Τον Σεπτέμβριο του 1935, η προσφυγική Κοκκινιά έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο άγριες δολοφονίες που γνώρισε ποτέ ο Πειραιάς. Ο Δημήτρης, ένας 29χρονος νερουλάς, άνθρωπος της σκληρής βιοπάλης, ομολόγησε με απόλυτη ψυχραιμία στο αστυνομικό τμήμα ότι σκότωσε τη γυναίκα του, την αδελφή του και τον καλύτερό του φίλο. Η αιτία, όπως δήλωσε ο ίδιος, ήταν η ατίμωση και η ντροπή που του προκάλεσαν. Σε μια εποχή όπου η τιμή και η υπόληψη στην κλειστή κοινωνία των προσφύγων μετρούσαν περισσότερο από την ίδια τη ζωή, ο Δημήτρης ένιωσε ότι η μόνη λύση για να «ξεπλύνει» το όνομά του ήταν το αίμα.
Η ζωή στην Κοκκινιά εκείνα τα χρόνια ήταν εξαιρετικά δύσκολη, με τους ανθρώπους να ζουν σε παράγκες και κοινές αυλές, όπου τίποτα δεν έμενε κρυφό. Ο Δημήτρης δούλευε ασταμάτητα από τα χαράματα, κουβαλώντας νερό στις γειτονιές, αφήνοντας τη 26χρονη σύντροφό του μόνη για πολλές ώρες. Η μοναξιά και η πλήξη την οδήγησαν στην αγκαλιά του γείτονα και υποτιθέμενου φίλου του Δημήτρη, του Κωνσταντίνου, ενός δημοτικού υπαλλήλου με φήμη γυναικά. Η απιστία γινόταν κάτω από τη μύτη του νερουλά, αλλά ολόκληρη η γειτονιά είχε ήδη πάρει χαμπάρι το συμβάν, μετατρέποντας τον Δημήτρη σε αντικείμενο χλευασμού στα καφενεία της περιοχής.
Το σκοτάδι της ιστορίας βάθυνε ακόμα περισσότερο με την εμπλοκή της 19χρονης αδελφής του Δημήτρη. Αν και τα δύο αδέλφια είχαν διακόψει τις επαφές τους για καιρό, ο νερουλάς πείστηκε ότι η αδελφή του συνεργαζόταν με τους εραστές, καλύπτοντας την παράνομη σχέση τους. Για έναν άνδρα της εποχής, η προδοσία από το ίδιο του το «αίμα» ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Όταν η αλήθεια αποκαλύφθηκε, ο Δημήτρης δεν ξέσπασε σε φωνές. Με τα χέρια του μαθημένα να σηκώνουν βάρη, εισέβαλε στο σπίτι και θανάτωσε και τους τρεις με πρωτοφανή μανία, πολτοποιώντας τα σώματά τους μέσα στο ίδιο δωμάτιο.
Μετά τη σφαγή, ο Δημήτρης δεν προσπάθησε να διαφύγει. Περπάτησε στους λασπωμένους δρόμους και παραδόθηκε, υποστηρίζοντας μέχρι τέλους ότι δεν έκανε έγκλημα, αλλά επιβολή δικαιοσύνης. Η ιστορία του νερουλά της Κοκκινιάς παραμένει μια παγωμένη υπενθύμιση του πώς η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός και ο παθολογικός φόβος για την κοινή γνώμη μπορούν να μετατρέψουν έναν απλό εργάτη σε αδίστακτο δολοφόνο. Τρεις άνθρωποι οδηγήθηκαν στον τάφο και ένας στη φυλακή, θύματα ενός άγραφου νόμου που ήθελε την τιμή να πλένεται μόνο με θάνατο, αφήνοντας πίσω του μια γειτονιά βυθισμένη στη σιωπή και τον τρόμο.