Παρουσιάστηκε ως «εκσυγχρονισμός» και «διεύρυνση επιλογών». Στην πραγματικότητα, όμως, η νέα ρύθμιση για την παράλληλη φοίτηση αποκαλύπτει μια βαθιά ανήθικη πολιτική επιλογή: μια ρύθμιση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του ιδιωτικού συμφέροντος, που υπονομεύει ευθέως τη δημόσια εκπαίδευση και την κοινωνική ισότητα.
Για πρώτη φορά, ένας ενεργός φοιτητής δημόσιου πανεπιστημίου μπορεί να εγγράφεται ταυτόχρονα σε Μη Κρατικό Πανεπιστήμιο, αρκεί να κατέχει την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής του αντίστοιχου επιστημονικού πεδίου. Το κράτος, δηλαδή, θέτει ένα τυπικό, εξετασιοκεντρικό φίλτρο και αποσύρεται πλήρως από κάθε ουσιαστικό ρυθμιστικό ρόλο. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος έχει χρήματα, μπορεί να αποκτήσει περισσότερα προσόντα – ταχύτερα και ευκολότερα.
Η ρύθμιση αυτή δεν αφορά την «αριστεία». Αφορά τη δυνατότητα αγοράς πλεονεκτήματος. Δημιουργεί συνθήκες θεσμικού αθέμιτου ανταγωνισμού ανάμεσα σε φοιτητές που ξεκινούν από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες. Ο φοιτητής που σπουδάζει αποκλειστικά στο δημόσιο πανεπιστήμιο, συχνά εργαζόμενος για να επιβιώσει, καλείται να ανταγωνιστεί έναν συμφοιτητή του που μπορεί παράλληλα να χρηματοδοτεί ένα δεύτερο πτυχίο. Όχι επειδή είναι ικανότερος, αλλά επειδή είναι πλουσιότερος.
Η ανισότητα αυτή δεν μένει στο επίπεδο των σπουδών. Μεταφέρεται αυτούσια στην αγορά εργασίας. Όταν το δεύτερο πτυχίο αναγνωρίζεται από τον ΑΣΕΠ και προσμετράται σε διαγωνισμούς και προσλήψεις στο Δημόσιο, τότε το κράτος δεν είναι απλός παρατηρητής της ανισότητας· είναι ενεργός παραγωγός της. Ιδιαίτερα στον χώρο της εκπαίδευσης, όπου τα μόρια και τα τυπικά προσόντα καθορίζουν το επαγγελματικό μέλλον, ο εκπαιδευτικός με δύο πτυχία αποκτά συντριπτικό πλεονέκτημα. Όχι γιατί υπηρέτησε περισσότερο το δημόσιο σχολείο, αλλά γιατί είχε την οικονομική δυνατότητα να «επενδύσει» στον εαυτό του.
Έτσι, το Δημόσιο Πανεπιστήμιο υποβαθμίζεται έμμεσα, αλλά συστηματικά. Αντί να ενισχυθεί με διαθεματικά προγράμματα, δεύτερα πτυχία εντός του δημόσιου χώρου, δωρεάν δυνατότητες επανακατάρτισης και ουσιαστική ακαδημαϊκή κινητικότητα, αφήνεται να λειτουργεί ως βασική εκπαίδευση χαμηλού κόστους, πάνω στην οποία έρχονται να «χτίσουν» τα ιδιωτικά ιδρύματα – επί πληρωμή.
Η πολιτεία δεν εγγυάται πλέον ίσες ευκαιρίες· εγγυάται ίσους όρους εισόδου σε μια άνιση κούρσα. Και αυτό δεν είναι ουδετερότητα. Είναι πολιτική επιλογή. Είναι η μετατόπιση από το κοινωνικό δικαίωμα στη μόρφωση, στη λογική της αγοράς προσόντων. Από το «σπουδάζω για να γίνω καλύτερος πολίτης», στο «αγοράζω τίτλους για να επιβιώσω επαγγελματικά».
Η παράλληλη φοίτηση, όπως θεσμοθετείται, δεν υπηρετεί την παιδεία. Υπηρετεί ένα μοντέλο όπου το Δημόσιο εκπαιδεύει και το Ιδιωτικό κεφαλαιοποιεί. Και όταν το κράτος νομιμοποιεί αυτή τη συνθήκη, δεν είναι απλώς αφελές. Είναι συνένοχο.
Η παιδεία, όμως, δεν μπορεί να είναι προνόμιο. Και το μέλλον δεν μπορεί να κρίνεται από το πορτοφόλι. Αν αυτό ξεχαστεί, τότε δεν μιλάμε για μεταρρύθμιση. Μιλάμε για θεσμοθετημένη κοινωνική αδικία.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, Φιλόλογος M.Ed., Συγγραφέας