίες βρίσκουνται στην αρχαία, που κ' οι αρχαίοι πολλά έβαζαν εκεί που δεν έπρεπε να τα βάλουν, που έλεγαν αλείφω με αλείπω χωρίς αεμέ με εσυ χωρίς ε, που αν οι δασκάλοι δεν το ξέρουν ακόμη, πρέπει να πα να το μάθουν και που είναι καιρός. Δε θα σας λεν που δεν έχουμε μια κοινή, γενική, μια πανελλήνια γλώσσα, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — «Για μίλησε τη γλώσσα που μιλείς, να σε δείξω που κάθε Γραικός θα σε καταλάβη.» Δε θα σας λεν — « Εμείς έχουμε σκοπούς πραχτικούς. Μπορεί η γλωσσολογία νάχη δίκιο και να μιλή καλά ο λαός• μα θέλουμε να κάμουμε μια γλώσσα που να συνεννοούνται όλοι οι Έλληνες αναμεταξύ τους, και για τέτοιο σκοπό ποια άλλη γλώσσα θα πάρουμε παρά την αρχαία, που έχει τη γραμματική της, που έχει τύπους ωρισμένους, που θα είναι η ίδια γλώσσα για τον καθένα;» Δε θα κάμνουν πια έτσι το φρόνιμο, το γνωστικό, δε θα σας λεν τέτοια λόγια κάτι μωρά παιδιά με τις άσπρες τρίχες, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — « Μίλησε την καθαρέβουσα ή σα θέλεις την αρχαία στο βαρκάρη, στο χωριανό, στο λαό, να διούμε θα νοιώση τι του λες; Πιάσε και πες του πατέρας. Κάθε άθρωπος θα σε καταλάβη αμέσως, όπως κι α λεν τον πατέρα στον τόπον του, ή φέντη, ή αφέντη, ή κύρη, ήμπαμπά. Εκεί που ο πιο πρόστυχος άθρωπος ξέρει τι θα πη η γυναίκα μου, το παιδί μου, η κόρη μου, σοφίστηκες εσύ που πρέπει να του αλλάξουμε τη γλώσσα, κι από τώρα και μπροστά να κάμουμε το βαρκάρη να κλίνη η γυνή, της γυναικός, η σύζυγος, της συζύγου, ο παις, του παιδός, τους παίδας, η θυγάτηρ, της θυγατρός, τας θυγατέρας. Και τέτοιο άνοστο πράμα έρχεσαι και μας το βαφτίζεις κοινή γλώσσα, σκοπό πραχτικό! Ο βαρκάρης, που έχει γνώση και που ξέρει τη γραμματική του καλήτερα από σένα, τι θα κάμη; θα πη της σύζυγος ή της γυνής. Και να σου ταρχαία που του έμαθες!»
Δε θα σας λεν οι δασκάλοι που δεν πρέπει να βλέπουμε τη γλώσσα του λαού, που του προκομμένου η γλώσσα έχει κάποια σημασία, που η χυδαία είναι patois και που για τα patois δεν πρέπει κανείς να μιλή. Θα τους πήτε τότες εσείς• — « Μια εθνική γλώσσα δεν είναι patois, γιατί ένα έθνος δεν είναι χωριό και μόνο τα χωριά έχουν patois. Λεν patois ένα ιδίωμα, που λίγοι το ξέρουν και που λίγοι το μιλούν. Τέτοια σημασία έχει αφτή η λέξη. Αν το συλλογιστής καλά, θα διής μάλιστα που το σωστό το patois είναι η καθαρέβουσα, αφού τόντις λίγοι την ξέρουν και λίγοι τη μιλούν και πουθενά ο λαός δεν τη συνηθίζει. Μα και το patois για την καθαρέβουσα δεν ταιριάζει• η καθαρέβουσα δεν έχει μήτε χωριό δικό της. Άμα θέλει γαλλικές λέξες για να μας δείξη τι είναι η γλώσσα μας, πρέπει και μεις να της βγάλουμε όνομα γαλλικό και να την πούμε όχι patois, μα πολύ πιο σωστά jargon».
Δε θα σας λεν οι δασκάλοι που βαθμηδόν η αρχαία θα γυρίση πίσω, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — « Η αρχαία δεν έγινε αρχαία βαθμηδόν. Απαρχής είταν αρχαία και την ήξερε ο λαός. Σπουδάζετε την αρχαία στο σκολειό, κι αφτό είναι που σας μπέρδεψε, που σας χάλασε όλες σας τις ιδέες• θαρρείτε πως όλες οι γλώσσες γίνουνται στο σκολειό και που από κει βγαίνουν. Έτσι μήτε μπορείτε να καταλάβετε πώς μορφώθηκαν όλες οι γλώσσες του κόσμου. Για να καταντήση μια γλώσσα να είναι κοινή, για να μιλιέται παντού, πρέπει πρώτα κάπου να γεννήθηκε. Πρέπει πρώτα νάρχισε να μιλιέται σε κανέναν τόπο που και τα μωρά παιδιά τη μιλούσαν, άμα έτρεχε η γλώσσα τους. Πρέπει νάχη πατρίδα όχι το βιβλίο, όχι το σκολειό, μα ένα μέρος που να φαίνεται και στο χάρτη. Πρέπει νάχη μια γεωγραφική βάση. Σήμερα η αρχαία άλλη βάση δεν έχει παρά των δασκάλων τα κεφάλια. Τα κεφάλια όμως δεν είναι χώμα, δεν είναι κομμάτι γις• δεν έχουν καμιά γεωγραφική σημασία.»
Δε θα σας ρωτούν κάθε ώρα οι δασκάλοι• — «Για ποιο λόγο λέει έτσι ο λαός κι όχι αλλιώς; Έχει νόημα ένας τέτοιος τύπος;» Θα τους πήτε τότες εσείς• — «Δεν είναι δουλειά σας να το ξέρετε. Αν κανείς σας ζητήξη γιατί λεν οι αρχαίοι πατήρ κι όχι πατέρ, τι θαποκριθήτε; τίποτις! Ίσως πήτε μόνο• τόλεγαν έτσι, γιατί έτσι τόλεγαν. Το ίδιο να λέτε και για τη γλώσσα του λαού. Έτσι το λέει, γιατί δεν το λέει αλλιώς. Δεν είναι του καθενός έργο μήτε δουλειά του καθενός να είναι γραμματολόγος, όπως δεν είναι και του καθενός δουλειά να ξέρη χυμία ή φυσική. Ως τόσο τα χυμικά και φυσικά φαινόμενα που δε σπούδαξε ο ίδιος, δεν τα λέει βάρβαρα και δε νομίζει πως δεν έχουν το λόγο τους. Αφτό να κάμετε και με τη γλώσσα. Η δουλειά σας είναι πρώτα να παραδέχεστε τους τύπους του λαού• της γραμματικής χρέος είναι να τους ξηγήση.»
Τα παιδιακήσια τα λόγια δε θάχουν πια καμιά πέραση στην Ελλάδα. Κανείς δε θα λέη που η γλώσσα του λαού θέλει διόρθωση, γιατί ο άθρωπος δεν έχει κανένα δικαίωμα να διορθώνη τους φυσιολογικούς και ψυχολογικούς νόμους, να σιάζη το ένα και να στρώννη τάλλο. Ένας άθρωπος μοναχός του δεν έχει αρκετή σοφία για ναποφασίση πως εκείνος έχει δίκιο και που όλο το έθνος έκαμε λάθος να μιλήση τη γλώσσα του φυσικά. Άξαφνα αλλάζουν οι ιδέες, προκόφτουν τα κεφάλια, καταλαβαίνουμε πράματα που δεν τα καταλαβαίναμε πριν και βλέπουμε που εμείς είχαμε άδικο και που το πλήθος, ο λαός, το έθνος είχαν τη σωστή κρίση, και χωρίς να τρέχουνε στο σκολειό, κατάλαβαν την επιστήμη και την αλήθεια.
Σήμερα, για να βγη στη μέση η δημοτική, για να γράφεται και να μιλιέται, πρέπει πρώτα να δικιολογηθή, πρέπει να ζητήξη συμπάθειο, πρέπει να πάρη δικηγόρο, σα να είταν μπροστά στο δικαστή και σα να είχε ανάγκη ναποδείξη πως είναι αθώα και που δε σκότωσε άθρωπο. Μια μέρα θα φέρουμε την καθαρέβουσα στο κριτήριο και θα πρέπη να δικιολογηθή εκείνη. Θα της φωνάξουν απ' όλα τα μέρη• — « Πώς τόλμησες να μας σηκώσης τη γλώσσα μας; Πώς ήρθες εσύ, με την ψεφτοσοφία σου και μας κατάστρεψες τη γλώσσα του λαού, και μας χάλασες την αρχαία; Τι μιλείς για λάθος; Δε βλέπεις που εσύ η ίδια, από πάνω ως κάτω, δεν είσαι παρά λάθος; Τι φτειάνεις τύπους κάθε μέρα; Τι αφανίζεις τη γλώσσα του λαού μας; Έγινες σαν τον Πλάστη και θέλεις να μορφώνης και να σιάζης; Ποια είσαι; Νόμους του κεφαλιού σου θα μας βγάλης; Τους μόνους κι αληθινούς νόμους πρέπει να τους γυρέψης στη γλώσσα του λαού, και τη γραμματική του πιστά να την ακουλουθήσης. Έτσι τουλάχιστο δε φτειάνεις γλώσσα• φτειάνει ο λαός τη δική σου — κι αφτό είναι το μόνο σωστό.»
Ο λαός είναι που μιλεί την αρχαία. Ένας αρχαίος τύπος, για ναλλάξη, έπρεπε αδιάκοπα κι από τα παλιά τα χρόνια ίσια με τώρα, να βρεθή στο στόμα του λαού, γιατί αλλιώς δε θάλλαζε ποτές. Ο ίδιος άθρωπος που είπε πρώτα φιλέω, είπε λίγο λίγο φιλώ και κατάντησε σήμερα να προφέρνη φιλό. Μ' αφτό τον τρόπο, κάθε λέξη που θα σε πη ο λαός είναι αρχαία, γιατί κάθε ώρα την έλεγε διαφορετικά κι ως τόσο είταν πάντοτες η ίδια. Άμα πας να ξεσκονίσης τα βιβλία και ναρπάξης μέσα τη λέξη που σ' αρέσει, δε μιλείς αρχαία• παίρνεις μια λέξη από τους αρχαίους, μα αφτή η λέξη δεν έχει ιστορική σειρά, δεν την είπε πάντα ο λαός• αρχαία δεν είναι.» Κ' έτσι θα σωπάση η καθαρέβουσα.
Θα είναι τόντις μια χρυσή εποχή, η εποχή που σας λέω. Θα χαίρεστε όλοι, θα χαίρουμαι και γω μαζί σας, αν τύχη και ζήσω ίσια με τότες. Μα δεν το πιστέβω. Μήτε πιστέβω να ζη ο εγδότης που δε θέλησε να τυπώση τα βιβλίο μου. Θα το τύπωνα χάρισμα, σε μια τέτοια εποχή, δίχως να βγη από την τζέπη μου παράς• μάλιστα θα κέρδιζα παράδες• τώρα θα κερδίσω μόνο βρισιές. Έχω δίκιο που σας τη λέω χρυσή εποχή. Πολλά θάματα θα διήτε. Οι δασκάλοι θα περηφανέβουνται που μιλούνε σαν το λαό. Ο Χατζιδάκης θα με βρίζη πρόστυχα. Όνοι δε θα βρίσκουνται πια πούπετις• θα είναι όλοι γαϊδάροι. Ο Κόντος θα με διαβάζη και δε θα θυμώνη• θα γράφη Παρατήρησες ή Παρατηρήσες και πάλε θα βασανίζεται για τον τόνο. Στα σκολειά θα παραδίδουν το Ταξίδι μου• μα οι προκομμένοι θα φωνάζουν κ' οι δασκάλοι θα παραπονιούνται που η γλώσσα μου δεν είναι αρκετά δημοτική. Καθαρέβουσα θα καταντήση η γλώσσα που γράφω τώρα κι όσα λέω τους δασκάλους, θα με τα πουν εμένα. Η αρχαία θα μας φαίνεται χυδαία και βάρβαρη. Οι κυρίες στα σαλόνια θα φιλοτιμιούνται ποια να μιλήση καλήτερα τη γλώσσα του λαού, ποια να μας δείξη πως την έμαθε. Θα κάμνουν το γραμματισμένο• θα γίνουνε σκολαστικές, από την τρομάρα που θάχουνε μήπως τύχη και μας πετάξουν καμιά δοτική, από τον πόθο τους να καταλάβουμε πως ξέρουν πια και κείνες τι θα πη γραμματική, τι θα πη επιστήμη, που γνωρίζουν όλους τους φωνολογικούς, όλους τους μορφολογικούς νόμους της εθνικής μας γλώσσας.
Πότε θάρθη αφτός ο καιρός; Ώςπου νάρθη, παρακαλώ τουλάχιστο τις κυρίες να μη φιλονεικούν κάθε λίγο για την προφορά και για τη γλώσσα• δεν ταιριάζει και θα το καταλάβουν κατόπι. Τι θα πουν οι σπουδαίοι, οι σοβαροί άντρες, όταν τις ακούσουν; Άμα διούν που και γυναίκες ανακατώνουνται σε ζητήματα της επιστήμης, αμέσως θα μυριστούν που ο τρόπος μας να μελετούμε αφτά τα ζητήματα δεν έχει τίποτις να κάμη με την επιστήμη• ο μόνος λόγος που έχουμε να φωνάζουμε, να μαλλώνουμε για την προφορά, είναι που είμαστε Γραικοί• ένας τέτοιος λόγος όμως δεν είναι επιστημονικός• αν είμεστα Άγγλοι ή Γάλλοι, θα φρονούσαμε σαν τους άλλους, γιατί θα βλέπαμε την αλήθεια χωρίς πρόληψη. Η γυναίκα πρέπει να ξέρη μόνο να λέη• σ' αγαπώ. Οι δασκάλοι, όσο κι αν το θέλουν, ποτές δε θα κάμουν κανέναν άθρωπο να ξεχάση το φιλί• με το φιλί θα χαρή κάθε μάννα το πρώτο χαμογέλοιο του παιδιού της• ένα φιλί μας γέννησε όλους κι άμποτες όλοι μας να πεθάνουμε μ' ένα φιλί στα μάτια! Το φιλί είναι όλη μας η ζωή• η κούνια είναι ένα φιλί, ένα φιλί η αγάπη, ο τάφος ένα φιλί! Οι δασκάλοι δε θα μας το πάρουν έτσι και τη γλώσσα μας δε θα μας την πάρουν. Ας το θυμηθούν κι αφτό οι κυρίες κι ας μην ξεχάσουν ποτές μήτε το φιλί μήτε τη γλώσσα που το λέει έτσι. Για την ώρα, όση όρεξη κι αν έχω να τις κολακέψω, δεν μπορώ να πω πως μιλούν όμορφη γλώσσα.
