Είναι ένας παγωμένος Φεβρουάριος του 2000, στα σκοτεινά στενά της Πετρούπολης. Ένας βαρύς, γυμνασμένος άνδρας περπατάει μόνος προς το σπίτι του. Νιώθει άτρωτος, έχοντας επιβιώσει από καταστάσεις που θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Όμως κάνει λάθος. Μέσα από το σκοτάδι, σκιές ξεπετάγονται χωρίς προειδοποίηση. Δεν ακούγονται φωνές, μόνο ο εκκωφαντικός κρότος από τα όπλα που ξερνούν φωτιά. Δεκαεννέα σφαίρες καρφώνονται στο κορμί του, σωριάζοντάς τον νεκρό στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Όταν οι αστυνομικοί ρίχνουν τον φακό στο πρόσωπό του, παγώνουν. Ο νεκρός δεν είναι ένας τυχαίος μπράβος, αλλά ο Θέμης Παπαμάλης, ένας ζωντανός θρύλος της ελληνικής μαφίας και ο πιο αδίστακτος βομβιστής που γνώρισε ποτέ η χώρα.
Η αθηναϊκή νύχτα του '90 και η γέννηση ενός φαντάσματος
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος αυτού του ανθρώπου, πρέπει να γυρίσουμε στη δεκαετία του '90. Η Αθήνα άλλαζε, το χρήμα έρρεε άφθονο στα μεγάλα κλαμπ της παραλιακής, και ο έλεγχος της νύχτας κρινόταν με αίμα. Τα συμβόλαια θανάτου αποτελούσαν καθημερινότητα. Σε αυτόν τον ατελείωτο πόλεμο, τα μεγάλα αφεντικά χρειάζονταν κάτι περισσότερο από απλούς φουσκωτούς. Χρειάζονταν χειρουργικά χτυπήματα χωρίς ίχνη. Ο Παπαμάλης ήταν το απόλυτο εργαλείο. Πρώην βατραχάνθρωπος, μέλος της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών, είχε εκπαιδευτεί να επιβιώνει σε ακραίες συνθήκες και να χειρίζεται εκρηκτικά με απόλυτη ακρίβεια. Μετά τη θητεία του, πούλησε τις ικανότητές του στον υπόκοσμο. Λέγεται ότι κρυβόταν πίσω από τουλάχιστον τριάντα βομβιστικές επιθέσεις σε αυτοκίνητα, μαγαζιά, ακόμα και πλοία, αποτελώντας ένα αόρατο φάντασμα.
Ο Βόσνιος μισθοφόρος και η συμμαχία με τον Καλαποθαράκο
Η δράση στην Αθήνα δεν του ήταν αρκετή. Στις αρχές του '90, όταν η πρώην Γιουγκοσλαβία είχε μετατραπεί σε σφαγείο, ο Παπαμάλης ταξίδεψε εκεί ως μισθοφόρος. Εντάχθηκε στις παραστρατιωτικές ομάδες, πολεμώντας στο πλευρό των διαβόητων Τίγρεων του Αρκάν. Μέσα στα λασπωμένα χαρακώματα και τα χαλάσματα της Βοσνίας, απέδειξε τη σκληρότητά του κερδίζοντας τον σεβασμό των πιο αδίστακτων πολεμιστών της Ευρώπης και το παρατσούκλι ο Βόσνιος. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, συμμάχησε με τον Θέμη Καλαποθαράκο, τον απόλυτο άρχοντα και βασιλιά της παραλιακής. Ο Καλαποθαράκος έδινε τις εντολές και ο Παπαμάλης τις εκτελούσε στο σκοτάδι. Χαρακτηριστικό της ισχύος του ήταν όταν, για μια απλή διαφωνία με γνωστό μουσικό παραγωγό της εποχής, ανατίναξε το πανάκριβο τζιπ του με δυο καλώδια και έναν πυροκροτητή, στέλνοντας το μήνυμα πως με αυτούς τους ανθρώπους δεν παίζεις.
Η παράνοια, η προδοσία και το συμβόλαιο θανάτου
Η απόλυτη δύναμη, ωστόσο, φέρνει παράνοια. Προς τα τέλη της δεκαετίας, ο Παπαμάλης είχε γίνει υπερβολικά δυνατός και ανεξάρτητος, έχοντας τον δικό του κύκλο από πρώην βατραχανθρώπους. Στην πιάτσα άρχισαν οι ψίθυροι ότι ο βομβιστής ετοιμαζόταν να φάει τον αρχηγό του και να αναλάβει τα ηνία. Ο Καλαποθαράκος, γνωρίζοντας πολύ καλά τις ικανότητες του συνεργάτη του με τα εκρηκτικά, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να περιμένει. Ο νόμος της νύχτας λέει πως η φιλία σταματά εκεί που αρχίζει ο φόβος. Αποφάσισε να χτυπήσει πρώτος, υπογράφοντας το συμβόλαιο θανάτου για το ίδιο του το δεξί χέρι, καταλήγοντας στην ενέδρα της Πετρούπολης τον Φεβρουάριο του 2000.
Το ντόμινο του αίματος και η άνοδος του Στεφανάκου
Στον υπόκοσμο, κανένα αίμα δεν μένει απλήρωτο. Η εκτέλεση του Παπαμάλη εξόργισε φίλους του και άλλες φατρίες των δυτικών προαστίων. Πέντε μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2000, ο Θέμης Καλαποθαράκος δέχτηκε ενέδρα στον Σχοινιά. Παρότι πρόλαβε να ρίξει δεκαοκτώ σφαίρες, οι εκτελεστές του γάζωσαν το όχημά του με εξήντα σφαίρες από Καλάσνικοφ. Ο θάνατος αυτών των δύο άφησε ένα τεράστιο κενό εξουσίας, στο οποίο πάτησε ο Βασίλης Στεφανάκος, ο οποίος γιγαντώθηκε και έχτισε τη δική του αυτοκρατορία. Όμως, το ποτάμι του αίματος συνέχισε να ρέει, παρασύροντας τελικά και τον ίδιο τον Στεφανάκο το 2018 με εικοσιεννέα σφαίρες. Η ιστορία του Θέμη Παπαμάλη αποτελεί την πιο σκοτεινή απόδειξη πως στον κόσμο του υποκόσμου δεν υπάρχουν αθάνατοι, παρά μόνο σκιές που αργά ή γρήγορα τις καταπίνει το ίδιο το σκοτάδι που υπηρέτησαν.