Η αληθινή ιστορία της πτώσης του Χίτλερ ξετυλίγεται μέσα στους σκοτεινούς και τσιμεντένιους τοίχους του Καταφυγίου του Φύρερ (Führerbunker), οκτώ μέτρα κάτω από την Καγκελαρία του Ράιχ στο κέντρο του Βερολίνου. Αυτό το «τσιμεντένιο φέρετρο» των 250 τετραγωνικών μέτρων αποτέλεσε το τελευταίο κέντρο διοίκησης ενός δικτάτορα που αρνιόταν πεισματικά να αποδεχθεί την επικείμενη ήττα. Από τις 16 Απριλίου 1945, μισό εκατομμύριο στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού είχαν ξεκινήσει την τελική επίθεση για την κατάληψη της πρωτεύουσας, με τα οβιδοβόλα να βάλλουν ανελέητα στην πόλη. Μέσα στο καταφύγιο, ο Χίτλερ, φυσικό ράκος, εμφανιζόταν εξαντλημένος, με τρεμάμενο αριστερό χέρι και άψυχα μάτια, μια απόκοσμη φιγούρα σε σύγκριση με την παλαιότερη δημόσια εικόνα του. Ωστόσο, η διανοητική του ισχύς παρέμενε ανέπαφη, ακολουθώντας πεισματικά μια άκαμπτη γραμμή σκέψης και αρνούμενος να ακούσει τις εισηγήσεις των στρατηγών του.
Η στρατιωτική κατάσταση ήταν απολύτως απελπιστική, με τον πόλεμο να έχει τελειώσει για μεγάλα τμήματα του Ράιχ, αν και στις αίθουσες των χαρτών στο καταφύγιο η κατάσταση ωραιοποιούνταν. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ ήταν καταπονημένοι από τον πόλεμο, αλλά δεσμευμένοι από τον όρκο τους στον Φύρερ, υπερασπιζόμενοι την πόλη σε μάχες σώμα με σώμα. Η στιγμή της αλήθειας ήρθε στις 22 Απριλίου 1945, όταν ο Χίτλερ υπέστη νευρικό κλονισμό και παραδέχτηκε, για πρώτη φορά, ότι ο πόλεμος είχε χαθεί. Αυτή η παραδοχή απελευθέρωσε τους στενούς του κύκλους να αναζητήσουν διέξοδο, ενώ σηματοδότησε την αρχή του τέλους. Ακολούθησαν οι δραματικές προδοσίες από τους στενούς του συνεργάτες, τον Χέρμαν Γκέρινγκ και, κυρίως, τον Χάινριχ Χίμλερ, του οποίου οι μυστικές διαπραγματεύσεις με τη Δύση εξόργισαν τον δικτάτορα, οδηγώντας στην εκτέλεση του συνδέσμου του, Χέρμαν Φέγκελαϊν.
Σε αυτές τις τελευταίες μέρες, στο καταφύγιο κατέφθασε η Εύα Μπράουν, η ερωμένη του Χίτλερ, αποφασισμένη να μοιραστεί τη μοίρα του, αναζητώντας έναν ηρωικό ρόλο στην ιστορία. Την ίδια απόφαση πήρε και η οικογένεια του Υπουργού Προπαγάνδας, Γιόζεφ Γκέμπελς, με τη σύζυγό του, Μάγδα Γκέμπελς, να οδηγεί τα έξι παιδιά τους στον θάνατο, πεπεισμένη ότι δεν θα έπρεπε να ζήσουν σε έναν κόσμο χωρίς τον Εθνικοσοσιαλισμό. Μέσα σε αυτό το κλίμα τρόμου και απελπισίας, τα εφόδια στο καταφύγιο ήταν άφθονα, οδηγώντας σε χαλάρωση των ηθών και υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ από τους έγκλειστους.
Τη νύχτα της 29ης Απριλίου, ο Χίτλερ υπαγόρευσε τη διαθήκη του, μια επανάληψη των παλαιών ρατσιστικών του συνθημάτων, ενώ αμέσως μετά, παντρεύτηκε την Εύα Μπράουν. Ήταν η τελευταία του προσωπική πράξη. Το μεσημέρι της 30ης Απριλίου 1945, με τα σοβιετικά στρατεύματα μόλις εκατό μέτρα μακριά, ο Αδόλφος Χίτλερ και η Εύα Μπράουν αυτοκτόνησαν. Τα πτώματά τους μεταφέρθηκαν στον κήπο της Καγκελαρίας και κάηκαν με βενζίνη, κατ' εντολή του Χίτλερ, για να μην πέσουν στα χέρια των Ρώσων. Το δράμα ολοκληρώθηκε την 1η Μαΐου, όταν ο Γιόζεφ και η Μάγδα Γκέμπελς δηλητηρίασαν τα παιδιά τους και στη συνέχεια ακολούθησαν τον Φύρερ τους στον θάνατο.
Η κατάληψη του καταφυγίου από τον Κόκκινο Στρατό οδήγησε στην ανακάλυψη των απανθρακωμένων σορών του Χίτλερ και της Μπράουν λίγες μέρες αργότερα, οι οποίες αναγνωρίστηκαν οριστικά από τα οδοντιατρικά τους ευρήματα. Αυτά τα στοιχεία, μαζί με άλλα προσωπικά αντικείμενα των ναζιστικών ηγετών, μετατράπηκαν σε τρόπαια της νίκης, φυλασσόμενα για δεκαετίες στα μυστικά αρχεία της KGB στη Μόσχα. Η ιστορία του θανάτου στο καταφύγιο αποτελεί μια ζοφερή υπενθύμιση του φανατισμού και του φρικτού τέλους του Τρίτου Ράιχ.
