Η ιστορία του William Leslie Arnold ξεκινά το 1958 στην Ομάχα της Νεμπράσκα, σε μια εποχή που η αμερικανική κοινωνία θεωρούσε την οικογενειακή γαλήνη ως το απόλυτο πρότυπο. Ο 16χρονος William, ένα αγόρι που περιγραφόταν ως έξυπνο και δραστήριο μέλος της σχολικής κοινότητας, έκρυβε πίσω από το χαμόγελό του έναν οξύθυμο χαρακτήρα και μια βαθιά ένταση με τους γονείς του. Το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 1958, μια ασήμαντη αφορμή—η άρνηση της μητέρας του να του δώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου για να πάει στον κινηματογράφο—πυροδότησε μια τραγωδία που θα άλλαζε τη ζωή του για πάντα. Ο νεαρός πυροβόλησε και σκότωσε τη μητέρα του και στη συνέχεια τον πατέρα του, μόλις εκείνος επέστρεψε από την εργασία του, κρύβοντας τα σώματά τους στο υπόγειο και αργότερα θάβοντάς τα στην πίσω αυλή του σπιτιού τους.
Για δύο ολόκληρες εβδομάδες, ο William Leslie Arnold κατάφερε να συνθέσει ένα αριστούργημα ψευδαίσθησης, συνεχίζοντας τη ζωή του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πήγαινε κανονικά στο σχολείο, άνοιγε την επιχείρηση του πατέρα του και έλεγε στους περίεργους γείτονες ότι οι γονείς του είχαν φύγει για ένα ξαφνικό ταξίδι. Ωστόσο, η πίεση των αρχών και οι αντιφάσεις στις απαντήσεις του τον οδήγησαν τελικά στην ομολογία. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και οδηγήθηκε στο σωφρονιστικό ίδρυμα της Νεμπράσκα, όπου η διαγωγή του ήταν υποδειγματική. Έγινε ο πρότυπος κρατούμενος, ασχολήθηκε με τη μουσική παίζοντας σαξόφωνο και όλα έδειχναν ότι σε λίγα χρόνια θα μπορούσε να αποφυλακιστεί νόμιμα λόγω της καλής του συμπεριφοράς.
Η ανάγκη για ελευθερία όμως αποδείχθηκε ισχυρότερη από την υπομονή. Τον Ιούλιο του 1967, μετά από εννέα χρόνια εγκλεισμού, ο 25χρονος πλέον Leslie οργάνωσε μια κινηματογραφική απόδραση. Χρησιμοποιώντας λαστιχένιες μάσκες για να ξεγελάσει τους φύλακες κατά τη νυχτερινή καταμέτρηση και πριονίζοντας τα κάγκελα του παραθύρου της αίθουσας μουσικής, κατάφερε να περάσει τον εξωτερικό φράχτη και να εξαφανιστεί στο σκοτάδι. Ενώ ο συνεργός του συνελήφθη γρήγορα, ο Leslie Arnold έπαψε να υπάρχει για τις αμερικανικές αρχές, ξεκινώντας μια νέα ζωή με το ψεύτικο όνομα John Vincent Damon.
Για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, ο John Damon έζησε ως ένας αξιοσέβαστος οικογενειάρχης και επιτυχημένος επιχειρηματίας, ταξιδεύοντας σε τρεις ηπείρους. Αφού έζησε για ένα διάστημα στις ΗΠΑ, μετακόμισε στη Νέα Ζηλανδία και τελικά στην Αυστραλία, όπου δημιούργησε μια νέα οικογένεια. Στα παιδιά του παρουσίαζε τον εαυτό του ως ορφανό από το Σικάγο, μια αλήθεια χτισμένη πάνω σε ένα φρικτό ψέμα. Πέθανε το 2010 στην Αυστραλία, παίρνοντας το μυστικό του στον τάφο. Μόνο το 2022, χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία DNA και την περιέργεια του γιου του να μάθει για τις ρίζες του, αποκαλύφθηκε η πραγματική του ταυτότητα. Η ιστορία του κλείνει με μια βαθιά αντίφαση: ο άνθρωπος που ξεκίνησε τη ζωή του αφαιρώντας τη ζωή των γονιών του, πέρασε το υπόλοιπο της ύπαρξής του προσπαθώντας να είναι ο ιδανικός πατέρας που ο ίδιος δεν κατάφερε να έχει.