Η ιστορία του ελληνικού εγκλήματος περιλαμβάνει πολλές σκοτεινές φιγούρες, όμως η περίπτωση του Παύλου Μπάτσιου ξεχωρίζει ως μια κινηματογραφική εξαίρεση που καταρρίπτει κάθε στερεότυπο. Αν υπήρχε ένα εγχειρίδιο για το πώς να ληστεύεις τράπεζες, ο Μπάτσιος σίγουρα θα το είχε πετάξει στα σκουπίδια. Σε αντίθεση με τους συνηθισμένους κακοποιούς που προσπαθούν να περάσουν απαρατήρητοι, εκείνος επέλεγε να μαγνητίζει τα βλέμματα, εμφανιζόμενος στα υποκαταστήματα ως ο ιδανικός πελάτης ή ακόμα και ως μέτοχος, παρά ως ο άνθρωπος που ετοιμαζόταν να αδειάσει τα ταμεία.
Ψηλός, αρρενωπός και πάντα ντυμένος με επώνυμα ρούχα, ακριβές καμπαρντίνες και μοδάτα αξεσουάρ, ο Μπάτσιος δεν κάλυπτε ποτέ τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Η δράση του χαρακτηριζόταν από μια απίστευτη ευγένεια, καθώς μιλούσε στους υπαλλήλους «με το σεις και με το σας», ζητούσε συγγνώμη για την αναστάτωση και αποχωρούσε σαν κύριος αφού ολοκλήρωνε τη «δουλειά». Στόχος του δεν ήταν η βία, αλλά η χρηματοδότηση ενός ιδιαίτερα απαιτητικού και ακριβού lifestyle που περιελάμβανε ξενύχτια, γυναίκες και ακριβά γούστα, τα οποία δεν μπορούσε να αποχωριστεί.
Μια σύντομη δράση γεμάτη πολυτέλεια και 50 εκατομμύρια δραχμές
Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, ο Παύλος Μπάτσιος κατάφερε να πραγματοποιήσει πέντε ληστείες, αποκομίζοντας το ιλιγγιώδες για την εποχή ποσό των 50 εκατομμυρίων δραχμών. Τα χρήματα αυτά εξαφανίζονταν με την ίδια ταχύτητα που αποκτώνταν, καθώς ο ίδιος πίστευε αφέλεια πως όποτε τελείωναν τα αποθέματα, μπορούσε απλώς να επισκεφθεί ένα άλλο υποκατάστημα για μια νέα «αναληψούλα». Όπως δήλωσε αργότερα με αφοπλιστική ειλικρίνεια στην απολογία του, η ζωή ήταν ακριβή και τα λεφτά γίνονταν αέρας στις εξόδους και τις μεγάλες αγορές του.
Η πτώση του ήρθε με έναν τρόπο εξίσου παράδοξο όσο και η δράση του. Ενώ η αστυνομία είχε ήδη το προφίλ του από τις περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων, ο Μπάτσιος έκανε το μοιραίο λάθος να εμφανιστεί ο ίδιος στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του. Ο λόγος δεν ήταν η παράδοση, αλλά η οργή του για την κλοπή του πολυτελούς αυτοκινήτου του, μιας Lancia που είχε αγοράσει με τα λάφυρα των ληστειών. Πηγαίνοντας να υποβάλει μήνυση κατά αγνώστων, βρέθηκε τελικά με χειροπέδες, καθώς οι αστυνομικοί τον αναγνώρισαν αμέσως.
Το τέλος μιας εποχής και η φυλακή
Ακόμα και κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Μπάτσιος διατήρησε το χαλαρό και ακομπλεξάριστο προφίλ του, σχολιάζοντας ειρωνικά πως η μισή Ελλάδα πλέον ληστεύει τράπεζες. Η καταδίκη του και η μεταφορά του στις φυλακές σήμανε το τέλος μιας σύντομης αλλά έντονης περιόδου «μεγάλης ζωής». Για έναν άνθρωπο που η ταυτότητά του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξωτερική του εμφάνιση και το image του, η πραγματική τιμωρία δεν ήταν η στέρηση της ελευθερίας, αλλά η αδυναμία να συντηρεί το κομψό και προσεγμένο παρουσιαστικό που τον έκανε να ξεχωρίζει.
Η ιστορία του Παύλου Μπάτσιου παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο ιδιαίτερες στα αστυνομικά χρονικά της χώρας, θυμίζοντας μια εποχή όπου το έγκλημα μπορούσε μερικές φορές να έχει το πρόσωπο ενός καλοντυμένου τζέντλεμαν. Η αφέλεια, η ειλικρίνεια και η εμμονή του με την πολυτέλεια τον μετέτρεψαν σε μια φιγούρα που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από σελίδες περιοδικού μόδας, αφήνοντας πίσω του έναν μύθο που δύσκολα επαναλαμβάνεται.