Ο Μ. Καραγάτσης, κατά κόσμον Δημήτριος Ροδόπουλος, αποτελεί έναν από τους πιο επιδραστικούς και παραγωγικούς πεζογράφους της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ως ηγετική φυσιογνωμία της θρυλικής Γενιάς του ’30, κατάφερε να φέρει μια νέα πνοή στο ελληνικό μυθιστόρημα, συνδυάζοντας την αφηγηματική δεξιοτεχνία με μια τολμηρή, ρεαλιστική ματιά στην ανθρώπινη φύση. Το ψευδώνυμό του, εμπνευσμένο από το δέντρο καραγάτσι στη Ραψάνη και το ρωσικό χαϊδευτικό «Μίτια», συνοδεύει ένα έργο που παραμένει ζωντανό και επίκαιρο, προκαλώντας συζητήσεις μέχρι σήμερα για την ένταση των χαρακτήρων του και τη δύναμη της γραφής του.
Η γραφή του Καραγάτση διακρίνεται για τον έντονο νατουραλισμό της και την ικανότητα να πλάθει ήρωες με βαθιά εσωτερικότητα και πάθη που συχνά τους ξεπερνούν. Μέσα από εμβληματικά έργα όπως ο «Συνταγματάρχης Λιάπκιν», ο «Γιούγκερμαν» και η «Μεγάλη Χίμαιρα», ο συγγραφέας εξερεύνησε τη σύγκρουση των ανθρώπων με τη μοίρα τους και το κοινωνικό τους περιβάλλον. Οι πρωταγωνιστές του, συχνά ξένοι που προσπαθούν να εγκλιματιστούν στην ελληνική πραγματικότητα, γίνονται φορείς μιας οικουμενικής αναζήτησης για την ταυτότητα και την επιβίωση, ενώ η πλοκή των έργων του διατηρεί μια κινηματογραφική ταχύτητα που καθηλώνει τον αναγνώστη.
Πέρα από τα μεγάλα του μυθιστορήματα, ο Καραγάτσης υπήρξε ένας δεινός διηγηματογράφος, με συλλογές όπως το «Συναξάρι των Αμαρτωλών» να αναδεικνύουν την ικανότητά του να αποτυπώνει την πολυπλοκότητα της ηθικής σε μικρή φόρμα. Η προσφορά του δεν περιορίστηκε μόνο στη λογοτεχνία, καθώς ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη μετάφραση, αφήνοντας πίσω του έναν τεράστιο όγκο δουλειάς που χαρακτηρίζεται από ευφυΐα και σπάνιο συγγραφικό ταλέντο. Η κληρονομιά του συνεχίζει να εμπνέει νέες γενιές δημιουργών, επιβεβαιώνοντας τη θέση του ως έναν από τους μεγάλους «μάστορες» του ελληνικού λόγου.