Στις 6 Σεπτεμβρίου 1966, ένα γεγονός συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη και άλλαξε την πορεία της ιστορίας στη Νότια Αφρική. Ο Δημήτρης Τσαφέντας, ένας ελληνομοζαμβικανός ακτιβιστής με ταραγμένο παρελθόν, κατάφερε να εισέλθει στο κοινοβούλιο του Κέιπ Τάουν ως διανομέας αλληλογραφίας και να δολοφονήσει τον πρωθυπουργό Χέντρικ Φερβούρντ, τον άνθρωπο που θεωρούνταν ο «αρχιτέκτονας» του σκληρού καθεστώτος του Απαρτχάιντ. Με ένα στυλέτο και μπροστά στα μάτια δεκάδων βουλευτών, ο Τσαφέντας έπληξε θανάσιμα τον ρατσιστή ηγέτη, εκπληρώνοντας αυτό που ο ίδιος θεωρούσε ηθικό καθήκον απέναντι στα εκατομμύρια των καταπιεσμένων ανθρώπων.
Η ζωή του Τσαφέντα ήταν μια συνεχής περιπλάνηση και ένας διαρκής αγώνας κατά της αδικίας. Γεννημένος στη Μοζαμβίκη από Έλληνα πατέρα με κρητικές ρίζες και μητέρα μιγάδα, μεγάλωσε επηρεασμένος από τις αναρχικές ιδέες του πατέρα του και τις ιστορίες ηρωισμού των προγόνων του κατά των Οθωμανών. Η πολιτική του δράση ως κομμουνιστής τον οδήγησε σε πολλές χώρες, από τον Καναδά και τις ΗΠΑ μέχρι την Ελλάδα της εποχής του Εμφυλίου, όπου πολέμησε με τον Δημοκρατικό Στρατό. Το διαβατήριό του ήταν πάντα «σημαδεμένο» από τις αρχές, με αποτέλεσμα να φυλακίζεται, να βασανίζεται και να εκτοπίζεται επανειλημμένα λόγω των πεποιθήσεών του.
Μετά τη δολοφονία του Φερβούρντ, το καθεστώς της Νότιας Αφρικής βρέθηκε σε δεινή θέση. Για να αποφύγουν τη μετατροπή του Τσαφέντα σε ήρωα και σύμβολο του αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων, οι αρχές αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν ως παράφρονα. Αν και ο ίδιος δήλωνε ξεκάθαρα ότι η πράξη του ήταν πολιτική, το δικαστήριο τον έκρινε αθώο λόγω σχιζοφρένειας, μια απόφαση που εξυπηρετούσε τις πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής. Έτσι, αντί για την εκτέλεση, οδηγήθηκε σε μια ισόβια κράτηση υπό άθλιες συνθήκες, παραμένοντας για δεκαετίες σε κελί θανατοποινήτη δίπλα στον θάλαμο εκτελέσεων, υπομένοντας καθημερινούς βασανισμούς.
Ο Δημήτρης Τσαφέντας πέθανε στη φυλακή το 1999 σε ηλικία 81 ετών, παραμένοντας μια ξεχασμένη υποσημείωση στην επίσημη ιστορία του αγώνα κατά του Απαρτχάιντ. Παρά το γεγονός ότι ακόμη και ο Νέλσον Μαντέλα τον είχε αγνοήσει, σύγχρονες έρευνες και βιβλία αναδεικνύουν την προσωπικότητά του ως έναν ευφυή αλτρουιστή και συνειδητοποιημένο μαχητή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ιστορία του παραμένει ένα διαρκές ερώτημα για το πώς η ιστορική μνήμη διαμορφώνεται από την εξουσία και για το αν τελικά ο «τρελός» της Βουλής ήταν ο μοναδικός που τόλμησε να δράσει ενάντια σε ένα εγκληματικό σύστημα όταν όλοι οι άλλοι σιωπούσαν.