Η γλώσσα μπορεί να μην είναι καλή• μα το φαγί που τρως στην Πόλη, στη Χιο και στην Αθήνα, δεν τόχουν πουθενά στην Εβρώπη. Δεν έχουν πουθενά οι γυναίκες τόση φιλοφροσύνη και νοστιμάδα, τόσο πνέμα οι άντρες και τόσο ζωηρό νου. Είδα σωρό κόσμους στην Αθήνα. Είδα και κάμποσους νέους• έκαμναν όλοι στίχους. Θάρρος, παιδιά, κι όλο μπρος! Με τις δημοτικές σας φημερίδες, με τα πεζά διγήματα και με τους στίχους, κάτι θα καταφέρετε και σεις. Ο σκοπός σας είναι μεγάλος κ' έχετε δίκιο. Φτάνει κάπου κάπου να πηγαίνετε στην Ακρόπολη, νακούτε τι σας λεν οι αρχαίοι• προσέξτε να μη σας βάλουν καμιά μέρα στο Διονύσιο. Μάθτε τη γλώσσα, να διήτε τι καλή που είναι• άλλη δε θα θέλετε να γράφετε. Όλα μπορείτε να τα πήτε με την εθνική μας γλώσσα, φτάνει πρώτα νάχετε να πήτε κάτιτις και να βρίσκουνται δυο ιδέες στο κεφάλι σας• μόνο να μην τη μισοξέρετε, να τολμάτε, και να μη φοβάστε τον κόπο που θα σας δώση η δουλειά. Ο νους κ' η φαντασία έχουν την αξία τους• μα μην ξεχνάτε τη γραμματική. Τη γραμματική πάντα στο προσκέφαλο!
Τη φαντασία για τίποτις δεν την έχω• την ποίηση δεν την ψηφώ. Φαντασία και ποίηση μπορεί νάχη ο καθένας, μάθηση δεν μπορεί, γιατί χρειάζεται θέληση και κόπος• αφτά δεν τάχουν όλοι, και χωρίς μάθηση, χωρίς τη γραμματική, οι πιο ωραίες φαντασίες, η πιο ψηλή ποίηση ξεπέφτει. Χωρίς τη γραμματική, δε διαβάζεται μήτε ο Σαικσπείρος. Γιατί είναι γλώσσα του λαού, θαρρεί ο καθένας πως είναι έφκολη και τη γράφει χωρίς να τη σπούδαξε ποτές. Μη νομίζετε πως είναι ντροπή να μαθαίνη κανείς όσα δεν ξέρει. Ο πιο προκομμένος μπορεί να προκόψη. Σε κάθε ηλικία μπορεί κανείς να πάη στο σκολειό. Το μεγαλήτερο σκολειό, το πιο δύσκολο μάθημα είναι η γλώσσα του λαού. Κανένα βιβλίο δεν αξίζει τη διδαχή που βγαίνει από του λαού το στόμα. Τις καλήτερες ώρες της ζωής σας, τις πιο αγαπημένες σας ώρες θα τις περάσετε με τη γράμματική στο χέρι. Έτσι τάλεγα με το Λάμπρο μια μέρα• ο καλός ο Μ. ο Λάμπρος με γύρισε, παντού. Τι πρόθυμος, τι δραστήριος άθρωπος! Σε μια ώρα καιρό, με πήγε στα Δημοτικά, στον Παρνασσό, στα βιβλιοπουλεία. Όλα πρόφταξα να τα διώ — και μαζί του όλα μ' άρεζαν. Από τη χαρά μου τον έταξα και γω, — αν αδειάσω και μ' αφήσουν οι δασκάλοι, — να γράψω καμιά μέρα και ναφιερώσω στον Παρνασσό μια Σύντομη γραμματική της γλώσσας μας για τα παιδιά. Ίσως μπορέσουν και γέροι να τη διαβάσουν.
Οι Αθηναίοι έχουν καλό σύστημα το καλοκαίρι• την ημέρα κρύφτουνται στα σπίτια τους, το βράδυ κάθουνται στους καφενέδες — με συμπάθειο! στα καφεΐα, ή μάλιστα εν τοις καφείοις, ή κάλλια εντός των καφείων. Είναι γελαστός, χαρούμενος λαός κι αγαπά να διασκεδάζη• η Αθήνα κατάντησε Παρισάκι. Ένα βράδυ πήγα και γω στον καφενέ. Στην Αθήνα, ακόμη και σήμερα, γίνουνται πολλά σαν που είτανε συνήθειο να γίνουνται στα παλιά χρόνια, στους βαγγελικούς καιρούς• βγάζει λόγο κανένας και λέει την ιδέα του. Οι άλλοι κάπου ρωτούν τι γνώμη έχει ο ρήτορας για το τάδε ή το τάδε• πρέπει ο ρήτορας να δώση απάντηση. Ο Αθηναίος είναι περίεργος και του αρέσει να ρωτά• είναι φιλόμαθος λαός. Διάβασα μια μέρα σε μια φημερίδα για ένα γλωσσολόγο που μιλούσε για τη γλώσσα. Αφού τα είχε πει όλα — έτσι έλεγε το φύλλο — βγήκε ένας να του ρωτήξη κατιτίς ακόμη• με τον ίδιο τρόπο ρωτούσαν οι Φαρισαίοι το Χριστό, « Ερωτηθείς δε ο κ. Χ.», έγραφε η γαζέττα, «απεκρίθη» Τόντις απεκρίθη ο κ. Χ. με μεγάλη προθυμία και χτύπησε όλο τον κόσμο, εμένα μέσα στους άλλους• η γαζέττα τύπωνε το λόγο του. Χωρίς να χτυπήσω άθρωπο, και χωρίς να τυπώση τα λόγια μου καμιά γαζέττα, τόπαθα και γω σαν τον κ. Χ. Στον καφενέ που κάθουμουν, είταν κάμποσοι φίλοι μου μαζωμένοι και με ρώτηξαν — « Κύριε καθηγητά, τι ιδέαν έχετε περί ξένων λέξεων;» Τώρα είμουν και γω ερωτηθείς. Τους είπα απάνω κάτω τέτοια λόγια•
«Άνδρες Αθηναίοι, άνδρες Κορίνθιοι, άνδρες Αρκάδες, άνδρες Μωραΐται και επίλοιποι άνδρες, — πολύ να προσέχετε τους τενεκέδες! Δεν ξέρετε τι μπορεί άξαφνα να βγη ένας τενεκές. Βλέπω τι θα με πήτε — « Έφκολα γνωρίζεις τον τενεκέ. Ο τενεκές είναι μέταλλο κι αμέσως φαίνεται. Δεν μπορεί τίποτις να βγη.» Μην το νομίζετε. Δε σημαίνει που ένας τενεκές δεν έχει μάτια, αφτιά, κεφάλι και νου. Κάποτες τυχαίνει να μην είναι τενεκές ο τενεκές και να είναι άθρωπος. Βάλτε λοιπό την προσοχή σας• μην κάμετε ποτές σας κανέναν τενεκέ πρωθυπουργό.
Άμα κάμετε καλό πρωθυπουργό, αμέσως πιάνετε άλλη δουλειά. Πρώτα μαζώξτε χρήματα όσα μπορείτε• ας δώση παράδες ο καθένας. Τότες έχετε στρατό• ο στρατός ποτές να μην ξαρματωθή γιατί χαθήκετε, να στέκεται πάντοτες στο ποδάρι, να είναι έτοιμος για κάθε περίσταση. Μα για να στέκεται ο στρατός πάντοτες στο ποδάρι, για να είναι έτοιμος για κάθε περίσταση, χρειάζουνται πεκούνια. Κοιτάξτε με κάθε τρόπο ναγοράσετε κανόνια, τουφέκια, μπαγιοννέττες, μπαρούτι, μπάλλες, σπαθιά. Τους αθρώπους τους έχετε. Θέλετε μόνο λίρες. Μην ξεχνάτε την αρμάδα• παραγγείλτε φρεγάδες θαρακωτές, καράβια και βαπόρια ντουζίνες• άμα πλερώσετε, έφκολα σας φτειάνουν και φρεγάδες και βαπόρια στις καλήτερες φάμπρικες; Ποιο είναι το προτιμότερο, καβαλλαρία, πεζικό ή ναφτικό; Απ' αφτά τα τρία ποιο συφέρει περισσότερο. Μπορεί να σκεφτούμε ξεχωριστά για το καθένα. Να σας πω την ιδέα μου• το προτιμότερο με φαίνεται, νάχη κανείς και τα τρία μαζί. Με το πεζικό φυλάγουνται λαμπρά τα σύνορα• με την καβαλλαρία πηδάτε και πάτε παρέκει• με το στόλο, φτάνει να τύχη κατάλληλη ώρα, κι αμέσως αρπάζετε κανένα νησί• το νησί σας δίνει φόρους και σας βάζει ένα σωρό παράδες στην κάσσα.
Μπορεί τώρα να πάρουμε κι άλλα μέτρα. Για νάχετε πιώτερους παράδες, σηκώνετε μερικά σκολειά κ' ένα δυο Πανεπιστήμια. Τι θα τα κάμετε τα τόσα; Μήτε γρόσια, μήτε δόξα, μήτε κομμάτι χώμα δε σας έδωσαν ίσια με τώρα. Κατάλαβα τι σας βαστά να τα σηκώσετε. — « Καλά! λέτε• αμέ τα βιβλία κ' οι οκάδες χαρτί που είναι μέσα; Τι θα γίνουν; Άλλος μπελάς πάλε τούτος.» — Σωστός ο λόγος. Κι αφτό θέλει σκέψη. Ελάτε λιγάκι να το συλλογιστούμε μαζί. Ίσως κάτι βγη. Για σταθήτε! Με φαίνεται που το χαρτί κάθε πράμα μπορεί να το κάμετε. Το χαρτί πάντοτες είναι χρήσιμο. Πρώτα πρώτα, τόχετε στουπί για τα τουφέκια. Όταν πάτε στον πόλεμο, μπορείτε να τυλίξετε μέσα τα παπούτσια σας, δε λέω το φαγί σας, μάλιστα αν είναι λαδερό, γιατί λιγδώνει και γίνεται γρήγορα μούσκεμα το χαρτί. Μα και για φαγί ταιριάζει, φτάνει να είναι σταφίδες, τσίροι, ψωμί ή τυρί ξερό. Βλέπετε που το βολέψαμε κι αφτό. Το κάτω κάτω, και για κάτι άλλες δουλειές είναι καλό το χαρτί. Είναι ανάγκη να κάθουμαι τώρα να σας λέω για τι δουλειές;
Θα σας πω ακόμη κι άλλο. Όταν οι Αουστριακοί κρατούσαν τη Βενετία, είταν αδύνατο να διής τσιγάρο σε βενετσιάνικο στόμα. Οι Βενετσιάνοι, που κάπνιζαν πρώτα σαν το καμίνι, έπαψαν άξαφνα να καπνίζουν. Οι Αουστριακοί είχαν τα καπνά και κάλλια βασανίζουνταν ο Βενετσιάνος ολημέρα, παρά να κάμη τον Αουστριακό να κερδίση μισό παρά. Κάτι θα πη ηρωισμός, ομόνοια, ζωντανό μίσος, έχτρα που μάτι δε σφαλνά, που μέρα νύχτα βιγλίζει. Πολύ σας τα συστήνω κι αφτά.
Τόσα είχα απάνω κάτω να σας πω για τις ξένες λέξες. Όταν κάμετε καλό στρατό, όταν αφήσουν το τσιγάρο στην Ανατολή, όταν άλλο δε βάλετε στα νου σας παρά μπαρούτι και φωτιά, τότες πάλε βρίσκουμε καιρό και φιλολογούμε. Οι ξένες λέξες κανένα κακό δε μ' έκαμαν• τις έχω μάλιστα ανάγκη για να πω πολλά πράματα που δε μ' έρχεται και δε γίνεται να τα πω αλλιώς• έτσι τις έκαμα δικές μου• τις έβαλα να δουλέβουν την ιδέα μου. Δεν ταιριάζει να κάμνουμε τους περήφανους με τις λέξες κι όχι με τους αθρώπους, να μη θέλουμε τούρκικα και να καλοπιάνουμε τους Τούρκους. Είναι περιττό να καθαρίζουμε τη γλώσσα που δεν τόχει ανάγκη και δε βρωμά• κάλλια να καθαρίσουμε την Ανατολή. Το τουφέκι από τη γλώσσα μας να το βγάλουμε, δε γίνεται, γιατί σκοτώνει Τούρκο• πολύ πιο φρόνιμο να βγάλετε τον Τούρκο από τα νησιά κι από τις επαρχίες, γιατί ο Τούρκος μπορεί να σκοτώση χριστιανούς. Σκοτώνει τους χριστιανούς ο καταραμένος και τι βγαίνει τότες; Ας λέμε όσο θέλουμε πυροβόλον κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Αχ! τάπιστα τα σκυλιά, τους συχαμένους τους βαρβάρους! Ποιος είναι Γραικός και μπορεί άλλο να γυρέβη, άλλο να ποθή μέρα και νύχτα παρά να πάρη την ψυχή τους; Ποιος μπορεί σήμερα να λέγεται άθρωπος, ποιος μιλεί για πολιτισμό κι αφίνει τέτοια ζώα στον κόσμο; Ομπρός λοιπό, τα παιδιά• ορμήστε, παλληκάρια, στο κριάς, στο πετσί! Χτυπάτε, όσο μπορείτε, — κι όταν μπορείτε. Αν έχετε τουφέκια, πάρτε τα τουφέκια• αν τα τουφέκια σας λείψουν, πάρτε πέτρες• αν και πέτρες δε βρεθούν, πολεμήστε με τα νύχια• αν τα νύχια σπάσουν και κείνα, με το στόμα, με τη γλώσσα, με τα δόντια, ρουφήξτε αίμα, δαγκάστε πρόσωπο, φάτε κόκκαλα. Όξω, όξω πρώτα τους ξένους. Για τις ξένες λέξες βλέπουμε κατόπι.»

