Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γεννήθηκε το 1792 στην Κωνσταντινούπολη και υπήρξε γιος του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Κωνσταντίνου Υψηλάντη. Από νεαρή ηλικία ακολούθησε στρατιωτική καριέρα στη Ρωσία, υπηρετώντας ως αξιωματικός του Τσάρου Αλεξάνδρου Α'. Η ζωή του σημαδεύτηκε ανεξίτηλα το 1813 στη μάχη της Δρέσδης, όπου σε ηλικία μόλις 21 ετών έχασε το δεξί του χέρι πολεμώντας κατά του Ναπολέοντα. Παρά την αναπηρία του, η φήμη του για τα πατριωτικά του αισθήματα οδήγησε τη Φιλική Εταιρεία να τον προσεγγίσει, και τον Απρίλιο του 1820, μετά από συνάντηση με τον Εμμανουήλ Ξάνθο στην Πετρούπολη, ανέλαβε την αρχηγία του Αγώνα ως Γενικός Επίτροπος της Αρχής.
Με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Υψηλάντης προσπάθησε να οργανώσει οικονομικά και στρατιωτικά την επικείμενη εξέγερση. Ίδρυσε κεντρικά ταμεία και εξέδωσε ομόλογα για τη χρηματοδότηση του αγώνα, ενώ ο αδελφός του Νικόλαος συνέταξε τον οργανισμό του εθελοντικού στρατού. Η απόφαση να ξεκινήσει η επανάσταση από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες βασίστηκε στο γεγονός ότι εκεί απαγορευόταν η παρουσία οθωμανικού στρατού και η διοίκηση ασκούνταν από Έλληνες Φαναριώτες. Έτσι, στις 22 Φεβρουαρίου 1821, πέρασε τον ποταμό Προύθο και λίγες μέρες αργότερα εξέδωσε την ιστορική προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας.
Η εκστρατεία όμως στις Ηγεμονίες κατέληξε σε τραγική αποτυχία. Ο στρατός του Υψηλάντη, που περιλάμβανε τον ηρωικό Ιερό Λόχο αποτελούμενο από 500 σπουδαστές, καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου τον Ιούνιο του 1821. Οι λόγοι της ήττας ήταν πολλοί: η έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, η άρνηση τοπικών ηγετών να τον στηρίξουν και ο αφορισμός του από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε', ο οποίος έγινε κάτω από την πίεση της Υψηλής Πύλης για να αποφευχθούν σφαγές αμάχων. Ο Υψηλάντης αναγκάστηκε να υποχωρήσει και τελικά παραδόθηκε στους Αυστριακούς, οι οποίοι τον φυλάκισαν για έξι χρόνια.
Η κλονισμένη υγεία του —έπασχε από μυοτονική δυστροφία— σε συνδυασμό με τις κακουχίες της φυλακής, δεν του επέτρεψαν να δει την Ελλάδα ελεύθερη. Πέθανε στη Βιέννη τον Ιανουάριο του 1828, σε ηλικία μόλις 36 ετών, λίγο μετά την αποφυλάκισή του. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να μεταφερθεί στην Ελλάδα, κάτι που πραγματοποιήθηκε χρόνια αργότερα. Σήμερα, η καρδιά του φυλάσσεται στην εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Αθήνα, ως αιώνιο σύμβολο της θυσίας ενός ανθρώπου που, παρά τις επικρίσεις ορισμένων ιστορικών για την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού, προσέφερε τα πάντα για το όραμα της εθνικής ανεξαρτησίας.