Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ στις δεκαετίες του 1960 και 1970, οι αμερικανικές δυνάμεις ήρθαν αντιμέτωπες με έναν εχθρό που μετέτρεψε την πυκνή ζούγκλα σε ένα θανάσιμο πεδίο ψυχολογικού πολέμου. Οι Βιετκόνγκ, γνωρίζοντας την τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ, επέλεξαν μια στρατηγική φθοράς βασισμένη σε παγίδες και αιφνιδιασμούς που δεν είχαν σκοπό μόνο να σκοτώσουν, αλλά κυρίως να ακρωτηριάσουν και να καταρρακώσουν το ηθικό των στρατιωτών. Κάθε βήμα στο λαβύρινθο της ζούγκλας μπορούσε να σημαίνει τον θάνατο, αναγκάζοντας τους στρατιώτες να ζουν σε μια κατάσταση διαρκούς παράνοιας και φόβου.
Η καρδιά της αντίστασης των Βιετκόνγκ βρισκόταν κάτω από το έδαφος, στο τεράστιο δίκτυο των τούνελ του Κούτσι. Αυτό το υπόγειο φρούριο, που εκτεινόταν σε πάνω από 250 χιλιόμετρα, επέτρεπε στους αντάρτες να εμφανίζονται από το πουθενά, να επιτίθενται και να εξαφανίζονται πριν οι αμερικανικές δυνάμεις προλάβουν να αντιδράσουν. Μέσα σε αυτούς τους στενούς και σκοτεινούς χώρους, οι Βιετκόνγκ είχαν δημιουργήσει ολόκληρες πόλεις με νοσοκομεία, κουζίνες και αποθήκες πυρομαχικών, αποδεικνύοντας μια απίστευτη εφευρετικότητα και αντοχή απέναντι στους συνεχείς βομβαρδισμούς και τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.
Οι παγίδες που χρησιμοποιούσαν οι Βιετκόνγκ ήταν τόσο απλές όσο και αποτελεσματικές. Οι διαβόητες παγίδες με πασσάλους "Pungi", φτιαγμένες από ακονισμένο μπαμπού και συχνά καλυμμένες με ακαθαρσίες για να προκαλούν μολύνσεις, μετέτρεπαν τα μονοπάτια της ζούγκλας σε ναρκοπέδια. Επιπλέον, οι Βιετκόνγκ χρησιμοποιούσαν εκρηκτικές παγίδες με νήματα (tripwires) και αυτοσχέδιες νάρκες, όπως η "Bouncing Betty", η οποία εκτινασσόταν στον αέρα πριν εκραγεί για να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή ζημιά. Ακόμη και η φύση χρησιμοποιήθηκε ως όπλο, με δηλητηριώδη φίδια να τοποθετούνται σε σακίδια ή κρυψώνες για να τρομοκρατούν τους στρατιώτες.
Η αιχμαλωσία από τους Βιετκόνγκ αποτελούσε έναν ακόμη εφιάλτη, με τους Αμερικανούς αιχμαλώτους πολέμου να υφίστανται συστηματικά βασανιστήρια και απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Η περίπτωση του Τζον Μακέιν, ο οποίος πέρασε πέντε χρόνια σε αιχμαλωσία αντιμετωπίζοντας βίαιους ξυλοδαρμούς και απομόνωση, είναι ενδεικτική της σκληρότητας που αντιμετώπιζαν οι αιχμάλωτοι. Ο ψυχολογικός αντίκτυπος αυτών των εμπειριών, σε συνδυασμό με την αδυναμία διάκρισης μεταξύ εχθρών και αμάχων, άφησε βαθιές πληγές στους επιζώντες, οδηγώντας πολλούς σε μετατραυματικό στρες και άλλες ψυχικές διαταραχές που τους στοίχειωναν για το υπόλοιπο της ζωής τους.