Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η παγκόσμια οικονομία ήρθε αντιμέτωπη με μια νέα, αναπάντεχη πρόκληση που έμεινε στην ιστορία ως η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση. Σε αντίθεση με το σοκ του 1973, που προκλήθηκε από εξωτερικό πόλεμο, η κρίση του 1979 πυροδοτήθηκε από τις εσωτερικές εκρηκτικές εξελίξεις στο Ιράν. Η Ιρανική Επανάσταση οδήγησε σε δραματική μείωση της παραγωγής πετρελαίου, προκαλώντας πανικό στις διεθνείς αγορές. Αν και η συνολική παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε μόλις κατά 4%, η ανησυχία για το μέλλον εκτόξευσε τις τιμές, οι οποίες διπλασιάστηκαν μέσα σε μόλις έναν χρόνο, αγγίζοντας τα 39,50 δολάρια ανά βαρέλι.
Οι ελλείψεις καυσίμων έγιναν αισθητές παντού, με τις εικόνες των ατελείωτων ουρών στα πρατήρια να επαναλαμβάνονται, θυμίζοντας τις δύσκολες μέρες των αρχών της δεκαετίας. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω το 1980 με το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ιράκ, που περιόρισε ακόμα περισσότερο τη διάθεση πετρελαίου. Οι υψηλές τιμές ανάγκασαν την παγκόσμια αγορά σε μια ριζική αναδιοργάνωση. Νέες δυνάμεις αναδείχθηκαν, με τη Σοβιετική Ένωση να γίνεται ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, ενώ περιοχές όπως η Βόρεια Θάλασσα και η Αλάσκα άρχισαν να τροφοδοτούν τη Δύση, μειώνοντας την απόλυτη εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή.
Η Πτώση του Σάχη και η Άνοδος του Χομεϊνί
Το Ιράν αποτελούσε πάντα έναν στρατηγικό κόμβο, ελέγχοντας μαζί με το Ομάν τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Σάχης Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί ακολούθησε μια έντονα φιλοδυτική πολιτική, προωθώντας τον εκσυγχρονισμό μέσω της «Λευκής Επανάστασης». Ωστόσο, η αυταρχική διακυβέρνηση, η δράση της μυστικής αστυνομίας SAVAK και η οικονομική ανισότητα δημιούργησαν ένα εκρηκτικό κλίμα δυσαρέσκειας.
Η λαϊκή εξέγερση που ακολούθησε βρήκε τον ηγέτη της στο πρόσωπο του εξόριστου Αγιατολάχ Χομεϊνί. Η επιστροφή του στην Τεχεράνη τον Ιανουάριο του 1979 σηματοδότησε την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και την πλήρη ανατροπή του παλιού καθεστώτος. Η επανάσταση αυτή παρέλυσε την πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας, στέλνοντας κρουστικά κύματα σε ολόκληρο τον πλανήτη και αλλάζοντας τις γεωπολιτικές ισορροπίες για τις επόμενες δεκαετίες.
Τα Σκληρά Μέτρα στην Ελλάδα και τα «Μονά-Ζυγά»
Η Ελλάδα δεν έμεινε ανεπηρέαστη από το ενεργειακό σοκ. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, προσπαθώντας να θωρακίσει την οικονομία και να περιορίσει τον πληθωρισμό, επέβαλε μια σειρά από αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Μεταξύ αυτών ήταν το προσωρινό δελτίο καυσίμων με όριο τα 100 λίτρα τον μήνα ανά όχημα, καθώς και η εκ περιτροπής κυκλοφορία των ΙΧ στις πόλεις με βάση τον λήγοντα αριθμό της πινακίδας τους, τα γνωστά «μονά-ζυγά». Παράλληλα, θεσπίστηκε ανώτατο όριο ταχύτητας 90 χλμ/ώρα στις εθνικές οδούς για την εξοικονόμηση καυσίμων.
Η κρίση χτύπησε σκληρά και τις εθνικές μεταφορές. Η Ολυμπιακή Αεροπορία βρέθηκε σε δεινή οικονομική θέση, καθώς το κόστος των καυσίμων εκτοξεύθηκε, μετατρέποντας τα αναμενόμενα κέρδη σε μεγάλα ελλείμματα. Οι διεθνείς πτήσεις έγιναν ζημιογόνες και η εταιρεία αναγκάστηκε να περικόψει δρομολόγια, ενώ οι ελληνικές τεχνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον Περσικό Κόλπο είδαν τις εργασίες τους να παγώνουν λόγω του πολέμου Ιράν-Ιράκ.
Οι Διεθνείς Επιπτώσεις και η Αλλαγή στην Αυτοκίνηση
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κρίση του 1979 ανάγκασε τις βιομηχανικές χώρες να επανεκτιμήσουν την ενεργειακή τους πολιτική. Για να μειώσουν την εξάρτηση από τον ΟΠΕΚ, στράφηκαν σε εναλλακτικές πηγές όπως το φυσικό αέριο, ο άνθρακας και η πυρηνική ενέργεια. Στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Κάρτερ προώθησε μέτρα εξοικονόμησης, ενώ η ομηρία των Αμερικανών στην πρεσβεία της Τεχεράνης οδήγησε σε πλήρες εμπάργκο στο ιρανικό πετρέλαιο, εντείνοντας την οικονομική πίεση.
Μια από τις πιο μόνιμες αλλαγές σημειώθηκε στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία. Τα μεγάλα και ενεργοβόρα αμερικανικά αυτοκίνητα έχασαν τη δημοφιλία τους, καθώς οι καταναλωτές αναζητούσαν πλέον οικονομία στην κατανάλωση. Αυτό το κενό εκμεταλλεύτηκαν οι Ιάπωνες κατασκευαστές, οι οποίοι πλημμύρισαν την αγορά με μικρά, τεχνολογικά εξελιγμένα και οικονομικά οχήματα. Η στροφή αυτή προς την ενεργειακή αποδοτικότητα παρέμεινε κεντρικός πυλώνας της παγκόσμιας οικονομίας ακόμα και μετά την εξομάλυνση των τιμών του πετρελαίου.