Το Υπουργείο Παιδείας έχει ήδη σχεδιάσει τα σενάρια εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ώστε το 2029, οι πρώτοι έφηβοι να εισαχθούν στα ελληνικά πανεπιστήμια χωρίς να έχουν περάσει από την παραδοσιακή δοκιμασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτό ως απελευθέρωση: τέλος στο «εξεταστικό stress», τέλος στην αδικία που κρίνει τρία χρόνια από τρεις ημέρες. Μοιάζει με εξανθρωπισμό του συστήματος.
Είναι, όμως, το ακριβώς αντίθετο.
Για να κατανοήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει, πρέπει να επιστρέψουμε χιλιάδες χρόνια πίσω, στην εποχή που οι ανθρώπινες κοινωνίες άρχισαν να οργανώνονται γύρω από ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς επιλέγουμε ποιος θα έχει πρόσβαση στη γνώση και την εξουσία;
Στις αρχαίες κοινωνίες, η επιλογή ήταν απλή: καταγωγή. Γεννήθηκες στη σωστή οικογένεια; Έχεις πρόσβαση. Γεννήθηκες αλλού; Δεν έχεις. Το σύστημα ήταν άδικο, αλλά τουλάχιστον ειλικρινές στην αδικία του.
Οι σύγχρονες δημοκρατίες υποσχέθηκαν κάτι διαφορετικό: την αξιοκρατία. Δεν θα είναι πια η καταγωγή, αλλά η ικανότητα που θα καθόριζε ποιος προχωρά. Οι εξετάσεις—από την αυτοκρατορική Κίνα μέχρι την Ευρώπη του 19ου αιώνα—έγιναν το εργαλείο αυτής της υπόσχεσης. Μία στιγμή, μία δοκιμασία, ένα αποτέλεσμα. Άδικο; Ίσως. Αλλά τουλάχιστον διακριτό: ξεκινούσε και τελείωνε. Μετά, ζούσες.
Το Εθνικό Απολυτήριο όχι μόνο δεν καταργεί την εξέταση, άλλα τη διευρύνει.
Φανταστείτε έναν 15χρονο που μπαίνει στην Α' Λυκείου το 2026. Από την πρώτη κιόλας μέρα, του λένε: «Κάθε βαθμός σου εδώ θα μετρήσει για το πανεπιστήμιο. Όχι στη Γ' Λυκείου, τώρα. Κάθε διαγώνισμα, κάθε τεστ, κάθε άσκηση από τα 13.000 θέματα της Τράπεζας θα καθορίσει το μέλλον σου.»
Ο Μισέλ Φουκώ περιέγραψε το Πανοπτικό του Μπένθαμ: μία φυλακή όπου οι κρατούμενοι δεν ξέρουν πότε τους παρακολουθούν, οπότε συμπεριφέρονται σαν να τους παρακολουθούν πάντα. Η εξουσία γίνεται αόρατη, αλλά πανταχού παρούσα.
Το Εθνικό Απολυτήριο είναι το εκπαιδευτικό Πανοπτικό: δεν υπάρχει πια «πριν» και «μετά» τις εξετάσεις. Υπάρχει μόνο το διαρκές τώρα της αξιολόγησης. Το παιδί εσωτερικεύει τον επιτηρητή· δεν χρειάζεται κανείς να του θυμίζει ότι κάθε στιγμή μετράει. Το ξέρει μόνο του.
Η μεταρρύθμιση υπόσχεται «αντικειμενικότητα» μέσω της Τράπεζας Θεμάτων. Αλλά εδώ κρύβεται ένα φιλοσοφικό παράδοξο:
Όσο περισσότερο προσπαθείς να κάνεις κάτι αντικειμενικό, τόσο περισσότερο το μετατρέπεις σε κάτι εύκολα χειραγωγήσιμο.
Ποιος θα επιλέγει τα θέματα; Αν κάθε σχολείο επιλέγει μόνο του, η «αντικειμενικότητα» εξανεμίζεται: ένα σχολείο θα έχει δύσκολα θέματα, ένα άλλο εύκολα. Αν όλα τα σχολεία γράφουν τα ίδια θέματα, τότε χρειάζονται εξωτερικοί επιτηρητές, διόρθωση με κρυφά στοιχεία, λειτουργία ανεξάρτητων βαθμολογικών κέντρων, δηλαδή έξι Πανελλαδικές αντί για μία.
Επίσης, τα 13.000 θέματα της Τράπεζας δεν είναι «αντικειμενική γνώση». Είναι επιλεγμένες αναπαραστάσεις γνώσης. Κάποιοι άνθρωποι αποφάσισαν ότι «αυτό μετράει» και «εκείνο όχι». Η μέτρηση δημιουργεί την πραγματικότητα που νομίζει ότι μόνο καταγράφει.
Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό: η δημιουργία μιας νέας μορφής ταξικής ανισότητας.
