Λίγο πριν από τις μεγάλες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Περσών, ένα φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό φώτισε με εκπληκτική σαφήνεια τη βαθιά διαφορά νοοτροπίας ανάμεσα στους δύο κόσμους. Μερικοί φτωχοί Αρκάδες, χωρίς σταθερή εργασία και βιοπορισμό, λιποτάκτησαν και κατέφυγαν στο περσικό στρατόπεδο αναζητώντας μισθό και προστασία. Οι Πέρσες τους οδήγησαν ενώπιον του βασιλιά, όπου ένας αυλικός τους ρώτησε τι έκαναν οι Έλληνες εκείνη την κρίσιμη περίοδο, ενώ ο πόλεμος πλησίαζε απειλητικά.
Η απάντηση των Αρκάδων ήταν απλή, σχεδόν αθώα, αλλά αποκάλυπτε τα πάντα: οι Έλληνες τελούσαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αντί να προετοιμάζονται για μάχη, συγκεντρώνονταν σε γιορτή, παρακολουθούσαν δρόμους, πάλη, πυγμαχία και ιπποδρομίες. Η εικόνα ενός λαού που αγωνιζόταν στο στάδιο ενώ ο εχθρός πλησίαζε φάνηκε στους Πέρσες παράλογη. Τότε ήρθε η ερώτηση που θεωρούσαν αυτονόητη: ποιο ήταν το έπαθλο για τους νικητές;
Η απάντηση ήρθε χωρίς δισταγμό. Δεν υπήρχαν χρήματα, χρυσάφι, δώρα ή λάφυρα. Ο νικητής λάμβανε μόνο ένα στεφάνι από αγριελιά, ένα απλό κλαδί ελιάς από το ιερό άλσος της Ολυμπίας.
Η στιγμή αυτή προκάλεσε αμηχανία και σιωπή στο περσικό στρατόπεδο. Σε έναν κόσμο όπου η αμοιβή, ο πλούτος και το λάφυρο αποτελούσαν τα κύρια κίνητρα, η ιδέα ενός αγώνα χωρίς υλικό όφελος έμοιαζε ακατανόητη, σχεδόν παράλογη. Τότε μίλησε ο Τιγράνης, γιος του Αρτάβανου. Τα λόγια του, παρόλο που θεωρήθηκαν από τον βασιλιά δειλά, έμειναν στην ιστορία ως μια από τις πιο βαθιές παρατηρήσεις για τον ελληνικό χαρακτήρα.
«Καλέ μου Μαρδόνιε», αναφώνησε στρεφόμενος προς τον Πέρση στρατηγό, «τι είδους ανθρώπους είναι αυτοί που έβαλες απέναντί μας; Δεν αγωνίζονται για χρήματα, αλλά για τη δόξα».
Με μία μόνο φράση, ο Τιγράνης συνέλαβε την ουσία της αρχαίας ελληνικής νοοτροπίας. Οι Έλληνες δεν κινούνταν πρωτίστως από το κέρδος ή την υλική ανταμοιβή. Κινούνταν από την τιμή, την αναγνώριση, την υστεροφημία και την επιθυμία να αφήσουν το όνομά τους στην αιωνιότητα. Το στεφάνι της ελιάς δεν ήταν απλώς ένα σύμβολο νίκης· ήταν η υλική απόδειξη ότι κάποιος είχε φτάσει στην αριστεία.
Ο Ηρόδοτος δεν καταγράφει αυτό το επεισόδιο τυχαία. Μέσα από αυτή τη σύντομη συνομιλία εξηγεί γιατί ένας μικρός, κατακερματισμένος κόσμος πόλεων-κρατών μπόρεσε να αντισταθεί στην ισχυρότερη αυτοκρατορία της εποχής. Η ελευθερία, η αρετή και η δόξα είχαν για τους Έλληνες μεγαλύτερη αξία από τον πλούτο. Ο αθλητής που στεφόταν στην Ολυμπία δεν κέρδιζε μόνο για τον εαυτό του· γινόταν πρότυπο αρετής για ολόκληρη την πόλη του. Με τον ίδιο τρόπο, ο πολεμιστής που στεκόταν στο πλευρό της πατρίδας του δεν υποχωρούσε εύκολα μπροστά στον κίνδυνο, γιατί αγωνιζόταν για κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη ζωή.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν ήταν απλώς αθλητική διοργάνωση. Ήταν σχολείο αξιών: πειθαρχίας, αυτοελέγχου, επιμονής και επιδίωξης της τελειότητας. Όταν οι Πέρσες άκουσαν ότι οι Έλληνες αγωνίζονταν για ένα στεφάνι, στην πραγματικότητα άκουσαν ότι είχαν απέναντί τους ανθρώπους έτοιμους να θυσιαστούν για ιδανικά ανώτερα από τον πλούτο και την άνεση.
Αυτό το μικρό περιστατικό με τους Αρκάδες λιποτάκτες και τον Τιγράνη λειτουργεί ως κλειδί για την κατανόηση της αρχαίας ελληνικής ψυχής. Η δόξα, η τιμή και η αρετή υπερίσχυαν πάντοτε του χρήματος. Και ίσως γι’ αυτό, όπως υπαινίσσεται ο Ηρόδοτος, οι Έλληνες αποδείχθηκαν τόσο δύσκολος αντίπαλος – τόσο στο στάδιο της Ολυμπίας, όσο και στα πεδία των μαχών των Θερμοπυλών, της Σαλαμίνας και των Πλαταιών.