H ηρεμία της ρωσικής πόλης Νίζνι Νόβγκοροντ διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα τον χειμώνα του 2011, όταν οι τοπικές αρχές, ερευνώντας μια σειρά από βεβηλώσεις τάφων, χτύπησαν την πόρτα ενός διακεκριμένου ακαδημαϊκού. Ο Anatoly Moskvin δεν ήταν ένας συνηθισμένος εγκληματίας. Ήταν ένας ευφυέστατος ιστορικός, γνώστης δεκατριών γλωσσών και ειδικός στην «νεκροπολιστική», τη μελέτη δηλαδή των νεκροταφείων. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα του εκκεντρικού διανοούμενου κρυβόταν μια πραγματικότητα που θα ξεπερνούσε κάθε σενάριο ταινίας τρόμου.
Μπαίνοντας στο μικρό διαμέρισμα που μοιραζόταν με τους γονείς του, οι αστυνομικοί ήρθαν αντιμέτωποι με μια αποπνικτική μυρωδιά σήψης και ένα θέαμα που θα στοίχειωνε τη μνήμη τους για πάντα. Το σπίτι ήταν γεμάτο με μεγάλες, χειροποίητες κούκλες, ντυμένες με πολύχρωμα φορέματα, καλσόν και αξεσουάρ. Η φρικτή αλήθεια αποκαλύφθηκε όταν ένας αξιωματικός άγγιξε το «δέρμα» μιας κούκλας και συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πλαστικό, αλλά μουμιοποιημένη σάρκα. Ο Moskvin είχε κλέψει τα σώματα 26 κοριτσιών και νεαρών γυναικών από τα τοπικά νεκροταφεία, μετατρέποντάς τα σε μακάβρια εκθέματα στο δωμάτιό του.
Η διαδικασία που ακολουθούσε ήταν μεθοδική και ανατριχιαστική. Χρησιμοποιούσε αλάτι και μαγειρική σόδα για να στεγνώσει τα σώματα, γέμιζε τις κοιλότητες με κουρέλια για να διατηρήσουν το σχήμα τους και τοποθετούσε μουσικά κουτιά μέσα στο στήθος τους, ώστε οι «κούκλες» του να μπορούν να παράγουν ήχους όταν τις άγγιζε. Σε κάποιες περιπτώσεις, είχε τοποθετήσει κουμπιά ή γυάλινα μάτια στις κόγχες των οφθαλμών και είχε βάψει τα πρόσωπά τους με μακιγιάζ, προσπαθώντας να τους δώσει μια όψη ζωής.
Μία από τις πιο τραγικές πτυχές της υπόθεσης ήταν η ιστορία της 10χρονης Olga Chardimova. Η οικογένειά της την επισκεπτόταν στο νεκροταφείο για σχεδόν μια δεκαετία, χωρίς να γνωρίζει ότι ο τάφος της ήταν άδειος. Ο Moskvin είχε πάρει το σώμα της λίγο μετά την κηδεία και την κρατούσε στο σπίτι του, ντυμένη με ένα ροζ σακάκι, ενώ παράλληλα άφηνε ανώνυμα σημειώματα στους γονείς της, συγχαίροντας το νεκρό κορίτσι για τις γιορτές.
Όταν ρωτήθηκε για τα κίνητρά του, ο Moskvin παρουσίασε μια διαστρεβλωμένη λογική. Ισχυρίστηκε ότι ένιωθε απέραντη μοναξιά και ότι η ενασχόλησή του με τα νεκρά παιδιά ξεκίνησε από ένα τραυματικό περιστατικό στην εφηβεία του, όταν τον ανάγκασαν να φιλήσει το πρόσωπο μιας νεκρής κοπέλας σε μια κηδεία. Πίστευε ότι μπορούσε να επικοινωνήσει με τα πνεύματα των κοριτσιών και ότι οι πράξεις του ήταν μια προσπάθεια να τα «σώσει» από το κρύο του τάφου, περιμένοντας τη στιγμή που η επιστήμη θα ήταν αρκετά προηγμένη ώστε να τα επαναφέρει στη ζωή.
Η δικαιοσύνη αποφάνθηκε ότι ο Moskvin έπασχε από παρανοϊκή σχιζοφρένεια, κρίνοντάς τον ακατάλληλο να δικαστεί. Από το 2012 παραμένει έγκλειστο σε ψυχιατρική κλινική υπό αυστηρή επιτήρηση. Μέχρι σήμερα, δεν έχει ζητήσει ποτέ συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων, δηλώνοντας προκλητικά ότι οι γονείς εγκατέλειψαν τα παιδιά τους στο κρύο, ενώ εκείνος τα έφερε στο σπίτι του και τα κράτησε ζεστά. Η υπόθεσή του παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ρωσικής ιστορίας, υπενθυμίζοντας τη λεπτή γραμμή που μπορεί να χωρίζει την ιδιοφυΐα από την απόλυτη παράνοια.