Οι Πανελλαδικές, όσο σκληρές κι αν ήταν, είχαν ένα δημοκρατικό στοιχείο: ίδια θέματα για όλους, την ίδια μέρα, στην ίδια ώρα. Ένα παιδί από το Καστελλόριζο έγραφε τα ίδια θέματα με ένα παιδί από τα βόρεια προάστια.
Τώρα; Ο «Ολικός Βαθμός Λυκείου» καθορίζεται από:
α) Την ποιότητα των καθηγητών (που διαφέρει δραματικά ανά σχολείο)
β) Την υλικοτεχνική υποδομή (βιβλιοθήκες, εργαστήρια)
γ) Το κοινωνικό κεφάλαιο των γονιών (που μπορούν να παρέμβουν, να πιέσουν)
δ) Τις τοπικές «επιρροές» στη βαθμολογία
Τα προνομιούχα σχολεία (είτε ιδιωτικά είτε δημόσια) θα παράγουν υψηλότερους βαθμούς. Τα υποβαθμισμένα σχολεία θα τιμωρούνται διπλά: για την κακή διδασκαλία και για τη χαμηλή βαθμολογία. Η ανισότητα κωδικοποιείται ως «αντικειμενική επίδοση».
Το πιο τραγικό, όμως, είναι κάτι άλλο. Το Λύκειο—που θα έπρεπε να είναι ο χώρος όπου οι νέοι άνθρωποι μαθαίνουν να σκέφτονται—γίνεται εργοστάσιο παραγωγής σωστών απαντήσεων.
Κάθε ώρα μαθήματος μετατρέπεται σε προπόνηση για τα θέματα της Τράπεζας. Κάθε συζήτηση διακόπτεται με το ερώτημα: «Αυτό μπαίνει στις εξετάσεις;» Κάθε καθηγητής που προσπαθεί να ενθαρρύνει κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, περιέργεια—στοιχεία που δεν μετριούνται—συγκρούεται με την πίεση του συστήματος: «Πρέπει να καλύψουμε ύλη.»
Είναι πια ξεκάθαρο: Δεν μαθαίνουμε πώς να σκεφτόμαστε. Μαθαίνουμε πώς να συμμορφωνόμαστε.
Και εδώ φτάνουμε στο βαθύτερο πρόβλημα: Αυτή η «μεταρρύθμιση» δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικό. Αλλάζει μόνο τη μορφή.
Η λογική παραμένει η ίδια: ο σκοπός της εκπαίδευσης είναι η επιλογή, όχι η μάθηση. Τα παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο για να ανακαλύψουν ποιοι είναι, τι αγαπούν, πώς λειτουργεί ο κόσμος. Πηγαίνουν για να ταξινομηθούν. Το σύστημα δεν ρωτά «τι μάθατε;» αλλά «πόσους βαθμούς πήρατε;»
Η αληθινή μεταρρύθμιση θα ξεκινούσε από διαφορετικά ερωτήματα:
α) Τι είδους γνώση χρειάζεται μια κοινωνία στον 21ο αιώνα;
β) Πώς καλλιεργούμε κριτική σκέψη, συνεργασία, δημιουργικότητα;
γ) Γιατί η πρόσβαση στη γνώση πρέπει να είναι ανταγωνιστική;
Αντί γι' αυτό, αλλάζουμε τους συντελεστές, πολλαπλασιάζουμε τις εξετάσεις, και ονομάζουμε αυτό «πρόοδο».
Ίσως το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ποιο ποσοστό θα έχουν οι Πανελλαδικές ή πόσα θέματα θα έχει η Τράπεζα.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στον μύθο ότι η εκπαίδευση είναι αγώνας δρόμου και όχι κήπος που καλλιεργείται.
Πιστεύουμε ότι υπάρχουν «λίγες θέσεις» και «πολλοί υποψήφιοι», οπότε το σύστημα πρέπει να αποκλείει. Δεν αμφισβητούμε ποτέ αν οι θέσεις πρέπει όντως να είναι λίγες ή αν η γνώση πρέπει να λειτουργεί ως προνόμιο.
Σε 50 χρόνια, όταν οι ιστορικοί θα κοιτούν πίσω, ίσως απορήσουν: «Γιατί πέρασαν τριάντα χρόνια της ζωής τους μέσα σε αίθουσες, διαβάζοντας για εξετάσεις, αντί να ζουν, να δημιουργούν, να ανακαλύπτουν;»
Και η απάντηση θα είναι απλή: Επειδή κάποτε, κάποιοι, αποφάσισαν ότι έτσι πρέπει να γίνεται. Και το ονομάσαμε «σύστημα».
Το Εθνικό Απολυτήριο δεν μας ελευθερώνει από αυτόν τον μύθο. Μας βυθίζει βαθύτερα σε αυτόν· για μια τριετία, μεθοδικά, «αντικειμενικά».
Και το χειρότερο; Πιστεύουμε ότι κάνουμε το σωστό...
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος
.jpg)