Η φράση «το τζάμπα πέθανε» δεν είναι απλώς μια ατυχής διατύπωση σε έναν δημόσιο διάλογο. Είναι ένα σύμπτωμα. Κι όπως κάθε σύμπτωμα, δεν έχει σημασία μόνο για αυτό που λέγεται, αλλά κυρίως για αυτό που αποκαλύπτεται: ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης για τον άνθρωπο, την εργασία και το κράτος.
Πρώτα απ' όλα, η δήλωση αυτή στηρίζεται σε μια βαθιά παρανόηση της έννοιας του «τζάμπα». Το «τζάμπα» προϋποθέτει μια παροχή χωρίς ανταπόδοση, ένα όφελος χωρίς κοινωνική χρησιμότητα. Όμως η εργασία του εκπαιδευτικού δεν είναι ούτε δωρεάν χάρη ούτε περιττή πολυτέλεια. Είναι ανταποδοτική, αναγκαία και θεμελιακή. Ο εκπαιδευτικός δεν «παίρνει» απλώς· προσφέρει γνώση, κοινωνικοποίηση, αξίες, συνοχή. Το να παρουσιάζεται η στοιχειώδης δυνατότητα επιβίωσής του ως «τζάμπα» συνιστά εννοιολογική στρέβλωση.
Η προβληματική αυτή δήλωση φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά μιας εργαλειακής ηθικής, όπως θα την περιέγραφε ο Καντ: ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται ως σκοπός καθαυτός, αλλά ως μέσο. Ο εκπαιδευτικός αξίζει όσο «αντέχει» με τα δεδομένα της αγοράς· αν δεν αντέχει, αντικαθίσταται ή αποσύρεται. Δεν εξετάζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά η αντοχή στο κόστος. Κι όμως, μια πολιτεία που μετατρέπει τον πολίτη σε αναλώσιμο μέσο παύει να είναι ηθική κοινότητα και μετατρέπεται σε μηχανισμό διαχείρισης.
Παράλληλα, η φράση «ποιος θα το πληρώσει;» εισάγει έναν ψευδή ηθικό διχασμό: ή κοινωνική μέριμνα ή δημοσιονομική ευθύνη. Ωστόσο, το κράτος δεν είναι απλός λογιστής. Από τον Αριστοτέλη έως τον Τζον Ρωλς, η πολιτεία νοείται ως κοινότητα που οφείλει να διασφαλίζει συνθήκες δίκαιης ζωής για τα μέλη της. Όταν η πολιτική περιορίζεται σε αριθμούς και κόστη, χάνει το κανονιστικό της περιεχόμενο και αδειάζει από νόημα.
Η δήλωση αποκαλύπτει επίσης μια βαθιά κοινωνική αποξένωση. Εκφράζεται από θέση ισχύος προς ανθρώπους που δεν έχουν την πολυτέλεια της «επιλογής». Εδώ αναδύεται ο κυνισμός της εξουσίας που αδιαφορεί για τον αδύναμο. Πρόκειται για τον κυνισμό του προνομιούχου που θεωρεί την επισφάλεια φυσικό νόμο και όχι πολιτική επιλογή.
Σε τελική ανάλυση, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η σκληρότητα της φράσης, αλλά η κανονικότητά της. Δεν ειπώθηκε ως παραφωνία, αλλά ως αυτονόητη αλήθεια. Κι εδώ βρίσκεται ο φιλοσοφικός πυρήνας του προβλήματος: όταν η αδικία παρουσιάζεται ως ρεαλισμός και η αξιοπρέπεια ως «τζάμπα», τότε δεν έχουμε απλώς κακή πολιτική· έχουμε ηθική παρακμή.
Το δημόσιο σχολείο δεν είναι δωρεάν επειδή «περισσεύουν λεφτά». Είναι δωρεάν γιατί μια κοινωνία αποφασίζει να επενδύσει στον εαυτό της. Αν κάτι πράγματι «πέθανε», δεν είναι το τζάμπα· είναι η επίγνωση ότι χωρίς αξιοπρέπεια για όσους μορφώνουν, καμία κοινωνία δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι πολιτισμένη.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος, Συγγραφέας.