ΚΔ'.

Ξένη γλώσσα.
Τα σπίτια στην Αθήνα είναι ωραία. Με πολύ γούστο τα κάμνουν και δεν είταν έφκολο πράμα, κοντά στην Ακρόπολη, να φτειάξουν παλάτια και να χτίσουν πόλη που να φαντάζη, που νάχη τόση χάρη. Οι πέτρες είναι πέτρες σωστές, κι όχι μουκαβάς. Το μάρμαρο ψέφτικο δεν είναι• είναι μάρμαρο αληθινό. Το κακό είναι όμως που το σπίτι το λεν οικία και οίκος• μ' αφτό τελειώνει η αλήθεια κι αρχίζει —… πώς να το φέρουμε; ας πούμε κ' ένα δυσάρεστο… — αρχίζει η ψεφτιά. Να μη θυμώσης και θα με καταλάβης• μάλιστα θα διής που άλλη λέξη δεν έχει. Μιλούμε για το καλό κι όχι για να βρίσουμε. Αν είναι πάλε και θυμώση ο αναγνώστης μου, ας το ρίξη στους δασκάλους• γιατί κοιτάξτε τι τρέχει. Όταν ο Γραικός είναι μοναχός του και μιλεί για λόγου του, μέσα στο νου του λέει σπίτι. Άμα ανοίξη το στόμα μπροστά σε κανέναν ξένο ή και σ' ένα δικό του, θυμάται που πρέπει να το πη αλλιώς• το μεταφράζει στη στιγμή και στο βγάζει οικία. Ο άλλος ο Γραικός που τον ακούει, σπίτι ξέρει και κείνος — να μην πη πως δεν το ξέρει έτσι, γιατί τότες εμείς του λέμε που ξέχασε τη γλώσσα του. Ως τόσο, τι κάμνει; όταν ακούση οικία, γρήγορα γρήγορα μέσα του λέει• « Για σπίτι μιλεί.» Το μεταφράζει την ίδια ώρα κ' έτσι τρέχουν τα λόγια. Και για κάθε λέξη, για το ψωμί, το τυρί, το κρασί, για το νερό, τη φωτιά, για τα μάτια, τα δόντια, τα φρύδια, τα ποδάρια, τα χέρια, τα μπράτσα, τα παιδιά, ταγώρια και τα κορίτσια, γίνεται η ίδια εργασία μέσα στο νου του• μεταφράζει. Άλλα έχει μέσα του ο Γραικός κι άλλα λέει. Δεν είναι μόνο το στόμα που λέει μάθημα, μα και ταφτιά δεν κάμνουν άλλη δουλειά στην Αθήνα και σ' όλη την Ανατολή παρά αιώνια να μεταφράζουν. Τώρα μπορεί να με ρωτήξης σε τι χρησιμέβουν όλα αφτά τα μεταφράσματα και τι βγαίνει από την κωμωδία; Ανόητος που δεν το βλέπεις! Δεν το κατάλαβες ακόμη; Με τη μετάφραση πρώτα θα δείξουμε στους ξένους που η γλώσσα μας δεν άλλαξε συλλαβή και που έμεινε αιώνες η ίδια. Ο Περικλής, όταν αποχαιρετούσε την Ασπασία, βέβαια θα της έλεγε• — «Φιλτάτη, υπάγω εις την οικίαν.» — Έτσι το λέμε και μεις σήμερα. — Δέφτερο, λέγοντας οικία αντίς σπίτι, ανεβαίνουμε κομμάτι• φαντάζει ο ένας μπροστά στον άλλο• ο Γραικός καμαρώνει το Γραικό. Βλέπει αμέσως ο ένας που έμαθε ο άλλος δυο τρία ελληνικά και για να μη μείνη πίσω και κείνος, κάμνει πως τον καταλαβαίνει. Δεν είπαμε και πριν που μόνο οι αρχαίες λέξες έχουν εβγένεια; Έτσι και μεις με μια μόνη λέξη φανερώνουμε την εβγένεια της ψυχής μας. Όλη μας η εβγένεια είναι στα λεξικά. Ίσως δεν έχουμε κι άλλη να δείξουμε• συφέρει λοιπό να λέμε οικία κι όχι σπίτι. — Είναι κ' ένα τρίτο. Όσο κι αν πολέμησαν οι δασκάλοι, όσο κι αν αναποδογύρισαν το κάθε πράμα, δεν κατόρθωσαν όμως να βγάλουν από τη γλώσσα μας μερικούς τύπους δημοτικούς• δεν έδιωξαν ακόμη το καημένο, το σακατεμένο το θα• δεν ξερρίζωσαν το βάρβαρο να. Δεν ξωλόθρεψαν όλους τους ξενισμούς• κάθε φορά που λέμε Μάρτης, Μάης και τους άλλους μήνες, ακόμη και σήμερα μιλούμε λατινικά, γιατί ο Μάρτης, ο Μάης κ' οι άλλοι μήνες ελληνικές λέξες δεν είναι• λατινικά μιλούμε, άμα πούμε τον Κωσταντίνο κι άλλα τέτοια. Τι να κάμουμε; Να μη λέμε Μάρτης, Μάης και Κωσταντίνος; Να μη γράφουμε το θα και το να; Το συλλογιούνται κ' οι δασκάλοι. Τουλάχιστο το διορθώνουνε. Βάζοντας στην ίδια φράση το θα ή το να μαζί με το σπίτι, έχεις δυο βάρβαρους τύπους αντίς έναν• όταν όμως πης ένα θα και πιο κάτω χώσης ένανοίκον, τότες μοιάζει σα να μην άλλαξε η γλώσσα. Πες• «θα υπάγω εις τον οίκον» ή «Θα υπάγω εις το σπίτι.» Σύγκρινε τα και τα δυο. Ποιο σε φαίνεται πιο ελληνικό; Ποιο λες από τα δυο να συνήθιζε ο Περικλής; Βέβαια το πρώτο. Κατάλαβες; Εκεί που το θα μπορεί να σε προδώση αν το βάλης με ξένη λέξη και να δείξη που η γλώσσα σου άλλαξε, άμα ταιριάξης, το θα με μια λέξη αρχαία, γίνεται αρχαίο και το θα. Έτσι έσιαξες τις ανωμαλίες• έτσι ξελληνίζεις τους ξενισμούς. Φτάνει να κάμης το Μάρτη Μάρτιον, τον Κωσταντίνο Κωνσταντίνον• αμέσως πάστρεψες, ξέπλυνες τη γλώσσα. Τώρα βλέπεις που με τη μετάφραση κάμποσα κατάφερες.
Ας είναι πάλε καλά οι Ρωμαίοι! Χωρίς τους Ρωμαίους, θα μνίσκαμε στα κρύα του λουτρού. Δε θα ξέραμε τι μήνα έχουμε• τα χρόνια θα περνούσαν και δε θα το νοιώθαμε• δε θα μπορούσαν οι δασκάλοι να προδέψουν• πάντα θα κοπάνιζαν τα ίδια. Με το μηνολόγι που μας έδωσε η Ρώμη, ξέρουμε τουλάχιστο τι μας γίνεται. Οι Ρωμαίοι μας έμαθαν πολλά χρήσιμα πράματα• χάρη στους Ρωμαίους έχουμε σπίτι και καθούμαστε• χάρη στους Ρωμαίους ανοίγουμε και σφαλνούμε πόρτες. Ας ήναι καλά κ' οι αρχαίοι! Κάμποσα τους χρωστούμε. Α δεν είταν οι αρχαίοι, δε θα ξέραμε πώς να πούμε τον άθρωπο. Χωρίς τους αρχαίους, κι αφτή η Αθήνα όνομα δε θα είχε. Είναι τόντις κρίμα που αφτές οι δυο λέξες άνθρωπος και Αθήναι είταν ξένες στην αρχαία γλώσσα. Ελληνική ρίζα δεν έχουν κι από κάπου θα τις έκλεψαν οι προγόνοι μας. Οι δασκάλοι τούτο δεν το ξετάζουν• οι δασκάλοι δεν ξετάζουν που η λέξη πόρτα βρέθηκε στη γλώσσα μας από του Ιουστινιανού τα χρόνια. Ακούν τους Ιταλούς να λεν πόρτα• νομίζουν αμέσως που μας τόμαθαν οι Ιταλοί. Γράμματα δεν ξέρουν οι καημένοι• για τούτο βρίζουν και κατατρέχουν αφτή τη λέξη• το Μάρτη και το Μάη τους αφίνουν ήσυχους. Μόλον τούτο, όσο αρχαίος είναι ο Μάρτης, τόσο αρχαία είναι κ' η πόρτα, μάλιστα πιο αρχαία. Οι δασκάλοι δε λεν τίποτις μήτε για τη λέξη άνθρωπος μήτε για τόνομα Αθήναι — κι ως τόσο θα σε πουν πολύ σοβαρά που ξένες λέξες δε θέλουν. Όρος• «ξένες λέξες είναι όσες θαρρούν ξένες οι δασκάλοι. Άμα δεν ξέρουν οι δασκάλοι, ξένες λέξες δεν υπάρχουν.»
Όπως κι αν το γυρίσουν οι δασκάλοι, δε θαλλάξουν την ιστορία• ό τι έγινε, έγινε. Η γλώσσα μας άλλαξε, γιατί όλες οι γλώσσες αλλάζουν. Αφτό η Εβρώπη το ξέρει, κι από μας δε θα πάρη μαθήματα. Εβγένεια δεν είναι να λέη κανείς άλλα άντ' άλλα. Ας είταν όμως και μεγαλήτερη εβγένεια να λέμε οικία αντίς σπίτι, άρτος αντίς ψωμί, πάντα θα είταν εβγένεια ψέφτικη να το λέμε έτσι. Τι θα πη ψεφτιά; να σε κάμω να πιστέψης ένα πράμα που δεν είναι. Τι κάμνουμε όμως τώρα; Θέλουμε ο κόσμος να πιστέψη που η γλώσσα μας δεν άλλαξε• θέλουμε να το πιστέψουμε κ' οι ίδιοι• προσπαθούμε να δείξουμε εβγένειες που δεν έχουμε. Η αλήθεια μέσα σ' αφτά τι γίνεται; Χάνεται, κ' η ψεφτιά βασιλέβει. Είναι έτσι ή δεν είναι; Όποιος θύμωσε πρέπει τώρα να ξεθυμώση. Άδικος θυμός! Νομίζουμε τάχατις πως κάτι κατωρθώσαμε με τα δασκαλικά μας και δε βλέπουμε πολύ πιο σοβαρά πράματα. Με τη μετάφραση και με το σύστημά μας αφτό νάχουμε άλλη γλώσσα στο νου κι άλλη στο στόμα, το κάτω κάτω τι δουλειά κάμνουμε; Την ίδια δουλειά που κάμνουν όσοι μιλούν ξένη γλώσσα. Ξένη γλώσσα είναι μια γλώσσα που δεν την ξέρει κανείς φυσικά και που πρέπει να τη μάθη με το δασκάλο, για να τη μιλήση. Έτσι το παθαίνουμε με τα κορακίστικα που μιλούμε. Και δεν ντρεπούμαστε. Μάλιστα προσμένουν οι δασκάλοι να τους καμαρώσουν οι Εβρωπαίοι! Οι Εβρωπαίοι ως τόσο τι λεν; που δεν ξέρουμε τη γλώσσα μας και που μας τη χάλασαν οι δασκάλοι. Το φραγκόπαιδο δεν έχει ανάγκη να του πουν πώς πρέπει να λέη σπίτι και ψωμί• τακούτε και θα τα πη όπως τα λέει όλος ο κόσμος. Ξέρει τη γλώσσα του φυσικά. Εμείς θα τη μάθουμε πρώτα στο σκολειό, και το μάθημα τούτο τολμούν οι δασκάλοι και το λεν εθνική γλώσσα! Ένα μόνο ξεχνούν οι δασκάλοι• οι ξένες λέξες δεν είναι το σπίτι, το τουφέκι και το παπούτσι, γιατί τις λέξες αφτές τις έκαμε δικές του ο λαός κ' έγιναν τώρα γραικικές. Άμα τις πης, θα τις καταλάβη ο καθένας κι από κει μπορείς να κρίνης• μόνο τη δική του τη γλώσσα καταλαβαίνει ένας άθρωπος, χωρίς νάχη ανάγκη δασκάλο. Γλώσσα μας το λοιπό κατάντησαν κι αφτές οι λέξες. Άλλη είναι η ξένη γλώσσα.
Μια μέρα περνούσα από ένα σπίτι μπροστά. Στην πόρτα στέκουνταν ένα παιδί δώδεκα χρονώ, με χαρούμενο πρόσωπο και μάτια γελαστά. Φορούσε στιβάλια ψηλά, φτερνίστρες, και βαστούσε καμτζίκι στο χέρι. Είταν έτοιμο να φύγη. Έλεγε της μάννας του που είτανε μέσα στο σπίτι• — « Μάννα, θα πάω καβάλλα.» — «Να μη σ' ακούσω, να μη σ' ακούσω! μάνιζε η μητέρα του. Τέτοιες λέξες να μη λες και θα σε δείρω! Να πης• θα υπάγω να ιππεύσω.» Σάστιζε το παιδί σα να μην καταλάβαινε. Η μάννα του και κείνη δεν έβλεπε και δεν έννοιωθε τι βάρβαρη γλώσσα πολεμούσε να μάθη του παιδιού της, όταν τόβαζε να λέη ταναλυτικό μας το θα με ταρχαίο το ιππεύσω• και το μεσαιωνικό το υπάγω. Νόμιζε πως τόντις κάτι κατάφερνε και δεν καταλάβαινε η ίδια το τρομερό λάθος που έκαμνε. Κατάλαβα τότες όμως εγώ που η μόνη ξένη γλώσσα στην Ελλάδα είναι η καθαρέβουσα• το παιδί δεν μπορεί να την καταλάβη κ' η μάννα η ίδια δεν την ξέρει. Έφυγα με τον καημό στην καρδιά. Τι θα γίνη ένα έθνος, που μαθαίνει τέτοια γλώσσα η μάννα του παιδιού της!

