Η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν μια χώρα σε κρίση. Οι κοινωνικές αλλαγές έρχονταν με καταιγιστικούς ρυθμούς, αλλά οι παραδοσιακές αξίες παρέμεναν βαθιά ριζωμένες. Σε αυτό το περιβάλλον, τα εγκλήματα τιμής δεν ήταν απλώς εγκλήματα. Ήταν μια πράξη αντίστασης, μια κραυγή απόγνωσης ενάντια στα "νέα ήθη" των πόλεων. Πουθενά αλλού αυτό δεν ήταν τόσο έντονο όσο στην Κρήτη, όπου η τιμή ήταν -και παραμένει- ένας από τους πιο ιερούς κώδικες.
Αυτή είναι η συγκλονιστική ιστορία της Ανδρομάχης, ενός φονικού για λόγους τιμής που σημάδεψε τη δεκαετία του '50.
Η φυγή, η μοίρα και η ατίμωση
Η Ανδρομάχη, μια 26χρονη Κρητικιά από ένα ορεινό χωριό, αναγκάστηκε να αφήσει την οικογένειά της για να βρει δουλειά και καλύτερη τύχη στο Ηράκλειο. Εκεί, δούλευε σε μια αποθήκη σταφίδας και ζούσε φτωχικά, στέλνοντας τα λιγοστά χρήματα που περίσσευαν στην οικογένειά της.
Η ήρεμη ζωή της ανατράπηκε στις 9 Νοεμβρίου, όταν μια εξαδέλφη της τής γνώρισε τον Στέφανο, έναν γοητευτικό νεαρό. Παρά τις αρχικές της αντιρρήσεις, η Ανδρομάχη πείστηκε ότι ο σκοπός του ήταν μόνο η γνωριμία. Πέρασαν μια ολόκληρη νύχτα μαζί, και την επόμενη πήγαν σε ένα πανηγύρι. Εκεί, η ατμόσφαιρα, το γλέντι και το κρασί θόλωσαν το μυαλό της. Στην επιστροφή, ο Στέφανος κατάφερε να την πείσει να περάσουν μαζί τη νύχτα. Η Ανδρομάχη, ζαλισμένη από το ποτό, δέχτηκε. Αργότερα, θα δήλωνε ότι δεν είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασης.
Την επόμενη μέρα, όταν η Ανδρομάχη συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, του είπε ότι της είχε κάνει "μεγάλο κακό" και της είχε πάρει "ό,τι πιο πολύτιμο είχε". Ο Στέφανος, όμως, αντί να αναλάβει τις ευθύνες του, της υποσχέθηκε γάμο και την έπεισε να περάσουν μερικές ακόμα νύχτες μαζί. Στη συνέχεια, εξαφανίστηκε, φεύγοντας για την Αθήνα.
Το κυνήγι της δικαίωσης και η μοιραία συνάντηση
Νιώθοντας ατιμασμένη και εξαπατημένη, η Ανδρομάχη άρχισε έναν αγώνα για να βρει τον Στέφανο. Πήγαινε στο σπίτι του, απαιτούσε από τον πατέρα του να τον υποχρεώσει να επιστρέψει και να την παντρευτεί. Ακόμα και η Αστυνομία αναμείχθηκε, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Μετά από μήνες, στις 19 Μαΐου του 1960, ο Στέφανος επέστρεψε κρυφά στο Ηράκλειο. Η Ανδρομάχη τον συνάντησε και του ζήτησε για ακόμα μια φορά να την παντρευτεί. Εκείνος την απέπεμψε και την έβρισε δημόσια. Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα.
"Καλά έκανα και τον σκότωσα"
Στις 21 Μαΐου, η Ανδρομάχη πήγε να συναντήσει τον Στέφανο, έχοντας μαζί της ένα πιστόλι. Τον ακολούθησε στο καφενείο "Κάντια", όπου μπήκε και μπροστά σε όλους τους περαστικούς του ξαναζήτησε να την παντρευτεί. Εκείνος άρχισε να της φωνάζει. Η Ανδρομάχη έβγαλε το πιστόλι και τον πυροβόλησε τρεις φορές.
Μετά τη δολοφονία, πήγε στο αστυνομικό τμήμα και παραδόθηκε, δηλώνοντας με παγωμένη ηρεμία: "Καλά έκανα και τον σκότωσα, θα αγιάσουν τα χέρια μου." Την επόμενη μέρα, είπε στους αστυνομικούς ότι δεν είχε άλλη επιλογή. "Είμαι μια άτιμη" είπε, "η οικογένειά μου με έβγαλε στο περιθώριο." Προτίμησε τη φυλακή παρά την ατίμωση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πατέρας του Στέφανου υποστήριξε ότι η Ανδρομάχη, που ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία, ήταν αυτή που πίεζε ερωτικά τον 21χρονο γιο του. Το δικαστήριο, όμως, την καταδίκασε σε 20ετή κάθειρξη για δολοφονία εν ψυχρώ, χωρίς να της αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό.
