Στις 25 Μαρτίου 1989, ενώ η Αθήνα γιόρταζε την εθνική επέτειο, ένα σκοτεινό δράμα εξελισσόταν σε ένα πολυτελές διαμέρισμα της οδού Απόλλωνος στην Πλάκα. Η Μοσχούλα Βάθη, μια 73χρονη αρχόντισσα της παλιάς αθηναϊκής αστικής τάξης, έπεφτε νεκρή από τα χτυπήματα ενός βαρύ ροπάλου μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Ο δολοφόνος δεν παραβίασε την πόρτα, αλλά μπήκε με αντικλείδι που του είχε δώσει η ίδια η κόρη του θύματος, η 41χρονη Ελπίδα Βάθη. Την ώρα που το αίμα της μάνας λέρωνε το πάτωμα, η κόρη και ο 19χρονος εγγονός της Μοσχούλας έστηναν το «τέλειο» άλλοθι, τρώγοντας και γελώντας σε μια γειτονική ταβέρνα, περιμένοντας το σύνθημα ότι ο δρόμος προς την τεράστια περιουσία της ηλικιωμένης ήταν πλέον ανοιχτός.
Η Μοσχούλα Βάθη ήταν μια αυστηρή γυναίκα που ήλεγχε με σιδερένια πυγμή την περιουσία της, απειλώντας συχνά την κόρη της με αποκλήρωση. Η Ελπίδα, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην επιθυμία για πλούτο και την απόγνωση, βρήκε σύμμαχο στον σύντροφό της, Γιάννη Μικέλη, έναν 31χρονο υποσμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας. Ο Μικέλης, με την ψυχρότητα ενός στρατιωτικού, οργάνωσε το σχέδιο δολοφονίας με ανατριχιαστική λεπτομέρεια, χρησιμοποιώντας ακόμη και τον 19χρονο γιο της Ελπίδας, Αλέξη, ως πιόνι στην αποτρόπαιη επιχείρηση. Οι τρεις τους είχαν καταλήξει στο κυνικό συμπέρασμα ότι όσο η Μοσχούλα ανέπνεε, κανείς τους δεν θα ζούσε τη ζωή που ονειρευόταν.
Ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της υπόθεσης ήταν η «πρόβα» που είχε προηγηθεί 40 μέρες πριν από τη σφαγή στην Πλάκα. Η έμπιστη οικιακή βοηθός της Μοσχούλας, Τασία Σαχτούλη, πέθανε ξαφνικά από «έμφραγμα». Αν και τότε κανείς δεν υποψιάστηκε τίποτα, οι μετέπειτα έρευνες αποκάλυψαν ότι λίγες ώρες πριν από τον θάνατό της είχε γίνει ανάληψη τριών εκατομμυρίων δραχμών από τον λογαριασμό της, τα οποία κατέληξαν απευθείας στην Ελπίδα Βάθη. Η επιτυχία αυτής της πρώτης κίνησης αποθράσυνε τους δράστες, πείθοντάς τους ότι μπορούσαν να προχωρήσουν στο τελικό τους σχέδιο χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τις αρχές.
Ωστόσο, το «τέλειο έγκλημα» κατέρρευσε όταν οι έμπειροι αξιωματικοί της ασφάλειας παρατήρησαν ότι η σκηνή της υποτιθέμενης ληστείας στο διαμέρισμα της οδού Απόλλωνος ήταν σκηνοθετημένη και υπερβολικά θορυβώδης. Η διαδρομή του χρήματος από τον θάνατο της οικιακής βοηθού ήταν το μοιραίο λάθος που οδήγησε στην αποκάλυψη της αλήθειας. Στα δικαστήρια, οι μάσκες έπεσαν και οι άλλοτε εραστές άρχισαν να αλληλοκατηγορούνται με λύσσα, προσπαθώντας να ελαφρύνουν τη δική τους θέση. Η δικαιοσύνη ήταν αμήλικτη, επιβάλλοντας τις ανάλογες ποινές και αφήνοντας πίσω μια ιστορία που υπενθυμίζει ότι μερικές φορές το πιο επικίνδυνο τέρας δεν παραμονεύει στο σκοτάδι, αλλά κάθεται ακριβώς απέναντί σου στο οικογενειακό τραπέζι.