ΚΕ'.

Χαμένα λόγια.
Κάποτες μ' έρχεται να φωνάξω δυνατά, που όλος ο κόσμος να μ' ακούση• — « Μη! Μη! Μη! Μη χαλνάτε τη γλώσσα! Καταστρέφετε την αρχαία και τη νέα μαζί. Θέλετε γλώσσα που να μοιάζη τόντις με την αρχαία, που να είναι η ίδια γλώσσα; Πάρτε τη γλώσσα του λαού. Θέλετε ξένη γλώσσα; Πάρτε την καθαρέβουσα• θα δείξη σ' όλο τον κόσμο, που τόντις χάθηκε η αρχαία. Θέλετε να παίξετε; Θέλετε νοστιμάδες, χωρατάδες και κωμωδίες; Τότες να γράφετε την καθαρέβουσα! Θέλετε επιστήμη, κόπο και μάθηση; Θέλετε να πιάσετε σοβαρή δουλειά; Να γράφετε την εθνική σας γλώσσα. Από την απόφαση σας, θα φανή αν είστε ή άντρες ή παιδιά.
Αφήστε την ψεφτομάθηση, την ψεφτοσοφία, τους συμβιβασμούς και τους δασκάλους. Μην πιστέβετε όσα λεν, που βαθμηδόν η γλώσσα θα καλητερέψη και που θα γράφουμε μια μέρα σαν τον Ξενοφώντα. Μόνο που σας λέει κανείς τέτοιο λόγο, σας δείχτει που δεν κατάλαβε ακόμη μήτε τι είναι Ξενοφώντας μήτε τι θα πη γλώσσα. Βαθμηδόν ξέρετε τι θα γίνη; Θα χαθή η εθνική μας γλώσσα και θαφανίσετε την αρχαία. Τι με μέλει που θυμώνετε τώρα μ' όσους σας μιλούν έτσι; Μια μέρα θα καταλάβετε οι ίδιοι το κακό που μας κάμνετε όλους• θα κλαίτε και θα λυπάστε και δε θα μπορήτε πια να διορθώσετε το λάθος σας. Αχ! τι βάσανο που είναι να βλέπη κανείς την αλήθεια και να μην μπορή να τη δείξη στους άλλους!
Μην τα θέλετε όλα μισά. Αμάθεια και περηφάνεια σας έφεραν τέτοιο κακό• περηφάνεια, γιατί θέλει ο καθένας να φαντάξη και να μην είναι σαν το λαό• αμάθεια, γιατί καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα του λαού, γιατί τόλμησαν οι δασκάλοι να βρίσουν όλο το έθνος και να πούνε βάρβαρη μια γλώσσα, που δεν τη σπούδαξαν ακόμη. Αφτή η γλώσσα όμως υπάρχει• μπορείτε να την κάμετε κομμάτια• κανείς δε θα μας τη σηκώση. Με κανέναν τρόπο δε θα γυρίση πίσω η αρχαία. Οι ιστορικοί νόμοι για σας δε θαλλάξουν. Του κάκου βρίζετε την εθνική μας γλώσσα και τη λέτε πρόστυχη, και καμώνεστε πως μήτε ξέρετε τι είναι, και πολεμάτε να μας δείξετε που μιλείτε την αρχαία, που η αρχαία ακόμη ζη.
Ποτές, όχι! ποτές δε θα κάμετε τον κόσμο να σας πιστέψη. Του κάκου γράφετε γραμματικές της καθωμιλημένης και βάζετε μέσα όλη την αρχαία γραμματική, περιττοσύλλαβα, υπερσυντελικούς και μετοχές, ύστερα μάλιστα χαρίζετε τα βιβλία σας στους ξένους, τάχατις για να σας καμαρώσουν. Πάντα θα σας καταδικάση η επιστήμη κ' η ορθή κρίση. Πάντα κάπου θα βρεθή ένας να σας το πη — κι αν πάλε δε βρεθή, δεν πειράζει! Η αλήθεια θα μείνη αλήθεια. Η αλήθεια, για να υπάρχη, δεν έχει ανάγκη μήτε να τη διούμε, μήτε μάλιστα να ξέρουμε την ύπαρξή της. Η αλήθεια μοιάζει με τα μακρινά τάστρα που δε φαίνουνται μέσα στον ουρανό, κι ως τόσο λάμπουν ολομόναχα, κι ας μην τα βλέπη κανένας!
Η καρδιά μου πονεί να σας ακούω! Το χαμό σας θέλετε• το κακό σας γυρέβετε μόνο. Αν ήξεραν οι δασκάλοι την αρχαία με τα σωστά τους, δε θα πολεμούσαν κάθε ώρα να μας δείξουν πως την ξέρουν και θάγραφαν τη δημοτική, αφού κ' οι αρχαίοι οι ίδιοι έγραφαν τη δημοτική τους γλώσσα. Με την ψεφτογραμματική δε φτειάνεται γλώσσα, δε φτειάνεται φιλολογία. Τι λόγια να βρω για να με πιστέψετε; Χαλνάτε μια γλώσσα που είναι θησαβρός για την επιστήμη, που θα σας δοξάση στον κόσμο. Χαλνάτε μια γλώσσα που μόνη της μπορεί να σας δώση μια μέρα εθνική φιλολογία, ποίηση και φήμη, μια γλώσσα που θα σας κάμη να μοιάξετε ίσως και σεις τους αρχαίους. Μη! Μη! Μη!»
Αχ! Να είμουν κάτι και γω! Να μπορούσε κανείς να μ' ακούση! Αφτό το κεφάλαιο να μπορούσαν όλοι να το διαβάσουν — και να με πιστέψουν! Τι ζητούμε; το καλό. Τι πολεμούμε; να προκόψη, να μεγαλώση το έθνος. Έπρεπε κ' οι δασκάλοι να είναι μαζί μας. Αφτό θέλουν και κείνοι• ας διούν το λοιπό με τι τρόπο θα το κατορθώσουν. Ας πάρουν καλήτερο δρόμο. Αχ! να μας έκαμναν τουλάχιστο μιαπαραχώρηση• να μη λεν πρόστυχη τη γλώσσα του λαού, να μάθουν τέλος πάντα που ο λαός και μόνος ο λαός έκαμε και κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τόσο μ' έφτανε κι άλλο δε θα ζητούσα. Τότες δε θα μ' έμελε για τίποτις πια και θα πρόσμενα το θάνατο με χαρά.

ΚΣΤ'•

Οικιακά κυνάρια.
Όσα είπα τα παίρνω πίσω• δε μιλούν πούπετις σα στην Αθήνα (εννοείται, δε μιλούν τόσο καλά). Θυμήθηκα τις γαζίες της Πόλης. Στην Πόλη, όταν κόψη ο μπαχτσεβάνης τις γαζίες, τις δένει με μια ψιλή κλωστή σε κάτι μικρά ξυλάκια• τρυπά ένα κολοκύθι και βάζει τα ξυλάκια• το κολοκύθι, όλο τρυπημένο με τα ξυλάκια και γεμάτο γαζίες, σε φαίνεται πως λουλουδιάζει και μοσκοβολά. Μια μια πουλεί ο μπαχτσεβάνης τις γαζίες κι απομνίσκει το κολοκύθι ολόξερο, χωρίς καμιά μυρωδιά. Σαν τις γαζίες, ψες το βράδυ σε μια βεγγέρα που βρίσκουμουν, τα μεν, τα δε, τα γαρ, τα μέντοι, τα δη κι όλες οι άλλες ελληνικούρες στόλιζαν και κεντούσαν την ομιλία. Πόσες φορές έπρεπε νακούσω θυγατράσι και πατράσι! Πόσα κοχλιάρια να καταπιώ! Πόσα τέια να χορτάσω! Πόσα λίαν γοητεύομαι να φάω! Πόσα ώστε να χωνέψω!
Τη νύχτα, που πήγα να πέσω στο κρεββάτι, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Έκαμνα όλο το ίδιο όνειρο• όλο το ίδιο φάντασμα με κυνηγούσε. Σφαλνούσα τα μάτια και με φαίνουνταν πως ένα σωρό γαϊδουράκια, — νόστιμα γαϊδουράκια, καλοσιασμένα και καλοστολισμένα — στέκουνταν τριγύρω μου, άνοιγαν το στόμα τους μεγάλο μεγάλο και γκάριζαν όσο μπορούσαν. Ξυπνούσα και ξανάπεφτα. Τα γαϊδουράκια με μιας γίνουνταν ονάρια, τα ονάρια όνοι, οι όνοι πάλε σκυλιά και το κάθε σκυλί έβγαινε κύων• οι κύνες γάβγιζαν που κόντεβε να σκάσουν. Πηδούσαν απάνω μου τα ζώα, σα λυσσιασμένα, και δάγκαναν τις χυδαιότατες μου γάμπες.
Το πρωί, είχα δουλειά στον Περαιά και πήρα το σιδερόδρομο. Αγόρασα μια φημερίδα να διαβάσω. Στην Αθήνα, γρήγορα διαδίδουνται τα νέα• ξέρουν το κάθε πράμα άμα γίνη, κάποτες πρι γίνη, και πολλές φορές χωρίς να γίνη διόλου. Η γαζέττα έλεγε• — « Λύσσα λύσσην πέφυκε. Τα μεν, ο εν Παρισίοις άμουσος τε και βάρβαρος έλλην καθηγητής, κ. Ι. Ν. Ψυχάρης, ο μυρίαις μανίαις οιστρηλατούμενος, ο καταστροφεύς της ημετέρας γλώσσης, ο υβριστής έθνους ολοκλήρου, ο λίαν καταλλήλως επικληθείς Ηρόστρατος ο Β', ο Ζωίλος του ημετέρου Ομήρου, η ξένως φθεγγομένη χελιδών (το χελιδόνι με κολάκεβε), ο την αθώον ψυχήν και τον των των Αθηνών γλωσσολόγων ηρέμα ρέοντα βίον καταταράξας, ο τον εν ειρήνη διάγοντα Χατσιδάκιον καταξυγκυκήσας, ο της απείρου και παγκοσμίου αυτών δόξης ζηλώσας τους δασκάλους, ο εν γερμανικαίς εφημερίσι δικαίως υπό των ημετέρων λογίων διαβληθείς και σφόδρα επικριθείς (βαριούμαι και δεν αντιγράφω τους άλλους μου τίτλους), ο κύριος ούτος, άτε λυσσητικός, ε δ ή χ θ η τη παρελθόντι νυκτί υπό τινος οικιακού κυναρίου. Μικρού γε και δει, ο κ. καθηγητής τα ετσίτωσεν. Τα δε (καιρός είταν!), αποβήσεται (άλλα φύλλα έβαζαν αποβήσει, άλλα θέλει αποβή ή απεβή, άλλα πάλε ίνα αποβή• κάθε γαζέττα είχε τον τύπο της) εν Παρισίοις (δεν έγραφε κανένας εις Παρισίους• είναι χυδαίο το εις)• λύσσα γαρ εάλω το κυνάριον. Αναγκασθήσεται ουν ο βάρβαρος ομογενής ίνα επιζητήση θεραπείαν παρά τω περιφήμω της Γαλατίας Ποιμένι. Ίνα επάρη αυτόν ο υπερίδρομος!»
Πρέπει να πω την αλήθεια• δυσκολέβουμαι να διαβάζω φημερίδες και συχνά δεν μπορώ να καταλάβω τι γράφουν• έχουν πάρα πολύ σοφία. Μια μέρα παραπονιούμουν που πολλές φορές με ξεφέβγει το νόημα μιας λέξης, και πολύ φρόνιμα μ' είπε μια νόστιμη κυρία• — «Φαίνεται ό τι δεν εμάθετε ικανά ελληνικά εις το σχολείον.» Καλά που τάκουσα κι αφτό! Είχε δίκιο η νόστιμη κυρία. Για τούτο βασανίζουμουν και τώρα• δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε και καλά να με δείξη το σκυλί. Γιατί έλεγε η γαζέττα εδήχθη; Σα να μισοκαταλάβαινα που το σπιτόσκυλο μ' είχε δαγκάσει, αφού διάβαζα για λύσσα. Μα έπρεπε κι όλας να με δείξη; Τι μ' έδειχτε; τάχατις για να με βγάλη μασκαρά ή να πη τον Παστέρ• — « Εδώ σε θέλω! Διές πώς στον έκαμα. Γιάτρεψτον τώρα, αν μπορείς!»
