Η ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945 σηματοδότησε την αρχή μιας νέας, τρομακτικής εποχής για την ανθρωπότητα. Πέρα από τη στρατηγική και πολιτική σημασία των γεγονότων, οι επιζώντες βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση: τη διαχείριση χιλιάδων νεκρών σε ένα ισοπεδωμένο και ραδιενεργό τοπίο. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει μέχρι σήμερα θέμα εκτιμήσεων, καθώς πολλοί άνθρωποι εξαϋλώθηκαν ή κάηκαν ολοσχερώς κοντά στο επίκεντρο της έκρηξης, αφήνοντας πίσω τους μόνο τις "σκιές" τους πάνω στους τοίχους και το οδόστρωμα λόγω του θερμικού λευκασμού.
Η διαδικασία περισυλλογής και ταφής των σορών ήταν μια επιχείρηση απόγνωσης και φρίκης. Λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της υγρασίας του Αυγούστου, τα σώματα αποσυντίθεντο ταχύτατα, καθιστώντας την απομάκρυνσή τους επιτακτική για τη δημόσια υγεία. Οι αρχές επιστράτευσαν αναγκαστικά εργάτες από την Κορέα, οι οποίοι θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, για να φέρουν εις πέρας το μακάβριο έργο της εκκαθάρισης των δρόμων και των ερειπίων. Οι παραδοσιακές ιαπωνικές τελετές κηδείας ήταν αδύνατον να τηρηθούν· αντί αυτού, πραγματοποιούνταν μαζικές αποτεφρώσεις στους δρόμους ή σε αυτοσχέδιους χώρους, συχνά χωρίς να υπάρχει χρόνος για την ταυτοποίηση των θυμάτων.
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της εποχής αφορούσε τον κίνδυνο της υπολειμματικής ραδιενέργειας. Αντίθετα με τις σημερινές αντιλήψεις, η είσοδος στις πόλεις λίγες ημέρες μετά την έκρηξη δεν ήταν αυτόματα θανατηφόρα, καθώς οι βόμβες εξεράγησαν σε μεγάλο υψόμετρο, στέλνοντας το μεγαλύτερο μέρος της ραδιενέργειας στην ατμόσφαιρα. Ωστόσο, όσοι είχαν εκτεθεί στην αρχική ακτινοβολία άρχισαν να εμφανίζουν μυστηριώδη συμπτώματα: πτώση μαλλιών, εσωτερικές αιμορραγίες και καταστροφή των λευκών αιμοσφαιρίων. Αυτοί οι άνθρωποι ονομάστηκαν "Hibakusha" και αποτέλεσαν το αντικείμενο μιας αμφιλεγόμενης επιστημονικής έρευνας από την πλευρά των Αμερικανών, οι οποίοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη συλλογή δεδομένων για το νέο τους όπλο παρά για την περίθαλψη των ασθενών.
Σήμερα, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι έχουν αναγεννηθεί από τις στάχτες τους, αποτελώντας σύγχρονα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα. Τα πολυάριθμα μνημεία και οι ανώνυμοι τάφοι θυμίζουν το βαρύ τίμημα που κατέβαλαν οι κάτοικοί τους. Η διαχείριση των σωμάτων εκείνες τις πρώτες εβδομάδες ήταν το πρώτο, επώδυνο βήμα για την ανάκαμψη των πόλεων. Η ιστορία τους δεν είναι μόνο μια υπενθύμιση της καταστροφικής δύναμης των πυρηνικών όπλων, αλλά και μια μαρτυρία της ανθρώπινης ανθεκτικότητας απέναντι στο απόλυτο σκοτάδι.