Φανταστείτε ένα μέρος στο κέντρο της Αθήνας όπου οι πολιτικές αποφάσεις ζυμώνονταν πάνω από ένα φλιτζάνι καφέ, οι σπουδαιότεροι ποιητές έβρισκαν έμπνευση και οι ζωγράφοι σχεδίαζαν τα επόμενα αριστουργήματά τους. Αυτό δεν ήταν ένα απλό καφενείο. Ήταν το Καφενείο Ζαχαράτου, το θρυλικό στέκι που για πάνω από μισό αιώνα αποτέλεσε την καρδιά της αθηναϊκής ζωής και το «δεύτερο, πιο ελεύθερο Κοινοβούλιο», όπως το είχε αποκαλέσει ο ίδιος ο Γεώργιος Παπανδρέου.
Η «Γερουσία των Αθηνών»: Ένα Στέκι για την Ελίτ και τους Διανοούμενους
Από την πρώτη στιγμή που άνοιξε, ο Ζαχαράτος έγινε πόλος έλξης για την πνευματική και πολιτική ελίτ του τόπου. Στα τραπέζια του θα έβλεπε κανείς τον Κωστή Παλαμά, τον Εμμανουήλ Ροΐδη, τον σατιρικό ποιητή Γεώργιο Σουρή και τους σπουδαίους ζωγράφους Γεώργιο Ιακωβίδη και Νικηφόρο Λύτρα. Ακόμα και ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης ήταν τακτικός θαμώνας κατά το πρώτο του ταξίδι στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 1901.
Από την Ομόνοια στο Σύνταγμα: Η Γέννηση ενός Θρύλου
Η ιστορία ξεκινά τον Δεκέμβριο του 1888, όταν ο επιχειρηματίας Σπύρος Ζαχαράτος ανοίγει το πρώτο του καφενείο στην πλατεία Ομονοίας. Η μεγάλη επιτυχία τον οδηγεί, το 1895, στο άνοιγμα ενός δεύτερου, ακόμη πιο λαμπρού καταστήματος στο ισόγειο του Μεγάρου Βούρου, στη συμβολή των οδών Σταδίου και Βασιλέως Γεωργίου Α' – εκεί που σήμερα δεσπόζει το ξενοδοχείο "Athens Plaza". Για δέκα χρόνια τα δύο καφενεία λειτουργούσαν παράλληλα, με αυτό του Συντάγματος να κλέβει τελικά την παράσταση και να γράφει τη δική του χρυσή σελίδα στην ιστορία της πόλης.
Πολυτέλεια, Μπιλιάρδο και... Σινεμά στην Καρδιά της Αθήνας
Το καφενείο Ζαχαράτου στο Σύνταγμα δεν ήταν απλώς ένα μέρος για καφέ. Ήταν μια εμπειρία. Με δύο ευρύχωρες σάλες, πολυτελείς καθρέφτες, μαρμάρινα τραπεζάκια και τρία μπιλιάρδα, πρόσφερε μια ατμόσφαιρα που ικανοποιούσε και τον πιο απαιτητικό πελάτη.
Μάλιστα, τα πρώτα ξύλινα τραπέζια αντικαταστάθηκαν γρήγορα από μαρμάρινα, καθώς οι απόστρατοι αξιωματικοί συνήθιζαν να σχεδιάζουν με κιμωλίες ολόκληρες στρατηγικές μαχών πάνω τους! Από το 1910, ο Ζαχαράτος πρωτοπορούσε προβάλλοντας βουβές ταινίες, ενώ τις Κυριακές ζωντανή ορχήστρα ψυχαγωγούσε τους θαμώνες.
Η εφημερίδα "ΣΚΡΙΠ" το 1895 περιέγραφε γλαφυρά μια βραδιά στο καφενείο:
"Ολίγοι ίσως από τους θαμώνας του καφενείου Ζαχαράτου τους περικυκλούντας το μπιλιάρδο έχουν εννοήσει ότι ένας από τους παίζοντας [...] είναι ο έξοχος ζωγράφος Ιακωβίδης... Ο Λύτρας εξαπλωμένος επί του βελουδίνου καναπέ παρακολουθεί λεπτομερώς τας καραμπόλας των δύο αγαπητών του μπιλλιαρδιστών."
Το Επίκεντρο των Πολιτικών Ζυμώσεων
Λόγω της θέσης του, ο Ζαχαράτος έγινε το απόλυτο θέατρο των πολιτικών εξελίξεων. Την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, τα τραπέζια χωρίζονταν αυστηρά σε βενιζελικά και βασιλικά. Το ίδιο συνέβαινε και παλαιότερα, με την πόλωση μεταξύ Τρικουπικών και Δηλιγιαννικών.
Το καφενείο έγινε μάρτυρας ακόμα και επεισοδίων, όπως στα "Σανιδικά" του 1902, με τον Γεώργιο Σουρή να σχολιάζει με τον μοναδικό του τρόπο τις ζημιές:
"Τρόμος και φρίκη και συμφορά παίρνουν σανίδες και πατερά. Σπάζουν καρέκλες του Ζαχαράτου κι εκείνος κλαίει τη συμφορά του"
Το Τέλος μιας Εποχής: «Πάει κι ο Ζαχαράτος»
Το 1958, μετά από 70 χρόνια αδιάκοπης λειτουργίας, το θρυλικό καφενείο έριξε αυλαία. Η απόφαση για την κατεδάφιση του Μεγάρου Βούρου λίγα χρόνια αργότερα σήμανε το οριστικό τέλος, προκαλώντας θλίψη στην αθηναϊκή κοινωνία.
Ο Τύπος της εποχής αποχαιρέτησε ένα κομμάτι της πόλης:
- Η "Καθημερινή" έκανε λόγο για "άδοξο τέλος ενός ιστορικού καφενείου".
- Το "Βήμα" το χαρακτήρισε "κρίκο του ρομαντικού παρελθόντος που έσπασε".
- Το περιοδικό "Εικόνες" έγραψε: "Πάει κι ο Ζαχαράτος – Μαζί με το ιστορικό καφενείο θα κλείσει κι ένα νοσταλγικό κεφάλαιο της αθηναϊκής ζωής".
Ίσως όμως κανείς δεν το συνόψισε καλύτερα από τον χρονογράφο Παύλο Παλαιολόγο:
"Από τα μπρίκια του βγαλμένη η σύγχρονη ιστορία του έθνους! [...] Στα τραπεζάκια του Ζαχαράτου έπεφταν κι ανέβαιναν κυβερνήσεις."
Αν και το κτίριο δεν υπάρχει πια, η ιστορία του Καφενείου Ζαχαράτου παραμένει ζωντανή, ένας φάρος νοσταλγίας για μια Αθήνα όπου η ιστορία, η τέχνη και η πολιτική διαμορφώνονταν καθημερινά, σε ένα από τα πιο θρυλικά στέκια της.