Κάθουμουν και λυπούμουν τον καιρό που πέρασα παιδί στο σκολειό και στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Χαμένος κόπος! Σπούδαξα στο Παρίσι, και για τούτο δεν ξέρω, σαν που τόγραφε μια μέρα ένας φίλος μου, μήτε ταρχαία μήτε τα μεσαιωνικά μήτε τη δημοτική. Γιατί δε μ' έβαλε ο πατέρας μου να σπουδάξω ή στην Πόλη ή στην Αθήνα; Θα μάθαινα τουλάχιστο δυο ελληνικά και θα με φαίνουνταν η καθαρέβουσα μάλαμα. Δεν κάθισα στην Πόλη κ' η τιμωρία μου σήμερα είταν που δεν μπορούσα να καταλάβω τι έγραφε για μένα η φημερίδα. Για την καλή μου τύχη βρίσκουνταν πλάγι μου στο βαγόνι ο φίλος μου ο Ω και με τα ξήγησε όλα πολύ καθαρά• (ο Ω είχε σπουδάξει στην Αθήνα). — « Το εδήχθη γράφεται με η• είναι παθητικός αόριστος α'• ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι δάκνω• σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον δαγκάνω και κλίνεται δάκνω, δάκνεις, δάκνει• μέσος μέλλων δήξομαι, δήξη• έδακον, έδηξα, δεδηχώς, δέδηγμαι, εδήχθην, όθεν και το δηχθείς.» — «Τι λωλό ρήμα, πετώ και του λέω! σα να τόπιασε τρέλλα με μιας. Το δάκνω πάει και γίνεται δήξομαι κι από το δήξομαι το ίδια ρήμα πηδά στο εδήχθην! Έχουν το λόγο τους τέτοιοι τύποι; Η γραμματική πώς τους ξηγά;» — «Τους εξηγείται άριστα• είναι ανώμαλοι.» — «Τι με λέτε; Έχει λοιπό κ' η αρχαία γλώσσα ανωμαλίες;» — Ο φίλος μου Ω δε μ' άκουγε• — « Το εδείχθη γράφεται με ει• είναι παθητικός αόριστος α'• ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι δείκνυμι — παρατηρήσατε δε, παρακαλώ, την κατάληξιν μι• είναι αρχαιοτάτη• το μι είναι συναίρεσις του εγώ. Οι λέγοντες ουν δείκνυμι αρχαιότατοι τυγχάνουσιν όντες και την σήμερον —. Το δεδείκνυμι σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον δείχνω ή δείχτω• κλίνεται δείκνυμι, δείκνυς, δείκνυσι, ενεργητικός μέλλων δείξω, έδειξα, δειχθήσομαι, εδείχθην, όθεν και το δειχθείς.» — «Και πώς θα διακρίνουμε, τόλμησα να ρωτήξω, αφτά τα δυο ρήματα, εδείχθην και δειχθείς, δηχθείς κ' εδήχθην;» Ο Ω• — «Λίαν αγράμματος τυγχάνετε ων• δια του η και του ει κατέστη η διαφορά πασίδηλος• οι αρχαίοι, σοφοί όντες και φρόνιμοι, ίνα διακρίνωσι το μεν από του δε, έγραφον πότε διά του ει, πότε δια του η.» — «Ένα πράμα με βασανίζει. Όταν έγραφαν, πάει καλά! μα όταν είταν και μιλούσαν, πώς έκαμναν; Παραδείματος χάρη, όταν έλεγε ένας αρχαίος• έδειξα του δείνα τον… τη ράχη μου (ή κάτι άλλο), φοβούμαι να μη φαίνουνταν πως λέει ανοησία, γιατί είναι κάτι πράματα, — με συμπάθειο! — που μπορεί πολύ έφκολα ο καθένας να δείξη με ει, και που φαίνεται αδύνατο να δήξη με η
Χωρίς να με δώση απάντηση, ξακουλούθησε ο λογιώτατος. — « Ο παθητικός αόριστος α' εδήχθην, εν χρήσει νυν παρ' ιμίν, (με γιώτα τάκουγα κείνη την ώρα, με γιώτα το γράφω) και παρ' ιμίν θα ήτο εν χρήσει, εάν και ιμείς είχετε σπουδάσειν εν τοις ιμετέροις γυμνασίοις και ούτως εμανθάνετε ελληνικά• (στα δυο τα ιμίν έβαζε ο φίλος μου ένα χυδαιότατο ι μα τώρα καταλάβαινα τη νοστιμάδα• το πρώτο είτανημίν κ' υμίν το δέφτερο• μόνο για τα γυμνάσια, με φάνηκε σα σκοτεινούτσικο το ιμετέροις). Οι δε ηροστρατούντες και ζωιλεύοντες (αφτό το ζωιλεύοντες τόλεγε με κάποιο τόνο και σα να το καμάρωνε) αγνοούσιν τα τοιαύτα• αιώνια μυστήρια μενεί αυτοίς το τε εδείχθην και το εδήχθην, χαίρουσιν γαρ μόνον καθυβρίζοντες το έθνος.» Όνειρο δεν είταν• αλήθεια με δάγκαναν τα σκυλιά.
Κατέβηκα στον Περαιά κι απορούσα μ' όσα έβλεπαν τα μάτια μου. Τι ακάματος λαός! Τι ενέργεια που την έχει! Με τι πόθο πιάνει τη δουλειά. Είναι τώρα πενήντα χρόνια, μόλις είταν η Αθήνα! κοντέβουν τριάντα χρόνια που πήγα πρώτη φορά παιδί στον Περαιά, και μόλις είταν ο Περαιάς. Σήμερα βλέπεις παντού δρόμους, μαγαζιά, μηχανές, φάμπρικες, βιομηχανία, κίνηση κ' εμπόριο. Οι φάμπρικες αφτές πόσο μ' αρέσουν! Η λέξη μπορεί να είναι ξένης παραγωγής• οι φάμπρικες όμως είναι δικές σας — κι αφτό μας φτάνει, παιδιά. Πρέπει νάρθη κανείς από την Τουρκιά, για να καταλάβη τη διαφορά, για να διή τι θα πη έθνος, τι είναι λαός, τι γίνεται με της ψυχής την ενέργεια, με την αγάπη της πατρίδας, τι μπορεί να κατορθώση η λεφτεριά. Σας βεβαιώνω που ο Παρθενώνας δε μ' αρέσει όσο μ' αρέσει τόνομά της• η Ακρόπολη τόσο ωραία δεν είναι. Μια φορά μόνο είδα την Ακρόπολη και δε θέλησα να την ξαναδιώ. Μ' έφτανε που πατούσα λέφτερο χώμα. Από την Τουρκιά κατεβαίνω και ξανοίγει η καρδιά μου. Ο Φειδίας δεν μπορεί να με δείξη ωραιότητες πιο μεγάλες από τη χαρά που φαίνεται σ' όλα τα μάτια, από τη λεφτεριά που καθαρίζει τον ουρανό, που σ' ολωνών την όψη φέγγει κι ολωνών τα πρόσωπα φωτίζει. Εδώ βλέπω έθνος! Εδώ βλέπω ζωή!
Βλέπω κάπου κάπου και κάτι άνοστα γραψίματα στα μαγαζιά• — « Τη καλαισθησία» ή « Αποθήκη οίνων και πνευματωδών ποτών». Μα δεν πειράζει. Σα να μην είτανε γραμμένα! Ο καλός μας ο λαός κορακίστικα δεν ξέρει• το κρασί πάντα κρασί το λέει. Αφίνει τις ψεφτιές στους άλλους• ας πα να γελά ο δάσκαλος και τον εμαφτό του και τον κόσμο, γράφοντας οίνος, εκεί που πίνει κρασί. Εμάς, αδέρφια, δε μας μέλει! Για πήτε μου, παιδιά, είναι πουθενά καμιά λέξη που ναξίζη το κρασάκι το δικό μας, το κρασάκι που πίνουμε και που μας βάζει στην καρδιά πόθο για τη δουλειά και στα κεφάλι τη ζωηρή του φλόγα; Με τα λαό πάντα τα συφωνούμε. Ξέρει που τον αγαπώ και δεν πιστέβει τους δασκάλους, όσο κι αν του φωνάζουν πως δεν έχω πατριωτισμό. Ας με δαγκάσουν και βλέπουν! Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε σηκώνει τέτοιους χωρατάδες. Για τούτο και γω τρελλαίνουμαι για τον καλό μας το γραικικό λαό. Έχω μάλιστα μια ιδέα• η νέα μας φιλολογία θα βγη καμιά μέρα μέσα από τα σπλάχνα του λαού. Στα νησιά, όσο τραγουδούν τα τραγούδια τους, άξαφνα ξεφυτρώνει κανένας Όμηρος και βάζει κάτω τους δασκάλους. Στα πρόστυχα θέατρα που μαζώνεται ο λαός, που συνάζουνται νάφτες, μπακάληδες και δουλεφτάδες, άξαφνα φαίνεται κανένας Σαικσπείρος, χυδαίος σαν το Σαικσπείρο. Είναι καιρός που θα τον είχαμε, α δεν είταν τόσα σκολειά κι αν ολημέρα δε μας χαλνούσαν και γλώσσα και μυαλό. Ας παν άλλοι να παραστήνουν το Φιλοχτήτη στα θέατρα, και να νομίζουν οι δύστυχοι πως τον καταλαβαίνουν. Όταν είμουν παιδί δεκαπέντε χρονώ στο λύκειο, θυμούμαι που μας έβαλε ο δάσκαλος μας να μάθουμε απ' όξω και να παραστήσουμε το Φιλοχτήτη. Ό τι στα Παρίσι κάμνουν τα παιδιά, στην Αθήνα το κάμνουν οι μεγάλοι. Απ' αφτούς τους μεγάλους δε θα βγη όμως, σας το λέω γω, κανένας Σοφοκλής. Ώςπου να διούμε και μεις τον ποιητή που προσμένω, μια συβουλή να δώσουμε στους νέους. Τραβάτε, παιδιά, ίσια στον Πειραιά, να μάθετε τη γλώσσα.
Καλήτερα θα τη μάθετε στον Περαιά παρά στο σκολειό. Από την καθαρέβουσα τίποτις δε βγαίνει• δεν είναι άξια να σας δείξη τι θα πη αληθινή τέχνη. Οι δασκάλοι νομίζουν πως φτάνει κανείς να βάλη δοτικές, νακουλουθή τη γραμματική της αρχαίας και να λέη ήκουσα αντίς άκουσα και παιδίον αντίς παιδί, για να γράφη καλά. Είναι όμως ώρα να διούμε το κάτω κάτω τι τρέχει. Αλήθεια το παρακάμαμε με τα κορακίστικα κι ο κόσμος αρχίζει να το λέη. Μας χαλνούν τη γλώσσα, καταντούν και κωμωδία, γιατί να διήτε τι γίνεται. Ένας δάσκαλος ακούει άλλο δασκάλο που βγάζει λόγο και ρητορέβει• « Μάσι ράσι κάσι οίεν φλοίεν κουκουροίεν πατραμητραφρυγακακαούσας περιώρισται.» Αρπάζει το περιώρισται ο δάσκαλος (τάλλα ο δύστυχος δεν μπόρεσε να τα καταλάβη) — « Μπα; λέει μέσα του• αφτός που μιλεί ξέρει το λοιπό που ο παθητικός παρακείμενος είναι περιώρισται!» Χαίρεται. Έπειτα γυρίζει και σου λέει — « Ο τάδε γράφει καλά!» Τι θα πη αφτό το γράφει καλά; θα πη που ξέρει να βάλη περιώρισται. Μόνο αφτό θα πη; Όχι! Θα πη κ' ένα άλλο• — «Το ξέρει του λόγου του, μα τα ξέρω και γω, αφού τα κατάλαβα. Σοφοί κ' οι δυο μας.» Για να γράψη κανείς καλά, δεν είναι ανάγκη νάχη μήτε τέχνη, μήτε πνέμα, μήτε φαντασία, μήτε νου• πρέπει να βάζη φάσι μάσι ράσι και περιώρισται.
Το έθνος των Ελλήνων είναι έξυπνο έθνος• μόνο στο ζήτημα της γλώσσης είναι που τα μπερδέβει. Με τέτοια φάσι μάσι ράσι πιάνεται ο κόσμος. Είναι μια αηδία που πάει να φρίξη κανείς μόνο που το συλλογιέται. Οι νέοι μας τουλάχιστο δεν πρέπει νακούν αφτά τα φάσια μάσια και μήτε να τα θέλουν πια. Βλέπω που κοντέβουν και κείνοι να βαρεθούν τους δασκάλους κι αλήθεια ταξίζουν οι δασκάλοι. Χάρηκα που είδα έναν ή δυο νάχουν αφτή τη γνώμη• φοβούνται όμως να μιλήσουν και ντρέπουνται τους σοφολογιώτατους. Κάπου κάπου, μέσα σε χίλιους αθρώπους βρίσκεις μισό άθρωπο που συχάθηκε τα δασκαλικά, που διψά νακούση γλώσσα δική του. Αφτός ο μισός θα γίνη ένας σωστός και δε θα τα θέλη μισά• αφτός ο ένας ο σωστός θα γίνη πάλε χιλιάδα, κι αφτή η χιλιάδα θα γίνη χιλιάδες και χιλιάδες. Έτσι λίγο λίγο προχωρούμε και στο τέλος μας φωτίζει η αλήθεια. Σταθήτε μόνο να βγη ένας που να νοιώθη από τέχνη, που νάχη φαντασία και ποίηση• να διήτε πώς βάζει κάτω τον κακόμοιρο το δασκάλο που γράφει καλά• αφτός ο ένας — ακούτε με και μένα — από τον Περαιά θα μας βγη καμιά μέρα.
Πολλή ώρα όμως δεν είχα να κάτσω στον Περαιά μήτε να προσέξω σ' όσα κοίταζα. Είχα άλλες ιδέες στο κεφάλι. Δεν είναι μόνο το ζήτημα της γλώσσης που μας βασανίζει• είναι και το ζήτημα της προφοράς. Όλο συλλογιούμουν τα λόγια του φίλου μου του Ω. Τι καλά που μ' είχε διδάξει! Αφτό το ζήτημα της προφοράς, τώρα πρώτα το καταλάβαινα. Με τα λίγα που μ' είπε, φωτίζουνταν ο νους μου. Είδα πόση σοφία είχαν τόντις οι αρχαίοι• δεν τη φαντάζουνται στην Εβρώπη. Πριν πη λέξη ο πρώτος Έλληνας που άρχισε να μιλήση τη γλώσσα του, ήξερε να γράφη. Πριν ανοίξη το στόμα του, είχε μάθει ταρφαβήτα. Και βέβαια! Στην αρχή, — καθώς το κατάλαβαν όλοι σήμερα στην Ελλάδα, — η γλώσσα είταν ολογεμάτη ι• με τον ίδιο τρόπο πρόφερναν το ι, η, υ, ει, υι, και το οι. Τι έκαμε τότες ο Γραικός; Από τότες είταν ξύπνος και πήρε απόφαση, για ναποφύγη τη μονοτονία, να βάζη κάπου ι, κάπου η, υ, ει, υι, ή οι. Βλέπεις όμως, που για να καταφέρη τέτοιο πράμα, έπρεπε να γράφη πριν ακόμη να μάθη να μιλή, γιατί αλλιώς απαρχής όλα θα τα μπέρδεβε. Δε θα μπορούσε να διακρίνη τη μια λέξη από την άλλη• η γλώσσα μας θα είχε τρομερή μονοτονία• ο πρώτος Γραικός που άρχισε να γράφη, δε θα μπορούσε να ξέρη με τι τρόπο έπρεπε να γράψη όσα άκουγε, αφού όλα είχαν την ίδια προφορά. Ύπαρχε λοιπό αρφάβητο, πρι γίνη γλώσσα.
