Η Ρόδος, ένα νησί συνδεδεμένο με την ιστορία και την ομορφιά, έγινε το φθινόπωρο του 2000 το σκηνικό ενός από τα πιο συνταρακτικά εγκλήματα πάθους που συγκλόνισαν την ελληνική κοινή γνώμη. Θύμα ήταν ο Νικόλαος Τσίγκριλας, ένας 53χρονος ανθυπαστυνόμος, πατέρας τριών παιδιών, ο οποίος έπεσε νεκρός στο ίδιο του το αγρόκτημα στην περιοχή Παραδείσι. Η υπόθεση αποκάλυψε ένα σκοτεινό ερωτικό τρίγωνο και ένα προμελετημένο σχέδιο δολοφονίας με πρωταγωνιστές τη σύζυγό του και τον νεαρό εραστή της.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο 26χρονος Ιωάννης Κατσούλης, λοχίας του στρατού, νοίκιασε το διαμέρισμα κάτω από το σπίτι της οικογένειας Τσίγκριλα. Η 37χρονη σύζυγος του ανθυπαστυνόμου, Δέσποινα Φωτάρα, υπάλληλος στο αεροδρόμιο της Ρόδου, ανέλαβε τη φροντίδα του, και σύντομα αναπτύχθηκε μεταξύ τους ένας παράνομος και έντονος έρωτας. Η Φωτάρα εκμυστηρεύτηκε στον νεαρό εραστή της ότι ο γάμος της ήταν ένα «βασανιστήριο», ισχυριζόμενη ότι ο σύζυγός της την κακοποιούσε. Ωστόσο, αντί να τον εγκαταλείψει, άρχισε να τον πιέζει να σκοτώσει τον άνδρα της, θέτοντάς του τελεσίγραφο: είτε θα διέπραττε το έγκλημα, είτε θα τον χώριζε.
Ο νεαρός λοχίας, υπό την πίεση του παράνομου πάθους, ενέδωσε. Έχοντας δανειστεί μια κυνηγετική καραμπίνα, πήγε στο κτήμα του Τσίγκριλα προσποιούμενος ότι κυνηγούσε πουλιά. Ο ανυποψίαστος αστυνομικός δέχτηκε την πρόταση του να πάνε μαζί για κυνήγι. Ο Κατσούλης, περπατώντας πίσω από τον Τσίγκριλα, σήκωσε ξαφνικά το όπλο και τον πυροβόλησε πισόπλατα. Όταν ο αστυνομικός σωριάστηκε τραυματισμένος, ο δράστης τον αποτελείωσε με μία δεύτερη σφαίρα στο στήθος, σχεδόν εξ επαφής. Αφού βεβαιώθηκε για τον θάνατό του, έφυγε από το σημείο, φροντίζοντας να κρύψει το όπλο και να φτιάξει άλλοθι, ενώ παράλληλα έστειλε στην ερωμένη του το προσυμφωνημένο μήνυμα, δηλώνοντας ότι «τελείωσε» την αποστολή.
Οι υποψίες των αρχών στράφηκαν αμέσως στον οικογενειακό κύκλο, καθώς δεν υπήρχαν ίχνη ληστείας ή διάρρηξης. Ο Κατσούλης συνελήφθη και μετά από πολύωρη ανάκριση ομολόγησε τη δολοφονία, ωστόσο μετέφερε την ευθύνη στη Φωτάρα, υποστηρίζοντας ότι εκείνη ήταν η ηθική αυτουργός που τον πίεζε να σκοτώσει τον άντρα της για να είναι μαζί. Βάσει των αποκαλύψεών του, συνελήφθη και η Φωτάρα, η οποία αρνήθηκε κάθε συμμετοχή στο φόνο, αν και παραδέχτηκε τον παράνομο δεσμό. Εντούτοις, αποκαλύφθηκε ότι η Φωτάρα είχε προτείνει αμοιβή σε συνάδελφό της για να σκοτώσει τον σύζυγό της, επιβεβαιώνοντας έτσι τον προγενέστερο σχεδιασμό.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχους και τους δύο «σατανικούς» εραστές. Ο Ιωάννης Κατσούλης κρίθηκε ένοχος ως φυσικός αυτουργός για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ενώ η Δέσποινα Φωτάρα κρίθηκε ένοχη για ηθική αυτουργία στη δολοφονία. Χωρίς την αναγνώριση κανενός ελαφρυντικού, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Ρόδου τους επέβαλε την βαρύτερη των ποινών: ισόβια κάθειρξη. Το τίμημα του αρρωστημένου πάθους ήταν βαρύ, με τη δολοφονία ενός συζύγου και πατέρα, τη φυλάκιση της μητέρας, και τρία παιδιά να μένουν ορφανά, με την υπόθεση να παραμένει χαραγμένη στη μνήμη ως ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της εγκληματολογίας στη Ρόδο.