Η παραβατικότητα των ανηλίκων αποτελεί ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα της δημόσιας συζήτησης, καθώς συχνά έρχεται στην επιφάνεια μέσα από βίαια περιστατικά που προκαλούν έντονη κοινωνική ανησυχία. Ωστόσο, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η εικόνα μιας ξαφνικής «έκρηξης» της νεανικής βίας είναι συχνά παραπλανητική. Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό και διαχρονικό φαινόμενο, το οποίο συνδέεται άρρηκτα με τις κοινωνικές δομές, τις οικονομικές κρίσεις και τις οικογενειακές δυσλειτουργίες. Η κατανόηση αυτού του φαινομένου απαιτεί μια βαθύτερη ματιά στις ρίζες του και όχι μια επιφανειακή εστίαση στα συμπτώματα.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια Εγκληματολογίας Βασιλική Αρτινοπούλου, η βία των ανηλίκων επηρεάζεται άμεσα από τις αλλεπάλληλες κρίσεις που δοκιμάζουν τη συνοχή της κοινωνίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται πλέον στη «ψηφιακή ευαλωτότητα» των παιδιών. Η έκθεση σε φαινόμενα κυβερνοβίας και η εμπορευματοποίηση των προσωπικών τους δεδομένων στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ζήτημα ατομικής αδυναμίας, αλλά αποτέλεσμα της ηλικιακής ανωριμότητας και της ανεπαρκούς θεσμικής προστασίας. Παράλληλα, το σχολείο λειτουργεί συχνά ως καθρέφτης της ευρύτερης κοινωνικής βίας, γεγονός που καθιστά την πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού κομβικό εργαλείο για τον περιορισμό του φαινομένου συνολικά.
Από την άλλη πλευρά, ο ψυχίατρος Γιώργος Νικολαΐδης προειδοποιεί για τον κίνδυνο του «ηθικού πανικού». Επισημαίνει ότι οι στατιστικές αυξήσεις που καταγράφονται ορισμένες φορές οφείλονται στην αυστηροποίηση της νομοθεσίας και όχι απαραίτητα σε μια πραγματική έκρηξη βίας. Για παράδειγμα, η αντιμετώπιση ενός εφήβου με φωτοβολίδα ως κατόχου όπλου αλλάζει τους αριθμούς της αστυνομίας, αλλά όχι την ουσία της εφηβικής συμπεριφοράς. Ο φόβος ότι κάθε παιδί αποτελεί δυνητική απειλή μπορεί τελικά να γεννήσει περισσότερη βία, καθώς ο φοβισμένος άνθρωπος τείνει να επιτίθεται πιο εύκολα.
Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι τα παιδιά που ασκούν βία είναι συνήθως και τα ίδια θύματα ενός συστήματος που απέτυχε να τα προστατεύσει ή να τα στηρίξει εγκαίρως. Διεθνή δεδομένα δείχνουν ότι η επένδυση στην κοινωνική αλληλεγγύη και στον δεσμό της κοινότητας αποδίδει πολύ καλύτερα από την καθαρή καταστολή. Όταν ένα παιδί φτάνει στο σημείο να ασκήσει σοβαρή βία, αυτό αποτελεί συχνά την κατάληξη μιας σειράς αστοχιών του οικογενειακού, εκπαιδευτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η απουσία συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών αφήνει κενά που τελικά κοστίζουν σε ανθρώπινες ζωές και χαμένες ευκαιρίες για επανένταξη.
Τα στοιχεία από τον Οργανισμό «Χαμόγελο του Παιδιού» για το 2025 είναι αποκαλυπτικά για την έκταση του προβλήματος. Με εκατοντάδες κλήσεις καθημερινά στις γραμμές βοήθειας και μια ανησυχητική αύξηση στις αναφορές για κυβερνοέγκλημα, είναι σαφές ότι οι ανάγκες των παιδιών για υποστήριξη είναι τεράστιες. Ο πρόεδρος του οργανισμού, Κώστας Γιαννόπουλος, τονίζει ότι η υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών υπονομεύει κάθε προσπάθεια ουσιαστικής πρόληψης. Η Ελλάδα διαθέτει το νομοθετικό πλαίσιο, όμως η πρόκληση παραμένει η εφαρμογή του στην πράξη μέσω της Εθνικής Στρατηγικής 2025-2030, με στόχο μια κοινωνία μηδενικής ανοχής στη βία.