Μάλιστα, για πιώτερη ασφάλεια, άμα ο ένας έλεγε μια λέξη, τη συλλάβιζε κι όλας• έτσι καταλάβαινε ο άλλος πώς έπρεπε να τη γράψη. Αν είτανε να πη ειδοποίησις, δεν τόλεγε απλά σαν που το λέμε τώρα• πρώτα πρόφερνε τη λέξη, ύστερα με την ίδια φράση και με μια αναπνοή περνούσε ξεχωριστά κάθε ψηφί• — « Ειδοποίησις, τούτ' έστι ε ψιλόν ιώτα ψιλή δέλτα ο μικρόν πι ο μικρόν ιώτα οξεία ήτα σίγμα ιώτα σίγμα». — Το σύστημα τούτο καταντούσε αναγκαίο. Στου Περικλή τα χρόνια, όταν τόφερνε ο λόγος να πη ένας αθηναίος ταλλουνού ισέρχετε, έπρεπε να το συλλαβίση στην ίδια στιγμή, για να διή ο άλλος αθηναίος τι πράμα έρχεται; γουρούνι (υς έρχεται); πρόβατο (οις έρχεται); καμιά ουράνια δύναμη (ις έρχεται); ή απλά αν μπαίνει κανείς μέσα (εισέρχεται). Δεν έφτανε ταφτί• η προφορά δεν αρκούσε• ορθογραφούσαν και μιλούσαν. Έτσι δεν έκαμναν ποτές λάθος.
Αφτό το σύστημα πολύ το συστήνω στους δικούς μας• πρέπει να συλλαβίζουν. Αλλιώς δε θα ξέρουμε τι γλώσσα μιλούν. Όταν τη γράφουν, από την ορθογραφία μπορούμε τουλάχιστο να καταλάβουμε που ο σκοπός τους είναι να γράψουν την αρχαία. Μα όταν τους ακούμε και μιλούν, πώς θα κάμουμε για να καταλάβουμε αν τόντις αρχαίους τύπους μεταχερίζουνται ή όχι; Όσο τους διαβάζεις, σε φαίνεται που η γλώσσα τους είναι αρχαία• μα σε παρακαλώ μια στιγμή να ξεχάσης, αν είναι δυνατό, που έχεις μπροστά σου τυπωμένο βιβλίο, και να το διαβάσης, όχι με τα μάτια, αλλά με ταφτιά. Άκουσε τι λέει, γιατί ας είναι δάσκαλος ή μπακάλης, πλούσιος ή φτωχός, όλος ο κόσμος θα προφέρη όπως τα σημειώνω τώρα•
«Ενdίς νεοτέρις χρόνις σπουδέαν κε, ούτος ιπίν, απότομον μετάβασιν ιπέστι ι ελινικί γλόσα, εξού ο Κοραίς μετά δινάμεος κε τόλμις ανdεπεξελθόν κατά του παρελθόνdος, ιπέθετο τα θεμέλια εφόν στιριζομένι προέβι ι νέα ελινικί. (Μην απορής που βλέπεις μια γλώσσα νάχη θεμέλια, να στηρίζεται σ' αφτά τα θεμέλια, κι ως τόσο να προβαίνη. Αφτά είναι που σε δείχτουν την σπουδαίαν και, ούτως ειπείν, απότομον μετάβασιν κτλ.) Αλά του αιδίμου ανδρός ι εργασία, ος ικός, δεν ιδίνατο να ίνε επί πολί επαρκίς. I επελθούσα ελεφθερία, ο σιμbαρακολουθόν αφτί πολιτιζμός, δεν ιδίνανdο να αρκεσθόσιν ιζ γλόσαν διμιουργιθίσαν εν δουλία κε βαρβαρότιτι. (Τέτοια λεν, τέτοια διδάσκουν ακόμη και σήμερα οι δεινοί μας γλωσσολόγοι• η γλώσσα μας μορφώθηκε εν δουλεία, και βαρβαρότητι• φαίνεται όμως, για να το λεν, πως η γλωσσολογική τους επιστήμη δεν προέβη ακόμη αρκετά• για τούτο νομίζω και γω που η εργασία τους δεν δύναται, να είναι επί πολύ επαρκής). Ούτο δε ι καθιμάς γλόσα ιπο τις ανάγκις οθουμένι ιπερεπίδισε τα πριν στενά όρια• αλ επίισε τούτο άνεφ τινός χαλινού, κε δια τούτο παρατιρούμεν εν αφτί παρισιγμένας κε φράσις κε ρίσις ξενικάς κε ατόπους (πρβλ. Κεφ. Θ') κε ίφος παράχορδον κε καθόλου έλιψιν αρμονίας κε ομαλότιτος. Τιν bαρεκτροπίν δε τάφτην τιζ γλόσις, από πολού ίδι καταφανί γενομένιν, πολίμεν επεχίρισαν να αναστίλοσιν, αλά τΟ κ. Κόντο προέκιτο να αναλάβι τον δινόν αγόνα τιζ διορθόσεος αφτίς κε καθάρσεος διά τιζ διμοσιέφσεος τον Γλοσικόν αφτού Παρατιρίσεον. (Ησύχασα τώρα! Καλά που βρέθηκε ένας άθρωπος να διορθώση μοναχός του όσα έκαμαν τόσοι αιώνες και να δώση καθάρσιο στην ιστορία!)
Δισχερούς δε, ανμί αδινάτου, ούσις τις περίσιναγογίς τον φιλαδίον, εν ις σποράδιν ίνε κατάκεχοριζμένε ε Γλοσικέ Παρατιρίσις, παρακαλέσαμεν τον επιφανί καθιγιτίν, όστις (το όστις είναι βέβαια αττικισμός) προθίμος παρέσχε τιν ίλιν του σίμερον εκδιδομένου τόμου, όν κε παραδίδομεν ις του κινού τιν χρίσιν (Σπολλάτη και να μας ζήση!).
Εν Αθίνες τι 30 οκτοβρίου 1882
Εκ τον Καταστιμάτον Ανδρέου Κορομιλά.»
Έτσι λεν τα Καταστήματα. Έτσι μιλούν οι δασκάλοι. Πολύ πολύ παρακαλώ τον αναγνώστη μου να μη νομίση πως χωρατέβω. Ας βάλη το παιδί του ή κανένα του φίλο να του διαβάση αφτό το κατεβατό, σαν που τόχω γραμμένο• έπειτα ας τορθογραφίση όπως θέλει κι ας το διαβάση ο ίδιος δυνατά του φίλου του ή του παιδιού του• δε θάχη καμιά διαφορά. Ο ένας κι ο άλλος θα προφέρουν κάθε λέξη απαράλλαχτα με τον τρόπο που σημειώσαμε την καθεμιά. Μήτε οι, μήτε ω θα πη στην πρώτη φράση• εν τοις νεωτέροις χρόνοις• θα το πη σα να είτανε γραμμένο εν τις νεοτέρις χρόνις• μάλιστα αντίς τ θα βάλη d γαλλικό ύστερα από το ν. Λέξις και λέξεις έχουν την ίδια προφορά• ι βάζεις και στα δυο. Μ' άλλα λόγια, όταν ο δάσκαλος μιλεί, δεν τα λέει όμορφα και παστρικά όπως τα γράφει• τα λέει ίσια ίσια με την ορθογραφία που βάλαμε σ' όλο κείνο το κατεβατό. Τι θα πουν όμως οι ξένοι άμα το διούν και καταλάβουν πως έτσι μιλούμε; Βέβαια θα τους φανή γλώσσα «δημιουργηθείσα εν δουλεία και βαρβαρότητι.» Πολύ πιο φρόνιμο λοιπό να συλλαβίζουμε από τώρα κι ομπρός. Χωρίς το συλλαβισμό, κ' η ορθογραφία δεν έχει πια το λόγο της. Γιατί πάντα μπορεί να μας πη κανείς• από που ήξεραν οι αρχαίοι την ορθογραφία τους, αν τόντις μιλούσανε σαν που μιλούν κ' οι δασκάλοι σήμερα; Ή είχαν άλλη προφορά ή έγραφαν πολύ ανόητα ύλη, εν τοις νεωτέροις, γλώσσα, αντίς να γράψουν ίλι, εν τις νεοτέρις, γλόσα, όπως μπορούμε και γράφουμε τώρα, χωρίς ναλλάξη η προφορά μας με την ορθογραφία.
Φανταστήτε σήμερα στη Γαλλία να μην ήξερε να γράφη κανένας, να μην είταν πούπετις αρφάβητο στον κόσμο. Μ' άλλα λόγια, ας συλλογιστούμε πως βρίσκεται η Γαλλία στην ίδια θέση που βρέθηκαν όλοι οι λαοί στην αρχή, γιατί στην αρχή, πρώτα μίλησαν οι αθρώποι, ύστερα έγραψαν (τους Έλληνες, εννοείται, δεν τους λογαριάζουμε μαζί με τους άλλους• είταν ξεχωριστοί σε κάθε πράμα). Στην αγράμματη Γαλλία έρχεται άξαφνα ένας ξένος. Ακούει τη γλώσσα και του αρέσει• θέλει να τη βάλη στο χαρτί θέλει να τη γράψη. Πώς να κάμη; Ο ξένος αρφάβητο δεν έχει• ετυμολογίες δεν ξέρει• από λατινικά, από συγκριτική γραμματολογία δεν άκουσε στη ζωή του• είναι αγράμματος σαν τους άλλους. Άξαφνα του περνά μια ιδέα από το κεφάλι• βρίσκει σημεία για κάθε προφορά• βρίσκει το γαλλικό αρφάβητο. Τώρα που βρήκε ταρφάβητο, με τι τρόπο θα γράψη τις λέξες που θακούση; Όπως τις ακούση κι όχι αλλιώς. Θα σημειώση την προφορά• το beau θα το κάμη σήμερα bo και το aimer θα το κάμη émé. Ο ίδιος άθρωπος, να πάη στην Ελλάδα, πώς θα γράψη τη λέξη ειδοποίησις; θα τη γράψη ιδοπίισις, αφού έτσι τη λεν οι δασκάλοι. Πρώτα, γράφουν οι αθρώποι όπως μιλούν• έπειτα, με τα χρόνια, αλλάζει η προφορά, μα στέκεται πάντοτες η ίδια ορθογραφία, γιατί έτσι συνήθισαν το aimer, δεν είναι ακόμη πολύς καιρός που λέγουνταν aimer, με αϊ και ρ, αϊμέρ• κατάντησε όμως να είναι σήμερα εμέ• κι ως τόσο το γράφουν πάντοτες aimer, πάει να πη αϊμέρ.
Στην Ελλάδα, πήραν τα πράματα άλλο δρόμο κι απαρχής έγραφαν όσα κανένα στόμα δεν πρόφερε ποτές• ήξεραν από τότες που δεν είναι πατριωτισμός ναλλάξη. η προφορά ενός λαού. Για τούτο σκόρπιζαν εδώ και κει πνέματα, τόνους που δεν είχαν αξία καμιά, αφού σήμερα δε λέμε μήτε ψιλή, μήτε δασεία, μήτε οξεία, μήτε βαρεία, μήτε περισπωμένη. Μη με πης πως για τους τόνους και τα πνέματα μπορεί να υπάρχη διαφορά. Ο θεός να σε φυλάξη να με κάμης τέτοια παραχώρηση! Άμα το λες, παραδέχεσαι που άλλαξε η προφορά, κι άμα άλλαξε, είναι τάχατις μεγαλήτερη ντροπή, το αι νάγινε ε, παρά να μην έχουμε πια την περισπωμένη και την οξεία, αφού σήμερα μήτε νοιώθει ο κόσμος τι μπορεί να είταν περισπωμένη κι οξεία; Ο τονισμός είναι ως τόσο η πιο σημαντική διαφορά που μπορεί να διακρίνη μια γλώσσα από την άλλη• ο τονισμός της αρχαίας είναι που την ξεχωρίζει, που τη διακρίνει από τη νέα. Αφτή η περισπωμένη που δε σε φαίνεται τίποτις, αφτή η οξεία που τη λες μικρό πράμα, είναι τα χαραχτηριστικά σημάδια της αρχαίας. Είναι βουνά και μας χωρίζουν από τους αρχαίους. Μάλιστα, αν προσέξης καλά, θα διής που η αλλαγή του τονισμού έφερε στη νέα μας τη γλώσσα, στη δημοτική, όλες τις άλλες αλλαγές. Μόνο και μόνο γι αφτό το λόγο, μορφώθηκαν τόσοι καινούριοι τύποι. Μπροστά στον τονισμό, το ε αντίς αι, το β αντίς &β& κι όλα τάλλα είναι παιχνίδια. Μην πης το λοιπό που είχαν οι αρχαίοι περισπωμένη κι οξεία• να λες πως έβαζαν τους τόνους, γιατί φάνταζαν καλά στο χαρτί, γιατί τους φαίνουνταν οι τόνοι σα μια νόστιμη ζουγραφιά που στόλιζε τα βιβλία τους, και για τούτο τους έφτειαξαν οι γραμματολόγοι• να λες πως οι αρχαίοι ήξεραν τη γραμματική, πρι να ξέρουν τη γλώσσα.
Αμέ ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Εβριπίδης πώς το κατάφερναν, όταν έκαμναν τους στίχους των; Πώς μπορούσαν, ας πούμε, να διακρίνουν το α υ ι [μακρά] από το α υ ι [βραχέα]; Πώς γνώριζαν τι διαφορά είχαν αναμεταξύ τους το ι και το ει; Θέλεις να στο πω; Έπαιρναν το λεξικό και σκάλιζαν κάθε λέξη. Η προφορά, δηλαδής η ζωντανή γλώσσα του λαού, δεν μπορούσε να τους δείξη την προσωδία… Αφτά λεν οι δασκάλοι, χωρίς να το βλέπουν κ' οι ίδιοι. Πρέπει κανείς να μη σπούδαξε στη ζωή του κι αφτή την αρχαία, για να κάθεται να μας λέη πως δεν άλλαξε η προφορά• ωστόσο τέτοια παιδιακήσια ζητήματα έχουν οι δικοί μας στο στόμα• γίνουνται περιγέλοιο στον κόσμο• ο κόσμος φωνάζει που δεν μπορούμε να βάλουμε στο νου μας τι είναι επιστήμη — κ' οι δασκάλοι το λεν πατριωτισμό.

ΚΖ'•

Ελληνικός στρατός.
Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό! Είδα στην Αθήνα αξιωματικούς και στρατιώτες. Στην Αθήνα, όλος ο κόσμος δεν τους αγαπά• λεν πως κάμνουν τον περήφανο, το φαντασμένο, που καμαρώνουν, που έχουν ύφος. Εμένα μ' αρέσουνε. Θέλω το στρατιώτη με περηφάνεια• θέλω νάχη το φιλότιμό του. Τι θαρρείτε; Θα είμαι ωραίο παλληκάρι, θα φορώ λαμπρή στολή, θα γυαλίζουν τα κουμπιά μου, θα σέρνω σπαθί και δε θάχω λίγο ύφος και λίγη περηφάνεια; Μήπως μ' έχετε για δασκάλο, που δε σηκώνει τη μύτη του μέσα από τα βιβλία; Τέτοιος δεν είμαι! Θέλω μάλιστα να με καμαρώνουν. Τι σας πειράζει να βαστώ ίσια το κεφάλι μου; Στον πόλεμο να με διήτε! ξέρω και κει ίσια να το βαστώ. Και κει περήφανος είμαι• μπροστά στον Τούρκο δε φέβγω. Μη με βλέπετε που κοιτάζω τις όμορφες γυναίκες, που το μάτι μου νίκη γυρέβει. Η νίκη σ' όλα μ' αρέσει• φτάνει να είναι πόλεμος, και τότες, σαν που το συνηθίζω τώρα με τις κοπέλλες, παίρνω κάστρο και πόλη κυριέβω!
Έναν κουρελλιασμένο στρατιώτη δεν είδα στην Ελλάδα. Η φορεσιά τους πάντα σωστή, το φέρσιμό τους απλό και καλό, οι τρόποι τους γενναίοι. Από πολεμικά πράματα δε γνωρίζω, μα αξιωματικούς σα δυο τρεις που απάντησα στην Αθήνα, δεν πιστέβω και στην Εβρώπη καλήτερους να βρης. Ξέρουν τι θα πη τάξη και πειθαρχία — ή τουλάχιστο είναι άξιοι να το μάθουν. Ο λόγος δεν είναι, άμα γεννηθή κανείς, να είναι σ' όλα τέλειος και προτέρημα να μην του λείπη• φτάνει νάχη μέσα του την πρώτη αρχή, την πρώτη βάση. Ας είναι το χώμα καλό, ας αξίζη ο σπόρος και γρήγορα ο κάμπος λουλουδιάζει.
Οι στρατιωτικοί και γω σε πολλά συφωνούμε. Και κείνοι παραπονιούνται με τη βάρβαρη γλώσσα που τους έφτειαξαν οι δασκάλοι. Για να την καταλάβη ο απλός στρατιώτης, για να τη μάθη ο χωρικός, χρειάζουνται χρόνια σπουδή και με τα γλωσσικά μαθήματα περνά ο πολύτιμος καιρός που έπρεπε να είναι όλος για μαθήματα πολεμικά. Πρώτα ξέρει ο στρατιώτης πώς παίζει το σπαθί κ' ύστερα βλέπει πώς πρέπει να το πη. Ώςπου να πάη σπίτι του, τα ξεχνά. Οι δασκάλοι φουσκώνουν που προστάζει ο αξιωματικός το στρατιώτη του πυρ αντίς φωτιά• νομίζουν τάχατις που έτσι θα εισάξωσιν την αρχαίαν. Τα καημένα τα δασκάλικα κεφάλια! Μόνο, μ' αφτό βλέπεις πόσο κοντόμυαλοι είναι. Ας το μάθουν καλά, για να το ξέρουν πια• δεν είσαξαν τίποτις! Το παραμικρό πυρ δεν είσαξαν ίσια με τώρα. Είσαξαν ένα ξερό πιρ, γιατί έτσι το λέει ο στρατιώτης κ' έτσι το νοιώθει. Το πυρ κατάντησε ένα είδος επίρρημα, ή για να το πούμε πιο σωστά, έγινε, σαν που λέει η γραμματική, επιφώνημα. Βάλε το στρατιώτη να λέη πρι, πρου ή πρρ! και το ίδιο κατώρθωσες. Δεν έχει κανένα άλλο νόημα για το στρατιώτη, και πρέπει να του πουν τι σημαίνει, για να καταλάβη τι είναι. Το πυρ μοναχό του δεν έχει καμιά σημασία για το λαό• αν ο λαός δεν έλεγε φωτιά, δε θα μπορούσε να μάθη ποτές τι έννοια έχει το πυρ. Αν το κλίνη, θα το κάμη του πυρ. Άμα γυρίση σπίτι του, τη φωτιά του θανάψη, όχι το πυρ του. Για να λεν οι δασκάλοι που θαεισάξωσιν τοιουτοτρόπως την αρχαίαν και που τόντις εισήχθη, χρειάζουνται άλλα πολλά που μήτε τα συλλογιούνται. Πρέπει πρώτα το πυρ να είναι αλήθεια πυρ και να λέμε περισπωμένη με υ. Ας μην είναι κι αφτό, πρέπει τουλάχιστο, σ' όλη την Ελλάδα, κανένας πια να μην πη στη ζωή του φωτιά• πρέπει ο καθένας να κλίνη στα τρεχάτα και στα καθημερνά, σα να το είχε μάθει από παιδί το πυρ, του πυρός, τω πυρί, μάλιστα να κάμη δοτική πληθυντική τοις πυροίς. Τέτοιο πράμα θα γίνη ποτές; Όχι! Τότες του κάκου τα πολλά λόγια.
Οι δασκάλοι μας πολεμούνε ναλλάξουν την αθρώπινη φύση. Λογαριάζουν πως βαθμηδόν όλος ο λαός σ' όλη την Ελλάδα θα ξέρη λαμπρά τη γραμματική, που φτάνει να πάη στο σκολειό κι ο καθένας μια μέρα (ποια μέρα;) θα μάθη το τυπικό της αρχαίας, θα λέη όλους τους τύπους σαν που τους διδάσκουν τα βιβλία, θα τους έχη και θα τους βαστά στους αιώνες, χωρίς ναλλάξη ένα γιώτα. Έτσι μας έβαλαν και λέμε ζωμός αντίς ζουμί κι άλλα τέτοια πολλά. Τι κατώρθωσαν; Ο λαός μπερδέβει τα δυο μαζί, μήτε ζουμί ξέρει πια να σε πη, μήτε μπορεί να καταπιή ένα ζωμός, που είναι ανώμαλο στη γλώσσα μας σήμερα, και στο βγάζει ζουμός, κάπου και ζωμί. Η καθαρέβουσα είναι καταστροφή και χαμός της αρχαίας και της νέας. Καταστρέφεται η γλώσσα και πάει• ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, καμιά δύναμη στον κόσμο δε θα κάμη το λαό να μην είναι λαός. Θα μας χαλάσουν την εθνική μας γλώσσα και δε θα εισάξουν την αρχαία. Θα κατορθώσουν ένα μόνο, να φορτώσουν την καθαρή μας γλώσσα με βάρβαρους τύπους σαν το ζουμός και το ζωμί. Τέτοιους τύπους θα φτειάνη ο λαός κάθε μέρα, γιατί όσο κι αν πολεμήσης, ας είσαι και θεός, δε θα κάμης τους αθρώπους βιβλία. Την αρχαία τη γλώσσα δεν την ξέρει κανένας φυσικά• χρειάζεται γραμματική για να τη μάθη. Δε βρέθηκε όμως ίσια με τώρα και δε θα βρεθή, μήτε σ' αφτή την Ελλάδα, ένα έθνος αλάκαιρο, που να μη βγάζη άλλο παρά γραμματισμένους και γραμματολόγους. Μας έπνιξαν τα καλαμαράδικα. Μας έφαγαν τη ζωή μας. Αφήστε τα πια και μην ακούτε τους δασκάλους. Θέλετε γραψίματα; τότες κάμτε πέννα το σπαθί και με το σπαθί — σαν τον Μπότσαρη — γράψτε τίποτις που να σας διαβάση ο κόσμος.
Κάλλια να φανήτε στρατιώτες παρά γραμματολόγοι! Στον πόλεμο, παιδιά, πρέπει να καταλαβαίνη γρήγορα κ' έφκολα ο ένας τον άλλο• άμα προστάξης, πρέπει να σ' ακούσουν, πρέπει να ξέρουν τι λες. Τα δασκαλικά δεν ταιριάζουν• άλλα θέλουμε. Ζεστά και φλογερά, μέσα από την ψυχή κι όχι μέσα από τα λεξικά, πρέπει να πεταχτούν τα λόγια. Η ψυχή θανάψη την ψυχή και θα της δώση θάρρος. Στα τέτοια η γραμματική δεν έχει να πη λόγο και με τους καλαμαράδες δε γίνεται δουλειά. Για τούτο οι καλοί μας στρατιώτες, άμα είναι να παίξη το τουφέκι κι άμα μυριστούν το μπαρούτι, ξεχνούν αμέσως το Χαντζερή, κι αρχινούν τη γλώσσα που τους έμαθε η νίκη και που τους μαθαίνει να νικούν.
Ο Σολωμός είχε τους λόγους του που έβαζε μαζί τους Τούρκους και τους δασκάλους. «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμέναις και η δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζη, ή κανένας Τούρκος βαβίζη• γιατί για 'με είναι όμοιοι και οι δύο.»… « Μου πονεί η ψυχή μου• οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτου από το Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος (ο Σοφολογιότατος) και όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.» Ο Σολωμός ήξερε φιλοσοφία κ' ιστορία• δε μιλούσε με τέτοιο τρόπο, μόνο για να πειράξη τους δασκάλους ή να βρίση τους Τούρκους. Ο νους του πήγαινε πιο ψηλά• έβλεπε τους αιωνίους νόμους της ιστορίας. Ένας λαός, για να γίνη έθνος, δεν έχει παρά μια μόνη ανάγκη• θέλει λεφτεριά. Πρέπει να είναι ανεξάρτητος, του χρειάζεται μ' άλλα λόγια σωματική και πνεματική ανεξαρτησία. Όταν του λείπει λεφτεριά, μοιάζει σα να συμμαζώνεται και να ζαρώνη• όταν την έχει, ξαπλώνεται και με κάποιο τρόπο, ξετυλιέται. Αέρα, τόπο κι ουρανό γυρέβει ο νους του και το κορμί του. Κάμνει βασίλειο δικό του, πολεμά να το μεγαλώση• όσο μεγαλήτερο είναι, όσο πιο γερό κι ασφαλισμένο, τόσο πιο πολύ κ' οι ιδέες του πληθαίνουν και μεγαλώνουν. Το πρώτο θεμέλιο είναι η γις• μόνο με τέτοια βάση, κατορθώνει κάτι να κάμη ένας λαός. Θέλει όμως και γλώσσα δική του, γλώσσα καινούρια κι όχι παλιά• μόνο με τέτοια γλώσσα, βγάζει εθνική φιλολογία κ' έχει σωστή λεφτεριά, ανεξαρτησία αλάκαιρη.
Στην Ελλάδα δεν είναι ανεξάρτητο για την ώρα μήτε όλο το ελληνικό χώμα• χρειάζουνται ακόμη νησιά κ' επαρχίες, για να γίνη σωστό βασίλειο. Για τούτο κι ο νους δεν πήρε την ορμή του. Είναι σαν το πουλάκι που τρέμει ναφήση τη φωλιά του. Άμα μεγαλώσουν τα φτερά του, ανοιχτά θα πάρη το δρόμο και δε θα μπορή να πιστέψη κατόπι που έναν καιρό γύρεβε ξένα φτερά να πετάξη. Ένα έθνος φαίνεται έθνος και δείχτει που ξέρει πρόοδο και πολιτισμό, μόνο όταν κάμη γλώσσα δική του και καταλάβη τι αξίζει η εθνική, η δημοτική του γλώσσα. Ο στρατός είναι που όλα θα τα σιάξη. Ποιους πολεμούμε; Τους Τούρκους και τους δασκάλους• ο στρατός θα διώξη τους Τούρκους, κι όταν τους διώξη και μεγαλώση το βασίλειο, θα μεγαλώσουν οι ιδέες κι ο νους θα υψωθή. Ένας λαός που περηφανέβεται με τη δόξα του, δεν μπορεί να ντραπή πια και για τη γλώσσα του. Τότες κ' οι δασκάλοι θαλλάξουν το σύστημά τους. Το γλωσσικό ζήτημα είναι ζήτημα πολιτικό• ό τι πολεμά να κάμη ο στρατός για τα φυσικά σύνορα, θέλει η γλώσσα να το κάμη για τα σύνορα τα νοερά• πρέπει και τα δυο τους να παν πολύ πιο μακριά, να πάρουν πιώτερο τόπο. Μαζί θα προκόψουν καμιά μέρα. Θα διήτε κατόπι! Ο αληθινός ο στρατάρχης θα πη τους δικούς του, όχι• «Σπεύσατε, παίδες, μεθ' ημών ο υμέτερος γαρ ειμί βασιλεύς και άρχων» μα θα τους φωνάξη δυνατά, με τη γλώσσα τους κι από μέσα από την καρδιά του• — « Να σκοτωθούμε ή να δοξαστούμε. Ομπρός τα παλληκάρια! Πάμε μαζί στο θάνατο ή στη νίκη. Πρώτος εγώ, που είμαι και βασιλιάς σας.» Απ' ολωνών τις καρδιές θα βγη τότες μια άλλη φωνή• «Όπου πας, πάμε και μεις, πατέρα και βασιλιά μας.» Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο• ή για τη γλώσσα πολεμάς ή για την πατρίδα, την ίδια δουλειά κάμνεις κι ο γέρος Όμηρος είπε τι είναι αφτή η δουλειά• αμύνεσθαι περί πάτρης. Όλος ο κόσμος μια μέρα θα το καταλάβη, πρώτος απ' όλους ο στρατός. Το κεφάλαιο τούτο, που είναι το τελεφταίο, ας το βάλουμε και μεις για το στρατό. Ο στρατός όλα τα κεφαλώνει.
