Η ιστορία της Τζιανγκ Τσινγκ, της τέταρτης συζύγου του Μάο Τσετούνγκ, είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης Κίνας. Η γυναίκα που ξεκίνησε ως ηθοποιός στη Σαγκάη κατέληξε να ελέγχει την πολιτιστική ζωή ενός έθνους 800 εκατομμυρίων ανθρώπων, επιβάλλοντας μια πρωτοφανή ιδεολογική ασφυξία. Συχνά παρουσιάζεται ως το απόλυτο κακό, η «Λευκή Δαίμονας» που παρέσυρε τον Μάο σε ακρότητες, όμως αυτή η αφήγηση ήταν εξαιρετικά βολική για το Κομμουνιστικό Κόμμα μετά τον θάνατο του Μεγάλου Τιμονιέρη. Χρησιμοποιήθηκε ως αποδιοπομπαίος τράγος για να μπορέσει το καθεστώς να αποκηρύξει τη φρίκη της Πολιτιστικής Επανάστασης χωρίς να καταστρέψει την υστεροφημία του ίδιου του Μάο.
Κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης (1966-1976), η Τζιανγκ Τσινγκ πρωτοστάτησε στην εξόντωση κάθε στοιχείου που θεωρούνταν αστικό ή αντιδραστικό. Υπό την καθοδήγησή της, η παραδοσιακή κινεζική κουλτούρα, οι τέχνες και τα βιβλία κάηκαν και καταστράφηκαν, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι υπέστησαν διωγμούς, δημόσιο εξευτελισμό και βασανιστήρια. Η ίδια επέβαλε τις οκτώ «πρότυπες όπερες», τα μόνα επιτρεπόμενα θεάματα για ολόκληρο τον πληθυσμό, μετατρέποντας την τέχνη σε καθαρό εργαλείο προπαγάνδας. Οι αριθμοί των θυμάτων της περιόδου είναι συγκλονιστικοί, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για 750.000 έως 1,5 εκατομμύριο νεκρούς και πάνω από 36 εκατομμύρια διωκόμενους.
Η πτώση της ήταν εξίσου δραματική με την άνοδό της. Μόλις έναν μήνα μετά τον θάνατο του Μάο το 1976, συνελήφθη μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της «Συμμορίας των Τεσσάρων». Στη δίκη που ακολούθησε το 1980, η Τζιανγκ Τσινγκ αρνήθηκε να μετανοήσει, υποστηρίζοντας περίφημα ότι ήταν «ο σκύλος του προέδρου Μάο» και δάγκωνε όποιον εκείνος της ζητούσε. Καταδικάστηκε σε θάνατο με αναστολή, ποινή που αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Η στάση της στο δικαστήριο αποκάλυψε μια σκληρή αλήθεια: αν και η ίδια διέπραξε αποτρόπαια εγκλήματα και κινήθηκε από προσωπική εκδίκηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς την έγκριση και τη στήριξη του ίδιου του Μάο.
Η Τζιανγκ Τσινγκ αυτοκτόνησε το 1991 ενώ βρισκόταν υπό ιατρική επιτήρηση, αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά καταστροφής. Αν και δεν ήταν «χειρότερη από τον Μάο» σε απόλυτους αριθμούς —καθώς εκείνος έφερε την ευθύνη για τον Μεγάλο Λιμό και την έναρξη των διωγμών— υπήρξε το πιο ορατό και μισητό πρόσωπο της καταστολής. Η δαιμονοποίησή της από το κόμμα εξυπηρέτησε την ανάγκη για σταθερότητα και οικονομική μεταρρύθμιση, θάβοντας τις ευθύνες του πατριαρχικού συστήματος κάτω από την εικόνα μιας «μάγισσας» που πρόδωσε την επανάσταση. Παραμένει ένα σύμβολο του πώς ο ολοκληρωτισμός μπορεί να χρησιμοποιήσει και στη συνέχεια να θυσιάσει ακόμα και τους πιο πιστούς του υπηρέτες για την αυτοσυντήρησή του.