Σήμερα, στην περιοχή που κάποτε βρισκόταν το στρατόπεδο του Διονύσου, δεσπόζουν πολυτελείς κατοικίες. Ο οικισμός ονομάζεται Σεμέλη και τίποτα δεν θυμίζει το εφιαλτικό παρελθόν του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της Χούντας, αυτός ο τόπος ήταν ένα κολαστήριο, όπου πραγματοποιήθηκαν μερικά από τα πιο αποτρόπαια βασανιστήρια στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.
Το «θέατρο» της εικονικής εκτέλεσης
Ένα από τα πιο φρικιαστικά βασανιστήρια που εφαρμόστηκαν στο στρατόπεδο ήταν η εικονική εκτέλεση. Οι κρατούμενοι ρίχνονταν σε έναν μεγάλο λάκκο, που έμοιαζε με τάφο, και τους έδιναν μια «τελευταία ευκαιρία» να μιλήσουν. Αν αρνούνταν, ακολουθούσαν τα παραγγέλματα «επί σκοπόν!» και «πυρ!». Οι σφαίρες που εκπυρσοκροτούσαν ήταν ψεύτικες, αλλά ο τρόμος που προκαλούσαν ήταν πέρα από κάθε φαντασία.
Ο αγωνιστής Χρήστος Ρεκλείτης, ο οποίος επέζησε από αυτά τα βασανιστήρια, περιέγραψε στη «Μηχανή του Χρόνου» την εμπειρία του: «Με πήραν υποβασταζόμενο... με έβαλαν μπροστά από ένα βράχο και μου είπαν, ‘εδώ έχουμε θάψει κι άλλα καθίκια φοιτητές σαν και εσένα... Θα μιλήσεις;’». Η απάντησή του ήταν «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η δημοκρατία», και στη συνέχεια άκουσε τους πυροβολισμούς με αβολίδοτα.
Το μαρτύριο του μνήματος και της σταγόνας
Ο Ρεκλείτης βίωσε επίσης το βασανιστήριο του μνήματος: τον έθαψαν ζωντανό μέσα σε ένα στενό κασόνι, ενώ στρατιώτες πετούσαν χώματα πάνω του. Ο ίδιος περιέγραψε τον αφόρητο τρόμο που τον οδήγησε ακόμα και να λιποθυμήσει.
Ένα άλλο «ύπουλο» βασανιστήριο ήταν η «σταγόνα». Έδεναν το θύμα σε έναν πάσσαλο, έτσι ώστε μια σταγόνα νερού να πέφτει συνεχώς στο κεφάλι του. Ο δημοσιογράφος Παύλος Κλαυδιανός που το βίωσε, δήλωσε: «Μέσα σε ένα τέταρτο ο πόνος είναι αβάσταχτος».
Οι δίκες των βασανιστών και η ατιμωρησία
Μετά την πτώση της Χούντας, οι αγωνιστές μήνυσαν τους βασανιστές τους. Ωστόσο, η δικαιοσύνη ήταν επιεικής. Η κατάθεση του Ρεκλείτη δεν θεωρήθηκε «ειλικρινής» και οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν. Μόνο ο αστυνομικός Πέτρος Μπάμπαλης παραπέμφθηκε για σωματικές βλάβες, αλλά κι αυτός τελικά αθωώθηκε.
Σήμερα, ελάχιστα απομεινάρια του στρατοπέδου έχουν μείνει. Η ιστορία, όμως, παραμένει μια σκληρή υπενθύμιση των σκοτεινών ημερών της δικτατορίας και του θάρρους των ανθρώπων που αντιστάθηκαν.