Στην Ελλάδα τους στρατιώτες δεν τους πολυαγαπούν. Πότε τους αγάπησαν; Ο Αριστοφάνης τους περιπαίζει. Είναι σύστημα παλιό. Τουλάχιστο είταν Αριστοφάνης. Ο πλούσιος ο γραικός δίνει μιλλιούνια για τα γυμνάσια και τα γράμματα. Ας έδινε τα μισά για το στρατό! Είδαμε που ο στρατός θα μας φέρη και τα καλά γράμματα• έτσι τα χρήματα που θα δώσετε για το στρατό, δε θα είναι χαμένα μήτε για τα σκολειά. «Όχι! Δεν είναι δουλειά μου», σε λέει. Αμέ ποιανού δουλειά είναι; Του Τούρκου ή του Σλάβου; Αν απαρχής σηκώνουνταν όλοι οι Έλληνες στην Ελλάδα, ποια Εβρώπη θα τους βαστούσε σήμερα; Η μόνη σας φροντίδα πρέπει να είναι ο στρατός. Ένας άθρωπος το κατάλαβε! Μη σας μέλη! έχει κ' η Ελλάδα γερά κεφάλια. Στην Ανατολή δεν είναι δυνατό να μη στέκεται ο καθένας στα σύνορά του να τα φυλάη, με το σπαθί στο χέρι. Δεν αρέσουν οι άντρες που ζητούν κάθε μέρα από το λαό θυσίες και θυσίες, που προβλέπουν τι θα γίνη και που χωρεί ο νους τους μακρινές ιδέες και μεγάλους σκοπούς. Θα μας αρέσουν κατόπι. Καλά που είναι ένας τέτοιος και τώρα! Τι να πω τόνομά του, αφού το γνωρίζει ο καθένας; ας ζήση το γερό το κεφάλι! Μπορεί κάπου να κάμη λάθος• δεν πειράζει! μέσα του ξέρει τι θέλει και που πηγαίνει• το δρόμο που πήρε μια φορά, τον τραβά ίσια μπροστά του. Εκείνος κι όσοι του μοιάξουν κατόπι, θα κάμουν Ελλάδα την Ελλάδα.
Ας έχουν όλοι λοιπό το νου τους στο στρατό. Όσο για μένα, είμαι σαν τις γυναίκες• έχω καρδιοχτύπι κάθε φορά που διώ στρατιώτες να περάσουν κι ακούσω να παίξη μουσική. Τους αγαπώ, γιατί όταν τους βλέπω η φαντασία μου παίρνει φωτιά• συλλογιούμαι δόξες παλιές και νέα παλληκαριά• συλλογιούμαι Μπότσαρη και Λεωνίδα. Τους αγαπώ όμως και για τον τρόπο που με φιλοξένησαν. Αφού κοντέβει να τελείωση το Ταξίδι που σας διγούμαι, ας πούμε κι αφτό το ιστορικό. Πήγα στ' Άργος ένα βράδυ και ψυχή δε γνώριζα. Περπατούσα μοναχός μου στους δρόμους, δίχως να ξέρω που νακκουμπήσω για φαγί. Στην πιάτσα, βλέπω έναν καπετάνιο που κάθουνταν και κάπνιζε με δυο φίλους• με ντροπαλό ύφος τον παρακαλώ να με πη αν ξέρει να με δείξη που συνηθίζουν οι ταξιδιώτες και τρων. Αμέσως σηκώνεται, με καλνά στο τραπέζι, δε θέλει να μ' αφήση να πλαγιάσω στον ξενώνα, με πηγαίνει σ' ενός φίλου του, γιατί ο ίδιος δεν είχε άλλο σπίτι παρά το στρατώνα, με στρώννουν το κρεββάτι, πιάνουμε τα λόγια, πίνουμε, καπνίζουμε και κοιμούμαι τη νύχτα σαν που δεν κοιμήθηκα σ' όλη μου τη ζωή. Ο καπετάνιος που σας λέω, όσο να φροντίση για το στρώμα μου και για φαγί, δεν ήξερε μήτε τόνομά μου, μήτε γύρεβε να το μάθη, μήτε μ' άφινε να του το πω• — «Γραικός είσαι, λέει, και με φτάνει».
Η φιλοξενία τέτοια είναι• τέτοιους τρόπους έχει. Όταν τύχη και σε φιλοξενήση κανένας μ' έναν τέτοιο λόγο, η καρδιά σου δεν το ξεχνά. Ο λόγος είναι καλός. Μάλιστα λέω, από δω κι ομπρός, να φιλοξενήσουμε περισσότερους αθρώπους. Αφού φτάνει να είναι Γραικός, τι λέτε, παλληκάρια; Όλους τους Γραικούς να τους κάμετε δικούς σας. Γραικοί είναι πολλοί στην Τουρκιά• Γραικοί είναι πλήθος στα νησιά. Έρχεστε να τους φιλοξενήσετε και κείνους; Πόσοι σας φωνάζουν! πόσοι μ' ανοιχτές αγκάλες σας προσμένουν! πόσοι σας ζητούν κρεββάτι και ψωμί! Πάρτε πρώτα τα νησιά• έπειτα, άμα βρεθή κατάλληλη ώρα, φιλοξενείτε και τους άλλους. Πρέπει κ' η τόλμη νάχη κάποια φρονιμάδα• για τέτοια δουλειά, το βαθμηδόν του δασκάλου έχει τον τόπο του. Λίγο λίγο κάμνετε αδέρφια όλα τα γραικόπαιδα του κόσμου. Ας είναι παντού ένα μόνος στρατός για να φιλοξενήση όλους τους Γραικούς.
Αχ! να το διούν τα μάτια μας καμιά μέρα! Τρέμει η καρδιά μου, μόνο που το συλλογιούμαι. Πότε, πότε θα γίνη; Πότε θα βρεθούν όλα ταδέρφια μαζί; Πότε θα φιλοξενήση η δύστυχη μάννα όλα της τα παιδιά; Όσο έχουν τον ξένο και δουλέβουν, πρέπει να τα λυπούμαστε σαν τα ορφανά• είναι σ' εξορία και σε θλίψη. Καλήν πατρίδα, να τους λέμε. Καλήν πατρίδα, παιδιά! Και γω τώρα θα σας αφήσω γεια. Κατόπι ξανάρχουμαι και χαιρούμαστε πάλε μαζί. Μόνο στα δυστυχισμένα τα νησιά δεν το βαστά η ψυχή μου να ξαναπατήσω, πριν τα διώ λέφτερα και κείνα. Τότες γυρίζω πάλε στην Ελλάδα• τότες κατεβαίνω στα νησιά που ταγάπησα τόσο• τότες γίνουνται ξεφάντωσες και χαρές. Από μακριά μακριά, μέσα από το καράβι που θα με φέρη, θα τα διώ τα γραικικά μας τα νησιά! Ελληνική μπαντιέρα θα στολίζη τον ουρανό. Δε θα βλέπω την ώρα που ναράξη το βαπόρι. Δε θα βλέπω την ώρα που να φιληθούμε! Θα στέκουνται οι φίλοι στο περιγιάλι και θα με καρτερούν. Έλληνες στρατιώτες θα μας απαντέχουν και θα μας δείχτουν το πρόσωπό τους γεμάτο λαβωματιές, ελπίδες και δόξα. Θα κατεβώ και πριν ακόμη πατήση το ποδάρι μου στο λέφτερο το χώμα, θα μ' αρπάξουν οι φίλοι και θα τους αρπάξω. Θαγκαλιαστούμε σφιχτά σφιχτά, η καρδιά μου μέσα μου θα τρέμη που θα πονώ, τα μάτια μου θα φουσκώσουν και ποτάμια δάκρια θα χύνω. Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό!
Τέλος.
Παροράματα.
Παρακαλώ τον αναγνώστη να διορθώση ένα πολύ μεγάλο λάθος που μας ξέφυγε στη σελίδα 236, γραμμή 19• θα το παρατήρησε κι ο ίδιος. Αντίς
καθωμιλημένη
το σωστό είναι να διαβάση
κακομιλημένη.
Είταν έφκολο να γίνη το λάθος, γιατί έφτανε ναλλάξουν ένα γράμμα.
Αφού μάλιστα έχει δασεία, ίσως θελήσουν οι φιλόλογοι μας κανέναν τύπο
καχωμιλημένη.
Μα δεν πρέπει πάλε να το παρακάμουν και να προσμένουν άξαφνα να πούμε αττικώς πως
χαχωμιλημένη
ή ακόμη καλήτερα
χαχαμιλημένη.
Φτάνει να γράψουμε κακομιλημένη — το πολύ πολύ λαθομιλημένη — για να μας καταλάβη όλος ο κόσμος.
Είναι όμως κι άλλη μια δυσκολία. Καθωμιλημένη θα πη που ο καθένας πια σήμερα ξέρει και μιλεί αφτή τη γλώσσα. Μόλον τούτο κ' οι δασκάλοι οι ίδιοι δε βρήκαν ακόμη για την κοινή αφτή τη γλώσσα ένα όνομα που και κείνο να είναι κοινό. Ο ένας λέει καθωμιλημένη, ο άλλος καθομιλουμένη. Εμείς μπορούμε να το σιάξουμε κι αφτό• ας λέμε κι ας γράφουμε τα δυο ονόματα μαζί με τον ακόλουθο τρόπο•
      (ωμιλημένη
κακ (
      (ομιλούμενη.
Έτσι έχουμε και μια ωραία εθνική γλώσσα και τη χαίρεται ο κόσμος, και κάθε Αθηναίος την καθομιλεί και την καθωμίληκε.
Με φαίνεται τώρα που διωρθώσαμε το μεγαλήτερο λάθος. Είναι όμως κι άλλα πολλά• θα σημειώσω μόνο τα πιο σημαντικά. Ο κ. Βλαστός φρόντισε να τυπωθή αφτό το βιβλιαράκι με πολύ μεγάλη προσοχή και κάμποσους κόπους του κόστισε η δουλειά. Μόλον τούτο, είταν αδύνατο να μην έχουμε λάθια, αφού μ' έρχουνταν τα τυπογραφικά δοκίμια στο Παρίσι κ' έπρεπε να τα στέλνω πίσω την ίδια μέρα που τάπαιρνα. Παρακαλώ λοιπό τον αναγνώστη να διαβάση
[Ακολουθούν παροράματα που έχουν διορθωθεί στο κείμενο. Μερικά από τα κάτωθι, φανταστείτε τα με διαφορετικό τονισμό πχ. περισπωμένη αντί οξεία και τανάπαλιν]
Δε με φαίνεται αναγκαίο να σημειώσω κάτι άλλα λάθη, σελ. 9 γρ.7, 93, 5 γιατί (αντίς γιατί), σελ. 85, γρ.28 γιατί (αντίς γιατίς, σελ. 22, γρ.14 ό τι (αντίς ό τι) σελ, 11, γρ.7 τουλάχιστο (αντίς τουλάχιστο), σελ. 66, γρ.7 ντουζίνες (αντίς ντουζίνες), σελ. 77, γρ.27 Φραγχίσκοι (αντίς Φραγχίσκοι)/ σελ. 139, γρ.12 σύνεφα (αντίς σύννεφα) κτλ., κτλ. Μπορούν όμως να μείνουν οι δυο ορθογραφίες διαδώθηκαν (σελ. 28, γρ. 15) και πεθνίσκουν (σελ. 41, γρ.23). Εννοείται που γράφω παντού με σκοπό οι αντίς το βάρβαρο το ητις αντίς τάνορθο της, γλώσσες κι όχι γλώσσαις, η πόλη, της πόλης, κι όχι πόλι, πόλις, κτλ. κτλ. — Καμιά φράση, απ' όσες έχω βαλμένες στις σελίδες 51 — 56 με γαλλική μετάφραση, δεν είναι δική μου. Είναι όλες παρμένες από καμιά φημερίδα. Για το ίδιο ζήτημα, θέλω να πω για μια γλώσσα που να μπορή να την καταλαβαίνη ο λαός, μίλησε πολύ ωραία ο κ. Βικέλας (Εστία, 22 Νοεμβρίου, 1887, Περί βιβλίων και περί της έξεως του αναγινώσκειν). — Σελ. 77, γρ.29• «Θρησκεία» κτλ. Τα λίγα που λέω σ' αφτό το κατεβατό, τα είπε πολύ καλήτερα ο κ. Ροΐδης, Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως, σελ 4 Έκαμε πολύ σωστή ανάλυση και ψυχολογία. — Για γραμματικά και μερικά άλλα ζητήματα, ίσως μιλήσουμε αλλού. Καθώς το είπαμε στον Πρόλογο, αφτό το βιβλίο, μόλον ό τι έχει βάση τη γραμματική, γράφηκε μόνο και μόνο για να μπορέση, αν είναι δυνατό, να διασκεδάση τον κόσμο με λίγη φαντασία και ποίηση.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

      Δυο λόγια σελ. α'
  A' Πόθος κρυφός……………« 1
  Β' Η γιανούλα……………..« 7
  Γ' Ταξίδι…………………« 15
  Δ' Παρίσι…………………« 17
  Ε' Δόξα και μοναξιά………..« 21
  ς' Ο Ποιητής………………« 25
  Ζ' Πτωχοπρόδρομος………….« 34
  Η' Πόλη και πολίτες………..« 37
  Θ' Cabinet de lecture………« 46
  Ι' Αρνί και λιοντάρι……….« 62
  ΙΑ' Πατριαρχικά…………….« 74
  ΙΒ' «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ..« 81
  ΙΓ' Τα Μνηματάκια…………..« 91
  ΙΔ' Ο Μαχμούτης…………….« 98
  ΙΕ' Μάθημα…………………« 105
  Ις' Πόνοι κι αναστενασμοί……« 116
  ΙΖ' Το Πυργί……………….« 123
  ΙΗ' Αγάπη………………….« 138
  ΙΘ' Κατάρα…………………« 150
  Κ' Τα παλληκάρια στο περιγιάλι« 153
  ΚΑ' «Συμβιβασμός»…………..« 163
  ΚΒ' Οι αρχαίοι……………..« 189
  ΚΓ' Λόγος………………….« 207
  ΚΔ' Ξένη γλώσσα…………….« 228
  ΚΕ' Χαμένα λόγια……………« 235
  Κς' Οικιακά κυνάρια…………« 238
  ΚΖ' Ελληνικός στρατός……….« 254
  Παροράματα…………………« 265
Τέλος.


Περισσότερα βιβλία εδώ.

Δημοσίευση σχολίου

ΤΡΟΠΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

TRANSLATE THIS SITE

 
Copyright © 2017 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Powered byBlogger