Στην καρδιά της Μεσογείου, η αρχαιότερη δημοκρατία του κόσμου βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εχθρό που δεν κρατά όπλο ούτε υψώνει σημαία· η Ελλάδα μαραίνεται από μέσα. Το δημογραφικό της πρόβλημα δεν είναι απλώς ένα στατιστικό φαινόμενο· είναι η σιωπηλή αναγγελία μιας υπαρξιακής κρίσης.
Η ιστορία μάς έχει δείξει πως οι κοινωνίες δεν καταρρέουν απαραίτητα από πόλεμο ή φυσικές καταστροφές. Συχνά λυγίζουν όταν χάνουν τη δύναμή τους να ανανεώνονται. Όταν οι γενιές παύουν να διαδέχονται η μία την άλλη με εμπιστοσύνη και ελπίδα, όταν οι νέοι εγκαταλείπουν τα χώματα που μεγάλωσαν και όταν οι γέροντες υπερτερούν αριθμητικά των παιδιών, τότε η κοινωνική μνήμη αρχίζει να διαλύεται. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα.
Η χώρα αυτή, που γέννησε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την έννοια του πολίτη, βρίσκεται τώρα να μετρά λιγότερες γεννήσεις από θανάτους για περισσότερα από δέκα συνεχή έτη. Με πληθυσμό μόλις 10,4 εκατομμύρια το 2025, η Ελλάδα βλέπει τη φθορά όχι ως θεωρία, αλλά ως βεβαιότητα.
Ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα, πολύ χαμηλότερος από το επίπεδο αναπλήρωσης (2,1) και ένας από τους πιο χαμηλούς στην Ευρώπη. Μάλιστα, η Ελλάδα έχει την ταχύτερη μείωση πληθυσμού στην Ε.Ε. και την τρίτη ταχύτερη παγκοσμίως! Πρακτικά, για κάθε δύο Έλληνες δεν γεννιέται ούτε ένα παιδί!
Η ζωή στην Ελλάδα δεν αναπαράγεται. Το σώμα της κοινωνίας συρρικνώνεται, ενώ το μυαλό της γερνά. Πάνω από το 25% του πληθυσμού είναι ήδη άνω των 65 ετών. Αυτή η δομή ηλικιών δεν είναι απλώς πρόβλημα συντάξεων· είναι πρόβλημα φαντασίας. Ποιος θα οραματιστεί το μέλλον, όταν οι περισσότεροι έχουν το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν;
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός πως οι νέοι –αυτοί που θα μπορούσαν να ανανεώσουν τον κοινωνικό ιστό– φεύγουν. Από το 2010, περίπου 600.000 νέοι Έλληνες έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Είναι οι πιο μορφωμένοι, οι πιο ελπιδοφόροι, εκείνοι που θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα. Αντί για σπίτια και παιδιά, αποκτούν εισιτήρια χωρίς επιστροφή.
Κάποιοι θα πουν πως το φαινόμενο είναι κοινό σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες. Και όμως, στην Ελλάδα το πρόβλημα παίρνει υπαρξιακές διαστάσεις, επειδή συνδυάζεται με κάτι πιο βαθύ: την απουσία ενός μεγάλου αφηγήματος. Οι Έλληνες δεν πιστεύουν πια ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο. Η μεταπολίτευση υποσχέθηκε πρόοδο, αλλά άφησε χρέη. Η κρίση έφερε λιτότητα, μετανάστευση και ανασφάλεια. Και η επιστροφή στην «κανονικότητα» ήταν απλώς ένα διάλειμμα πριν από το επόμενο σοκ.
Οι πολιτικοί επιχειρούν να αντιστρέψουν την κατάσταση με φορολογικά κίνητρα, επιδόματα, νέα υπουργεία, σχέδια για επιστροφή των νέων. Όλα θετικά, μα ανεπαρκή. Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτισμικό. Οι νέοι δεν κάνουν παιδιά όχι μόνο επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή δεν θέλουν να τα φέρουν σε έναν κόσμο που δεν εμπιστεύονται. Η γονιμότητα δεν είναι λογιστική πράξη· είναι πολιτισμική εμπιστοσύνη.
Στην εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοτεχνολογία αναδιαμορφώνουν τη φύση του ανθρώπου, η Ελλάδα κινδυνεύει να χαθεί όχι από έλλειψη γνώσης, αλλά από απουσία συλλογικού σκοπού. Αν δεν επανεφεύρει τον εαυτό της, αν δεν δημιουργήσει ένα νέο αφήγημα ζωής που να συνδέει την προσωπική ευημερία με τη συλλογική συνέχεια, τότε μπορεί να καταλήξει ως το πρώτο κράτος που γέρασε ειρηνικά μέχρι αφανισμού.
Η ιστορία δεν δείχνει οίκτο στους θεατές της. Όσοι λαοί δεν ανανεώνουν την ελπίδα, αντικαθίστανται από εκείνους που την τολμούν.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα θα υπάρχει το 2100. Το ερώτημα είναι: ποιο όραμα θα την οδηγήσει εκεί;
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος
