Την άνοιξη του 1825, μια εμβληματική μορφή του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού, ο Ιταλός λόγιος και δημοσιογράφος Ιωσήφ Πέκκιο, έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα με μια ιδιαίτερα κρίσιμη αποστολή. Ενεργώντας εκ μέρους του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου, ο Πέκκιο είχε αναλάβει να ερευνήσει τη διαχείριση και την αξιοποίηση των αγγλικών δανείων που είχαν παραχωρηθεί στην ελληνική διοίκηση. Η παρουσία του συνέπεσε με μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους του Αγώνα, καθώς ο Ιμπραήμ Πασάς είχε ήδη αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο, προκαλώντας τις πρώτες οδυνηρές ήττες στα ελληνικά στρατεύματα.
Κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, την τότε πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας, ο Ιταλός δημοσιογράφος ήρθε σε επαφή με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του τόπου. Συνομίλησε με τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού, Λάζαρο Κουντουριώτη, καθώς και με ισχυρές προσωπικότητες όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ιωάννης Κωλέττης και ο Παπαφλέσσας. Παράλληλα, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά σπουδαίους οπλαρχηγούς και αγωνιστές, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο Κωνσταντίνος Κανάρης, αποκτώντας μια σφαιρική εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε στο μέτωπο και στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Το πιο συγκλονιστικό κεφάλαιο της αναφοράς του Πέκκιο γράφτηκε στην Ύδρα, όταν κατάφερε να πείσει την κυβέρνηση Κουντουριώτη να του επιτρέψει την πρόσβαση στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ο Γέρος του Μοριά βρισκόταν τότε έγκλειστος στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, θύμα των σφοδρών εσωτερικών συγκρούσεων του δεύτερου εμφυλίου πολέμου. Ο Κολοκοτρώνη είχε παραδοθεί στις αρχές όντας ψυχικά συντετριμμένος, όχι τόσο από την απώλεια της ελευθερίας του, όσο από τον τραγικό θάνατο του αγαπημένου του πρωτότοκου γιου, Πάνου, ο οποίος είχε πέσει από ελληνικά βόλια κατά τη διάρκεια των αδελφοκτόνων συγκρούσεων.
Παρά το βαρύ πένθος και την ταπείνωση της φυλάκισης, ο Πέκκιο αντίκρισε έναν άνθρωπο που παρέμενε πνευματικά ακμαίος και έτοιμος να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Ο Κολοκοτρώνης είχε πλήρη επίγνωση της απειλής που συνιστούσε η εκστρατεία του Ιμπραήμ και γνώριζε βαθιά μέσα του ότι η στιγμή της αποφυλάκισής του πλησίαζε, καθώς οι Έλληνες θα χρειάζονταν σύντομα την απαράμιλλη στρατιωτική του ιδιοφυΐα. Ο Ιταλός δημοσιογράφος σημείωσε με ιδιαίτερη έμφαση ότι ακόμα και οι φρουροί του Κολοκοτρώνη του συμπεριφέρονταν με έναν σχεδόν θρησκευτικό σεβασμό, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον φυσικό ηγέτη του έθνους.
Η μαρτυρία του Ιωσήφ Πέκκιο παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο αυθεντικές πηγές για την ψυχολογία του Γέρου του Μοριά σε μια στιγμή που η μοίρα της Ελλάδας κρεμόταν από μια κλωστή. Η συνάντηση αυτή ανέδειξε το μεγαλείο ενός ανθρώπου που μπορούσε να παραμερίσει την προσωπική του πίκρα και τον πόνο του για χάρη του κοινού συμφέροντος, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη μεγάλη επιστροφή του στα πεδία των μαχών που θα ακολουθούσε λίγο αργότερα.
Έτσι περιγράφει ο Ιταλός δημοσιογράφος τον Κολοκοτρώνη:
«Ακτένιστα και άσπρα τα μαλλιά του έπιπτον εις αμφοτέρους τους ώμους του και ανακατεύοντο μπροστά με την άτακτον γενειάδα, την οποίαν μετά την αιχμαλωσίαν του είχεν αφήση να αυξήση εις ένδειξιν πένθους και εκδικήσεως. Η μορφή του είναι άξεστος, ρωμαλέα. Τα μάτια του γεμάτα φωτιάν, το πολεμικόν και άγριον πρόσωπόν του ωμοίαζε με γέρικον απότομον βράχον».
