Στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα παρακολουθεί μια αθόρυβη, αλλά κολοσσιαία μετάβαση: για πρώτη φορά, οι μηχανές δεν περιορίζονται στην εκτέλεση υπολογισμών ή στην αυτοματοποίηση χειρωνακτικών εργασιών· αρχίζουν να παράγουν λόγο. Κείμενα, ποιήματα, άρθρα, ακόμη και φιλοσοφικές στοχαστικές συνθέσεις δημιουργούνται πλέον από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης σε απίθανη ταχύτητα. Με έναν τρόπο σχεδόν ειρωνικό, ο άνθρωπος χάνει το τελευταίο μονοπώλιο που θεωρούσε αναπαλλοτρίωτο: την ικανότητα να εκφράζεται μέσα από τη γραφή.
Η εξέλιξη αυτή θέτει τους φιλολόγους στο επίκεντρο μιας πρωτοφανoύς κρίσης ταυτότητας. Για αιώνες, ο φιλόλογος υπήρξε ο φύλακας του γραπτού πολιτισμού, ο ειδικός που γνώριζε όχι μόνο να διδάσκει τη γλώσσα, αλλά και να διαβάζει κάτω από τις λέξεις, να αποκαλύπτει υπονοούμενα, προκαταλήψεις, ιστορικά φορτία. Σήμερα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τεχνολογία που μπορεί να παράγει κείμενα κατά παραγγελία. Φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, σαν μια μάχη ήδη χαμένη.
Κι όμως, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μιμηθεί τη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί να μιμηθεί την εμπειρία που τη γεννά. Μπορεί να γράψει ένα ποίημα στο ύφος του Καβάφη, αλλά δεν μπορεί να αισθανθεί τον φόβο της ματαίωσης. Μπορεί να συνθέσει ένα επιχείρημα για τη δημοκρατία, αλλά δεν μπορεί να βιώσει την αγωνία μιας κοινωνίας που απειλείται από την παραπληροφόρηση. Μπορεί να αναλύσει τη δομή μιας τραγωδίας, αλλά δεν μπορεί να νιώσει την κάθαρση.
Σε έναν κόσμο στον οποίο ο λόγος παράγεται μαζικά και αστραπιαία, η πραγματική αξία δεν βρίσκεται πλέον στην παραγωγή, αλλά στην αξιολόγηση και στην ερμηνεία. Εκεί ακριβώς ξεκινά η νέα αποστολή του φιλολόγου.
Ο φιλόλογος του 21ου αιώνα δεν είναι ο τεχνικός της γραμματικής, αλλά ο θεματοφύλακας της κριτικής συνείδησης. Είναι αυτός που μπορεί να ξεχωρίσει το αληθινό από το ευλογοφανές, το ουσιαστικό από το επιφανειακό, το ανθρώπινο από το τεχνητά πειστικό. Σε μια εποχή στην οποία οι αφηγήσεις μπορούν να χειραγωγηθούν από αλγορίθμους, ο φιλόλογος γίνεται ο αναγκαίος αναλυτής των ιστοριών που διαμορφώνουν την κοινωνία.
Η δουλειά του δεν περιορίζεται πλέον στην τάξη. Επεκτείνεται στον δημόσιο λόγο, στην εκπαίδευση των πολιτών, στην αποκωδικοποίηση των ψηφιακών κειμένων, στη διασφάλιση της πνευματικής ακεραιότητας των αφηγήσεων που κυκλοφορούν στα σχολεία, στα κοινωνικά δίκτυα, στα μέσα ενημέρωσης. Ο φιλόλογος μετατρέπεται, σχεδόν αναπόφευκτα, σε επιμελητή νοήματος.
Παράλληλα, η σχέση του φιλολόγου με την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ανταγωνιστική, αλλά συμπληρωματική. Όπως η τυπογραφία δεν εξαφάνισε τον συγγραφέα, αλλά τον ενίσχυσε, έτσι και η ΤΝ δεν εξαλείφει τον φιλόλογο· του δίνει νέα εργαλεία για να ασκήσει το έργο του βαθύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ο φιλόλογος που αγκαλιάζει την τεχνολογία γίνεται δημιουργός νέων μορφών διδασκαλίας, επιμελητής περιεχομένου υψηλής ποιότητας, καθοδηγητής συγγραφέων, σχεδιαστής αφήγησης, ειδικός στη γλωσσική ηθική.
Το θεμελιώδες όμως διακύβευμα είναι υπαρξιακό: Αν ο άνθρωπος παραδώσει στην τεχνητή νοημοσύνη τόσο την παραγωγή των κειμένων, όσο και την κατανόηση του κόσμου μέσα από αυτά, τότε παραιτείται από την ίδια τη συνείδησή του.
Ο φιλόλογος βρίσκεται εδώ για να αποτρέψει αυτήν την υποχώρηση. Να υπενθυμίσει ότι η γλώσσα είναι κάτι περισσότερο από εργαλείο επικοινωνίας. Είναι το έδαφος πάνω στο οποίο χτίζουμε τη συλλογική μας ταυτότητα.
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, ο φιλόλογος δεν είναι κατάλοιπο ενός ανθρωπιστικού παρελθόντος. Είναι ο αναγκαίος συνομιλητής ενός τεχνολογικού μέλλοντος. Ο άνθρωπος που γνωρίζει πως, ακόμη κι αν μια μηχανή μπορεί να γράψει άψογα, ο λόγος παραμένει ανθρώπινος μόνο όταν έχει νόημα. Και το νόημα δεν παράγεται από αλγόριθμους· γεννιέται από καρδιές, εμπειρίες, μνήμες και συγκρούσεις.
Σε έναν κόσμο που πλημμυρίζει από λέξεις, ο φιλόλογος είναι αυτός που κρατά ζωντανή την αλήθεια τους.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος