Η ιστορία των Κοζάκων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί ένα από τα πιο περίπλοκα και αιματηρά κεφάλαια της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι Κοζάκοι, ένας λαός των συνόρων με έντονο αίσθημα ελευθερίας, είχαν υποστεί συστηματική καταστολή από το μπολσεβίκικο καθεστώς μετά τη ρωσική επανάσταση, με πολιτικές «αποκοζακοποίησης», εκτελέσεις και εκτοπίσεις. Όταν η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση το 1941, πολλοί από αυτούς είδαν τους εισβολείς όχι ως εχθρούς, αλλά ως πιθανούς απελευθερωτές από την τυραννία του Στάλιν, επιλέγοντας να συμμαχήσουν με τον «διάβολο» για να ανακτήσουν την αυτονομία τους.
Χιλιάδες Κοζάκοι αυτομόλησαν και εντάχθηκαν στις τάξεις της Βέρμαχτ και αργότερα των Waffen-SS, σχηματίζοντας ολόκληρες μεραρχίες ιππικού. Παρά τις υποσχέσεις των Ναζί για τη δημιουργία μιας αυτόνομης «Κοζακίας», η πραγματικότητα ήταν σκοτεινή. Οι κοζάκικες μονάδες χρησιμοποιήθηκαν κυρίως σε επιχειρήσεις κατά των παρτιζάνων στα Βαλκάνια και την Ιταλία, όπου απέκτησαν φήμη για την ακραία αγριότητα και τις λεηλασίες τους. Στην Κροατία και τη Σερβία, κατηγορήθηκαν για μαζικές δολοφονίες αμάχων, βιασμούς και πυρπολήσεις χωριών, με τη συμπεριφορά τους να σοκάρει ακόμη και Γερμανούς αξιωματικούς, οι οποίοι τους συνέκριναν με την περιβόητη ταξιαρχία Καμίνσκι.
Με την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας το 1945, χιλιάδες Κοζάκοι μαζί με τις οικογένειές τους κατέφυγαν στην Αυστρία, ελπίζοντας να παραδοθούν στους Βρετανούς. Πίστευαν ότι το κοινό μίσος για τον κομμουνισμό θα τους προσέφερε προστασία. Ωστόσο, η μοίρα τους είχε ήδη σφραγιστεί στη Διάσκεψη της Γιάλτας, όπου ο Τσόρτσιλ και ο Ρούσβελτ συμφώνησαν με τον Στάλιν τον επαναπατρισμό όλων των Σοβιετικών πολιτών. Αυτή η απόφαση οδήγησε σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες πράξεις των Βρετανών μετά τον πόλεμο: τον βίαιο επαναπατρισμό των Κοζάκων στη Σοβιετική Ένωση.
Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1945, οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν βία για να συγκεντρώσουν τους Κοζάκους στο Λίεντς της Αυστρίας. Παρά τις διαβεβαιώσεις περί «διασκέψεων», οι Κοζάκοι αξιωματικοί ξυλοκοπήθηκαν και παραδόθηκαν στους Σοβιετικούς, ενώ ακολούθησαν οι στρατιώτες και οι οικογένειές τους. Πολλοί προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να αντιμετωπίσουν την εκδίκηση του Στάλιν. Συνολικά, πάνω από 22.000 Κοζάκοι παραδόθηκαν στις σοβιετικές αρχές, όπου οι περισσότεροι οδηγήθηκαν στα Γκουλάγκ ή εκτελέστηκαν ως προδότες. Η σφαγή και ο βίαιος εκτοπισμός τους παραμένει μια οδυνηρή υπενθύμιση του σκληρού πραγματισμού της μεταπολεμικής γεωπολιτικής.