Ο Γέρος τον ρώτησε να μάθει τα τελευταία νέα από τον πόλεμο. Ο Πέκκιο του είπε ότι ύστερα από τις ήττες των Ελλήνων (Σφακτηρία-Κρεμμύδι) οι Αιγύπτιοι ετοιμάζονταν να καταλάβουν και το Ναβαρίνο. Ο Κολοκοτρώνης τότε αποκρίθηκε στον Ιταλό ότι για να νικηθούν οι Αιγύπτιοι δεν χρειάζονταν παρά άνδρες.
Συνόδευσε τα λόγια αυτά με μία κίνηση σαν να πυροβολούσε, λέγοντας:
« -Για να βαρούν τα τουφέκια!»
Και συνέχισε:
«–Ξέρετε ποιος έδωσε τη νίκη στους Αιγυπτίους; Η ενότης της διοικήσεώς των, ενώ οι Έλληνες χάθηκαν με τη μανία που έχει καθένας να κουμαντάρη χωρίς να ξέρη!»
Τα “παράσημα”
Ενώ ο Γέρος του Μοριά είχε σηκώσει το χέρι του και έκανε ότι πυροβολούσε, ο Ιταλός παρατήρησε μία ουλή από σπαθιά στο βραχίονα. Τον ρώτησε πως έλαβε το «τιμητικόν αυτό παράσημον» και ο Κολοκοτρώνης απάντησε:
«Δεν είνε το μόνο παράσημο που έχω στο κορμί μου». Και του έδειξε μίαν άλλη ουλή από πυροβολισμό στον άλλο βραχίονα, μία τρίτη ουλή στο δεξί στήθος και τέταρτη στα πλευρά.
Ενώ ο Κολοκοτρώνης μιλούσε για τα πολεμικά του τραύματα έπαιζε νευρικά με το κομπολόι του, σηκωνόταν και καθόταν, ανήσυχος, ταραγμένος, σαν να φοβόταν κάποιον εχθρό. Προφανώς αναθυμόταν τους τραυματισμούς του στις μάχες που έδωσε για την απελευθέρωση της πατρίδας.
“Πέταξα στη θάλασσα κάθε παράπονό μου...”
Και ο Πέκκιο κλείνει το απόσπασμα της αναφοράς του για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη με την απελευθέρωσή του λίγες μέρες αργότερα. Ο Ιταλός ήταν στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Γέρος του Μοριά για να αναλάβει επικεφαλής του στρατού και να σταματήσει τον Ιμπραήμ.
«Ο Κολοκοτρώνης αναμφιβόλως δεν είναι κοινός άνθρωπος. Μετ’ ολίγας ημέρας απελύθη και έγινε πανηγυρικώς δεκτός εις Ναύπλιον. Κατά την στιγμήν της συμφιλιώσεώς του με την κυβέρνησιν, απήντησεν αυτοσχεδίως εις τον λόγον τον οποίον εξεφώνησε κάποιος εκ των επισήμων. Εις την άξεστον απάντησίν του είναι αξία σημειώσεως η παράγραφος εις την οποίαν είπε:
– Στο ταξείδι μου από την Ύδρα έως εδώ πέταξα στη θάλασσα κάθε παράπονό μου. Κάμετε το ίδιο και σεις και θάψετε μέσα σε εκείνο το λάκκο τα μίση και τας διαφοράς σας. Αυτός θα είνε ο θησαυρός που θα κερδίσετε!
Ωμίλει την στιγμήν εκείνην εις την πλατείαν του Ναυπλίου, όπου οι κάτοικοι έσκαπταν από πολλών ημερών με την ελπίδα (συχνή εις την Ελλάδα) ότι θα εύρισκον θησαυρόν τινά».
Η αναφορά του Ιωσήφ Πέκκιο εκδόθηκε αρχικά στα ιταλικά στο Λουγκάνο το 1826 με τίτλο «Έκθεσις των συμβάντων εν Ελλάδι κατά την άνοιξιν του 1825». Η ελληνική μετάφραση του αποσπάσματος για τον Κολοκοτρώνη προέρχεται από το κείμενο του Κώστα Καιροφύλα στο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος του 1931.