Μία από τις πιο σοκαριστικές και βίαιες ιστορίες που πέρασαν ποτέ από τα ελληνικά αστυνομικά χρονικά είναι αυτή της Βαλμπόνας, μιας γυναίκας από τη Νότια Αλβανία που το όνομά της συμβολίζει το ποτάμι και τη ζωή. Η ιστορία της, που δυστυχώς ξεχάστηκε γρήγορα από τα φώτα της δημοσιότητας, μοιάζει με σενάριο ταινίας τρόμου, μόνο που όλα όσα συνέβησαν είναι απόλυτα αληθινά και αποτυπώνουν την πιο ακραία μορφή ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας.
Ένας έρωτας που κατέληξε σε φυλακή
Όλα ξεκίνησαν σε ένα μικρό χωριό, όταν η δεκαπεντάχρονη τότε Βαλμπόνα ερωτεύτηκε τον Θεοφάνη, τον "νταή" του χωριού. Κλέφτηκαν νεαροί, παντρεύτηκαν και έκαναν δύο παιδιά. Το 1997, με την κατάρρευση των πυραμίδων στην Αλβανία, το ζευγάρι ήρθε στην Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Οι δυσκολίες και τα σκληρά μεροκάματα στα χωράφια οδήγησαν τον Θεοφάνη σε μια αποτρόπαιη απόφαση. Με το πρόσχημα να την "ξεκουράσει", την έστειλε να δουλεύει σε μπαρ στην Πελοπόννησο, αποσπώντας της όλα τα χρήματα που έβγαζε.
Τα πράγματα πήραν δραματική τροπή όταν η Βαλμπόνα γνώρισε τον Δημήτρη σε ένα μπαρ στη Μεγαλόπολη. Ο Δημήτρης την ερωτεύτηκε αληθινά, ζήτησε διαζύγιο από τη γυναίκα του και της πρότεινε να παντρευτούν, μακριά από τη ζωή της νύχτας. Εκείνη δέχτηκε, όμως αυτό πυροδότησε την οργή του Θεοφάνη. Η Βαλμπόνα μετατράπηκε σε ιδιοκτησία που έπρεπε να τιμωρηθεί, ζώντας έκτοτε σε μια "φυλακή χωρίς κάγκελα", υφιστάμενη διαρκή παρακολούθηση, ψυχολογική πίεση και άγριους ξυλοδαρμούς.
Το εφιαλτικό μεσημέρι στην Καλαμάτα
Η απόλυτη φρίκη εκτυλίχθηκε στις αρχές Απριλίου, σε ένα διαμέρισμα στην Καλαμάτα. Ενώ η Βαλμπόνα βρισκόταν εκεί για να δει τα παιδιά της, ο Θεοφάνης τα έστειλε βόλτα, έκλεισε τα πατζούρια και της ζήτησε να πάει στο μπάνιο. Αφού την ακινητοποίησε και την τραυμάτισε με μαχαίρι, επέστρεψε με ένα αλυσοπρίονο. Για δέκα βασανιστικά λεπτά, την ακρωτηρίαζε ζωντανή, αφήνοντας τα μέλη της να κρέμονται μόνο από κομμάτια δέρματος. Όταν τελείωσε, την άφησε στην μπανιέρα να ξεψυχήσει και διέφυγε.
Με υπεράνθρωπη δύναμη και θέληση για ζωή, η Βαλμπόνα σύρθηκε αιμόφυρτη στο πάτωμα, τράβηξε το τραπεζομάντιλο με τα δόντια της για να ρίξει το κινητό και, ξεκλειδώνοντάς το με το πηγούνι, κάλεσε τον Δημήτρη. Ειδοποιήθηκε αμέσως η αστυνομία, η οποία την εντόπισε σε μια λίμνη αίματος. Ακολούθησε ένας αγώνας δρόμου για τη ζωή της. Η άμεση παρέμβαση των γιατρών στην Καλαμάτα και η αεροδιακομιδή της στην Αθήνα με στρατιωτικό C-130 την κράτησαν στη ζωή, μετά από ένα εννιάωρο, εξαντλητικό χειρουργείο στο νοσοκομείο ΚΑΤ.
Η δικαστική μάχη και η δικαιολογία της αγάπης
Χρόνια μετά, η Βαλμπόνα, υποβασταζόμενη από σίδερα και καρφιά, βρέθηκε στο δικαστήριο απέναντι στον βασανιστή της. Στην απολογία του, ο Θεοφάνης προσπάθησε να δικαιολογήσει το ασύλληπτο έγκλημά του πίσω από τη λέξη "αγάπη", υποστηρίζοντας ότι την αγαπούσε τόσο πολύ που την τεμάχισε. Ο εισαγγελέας έκανε λόγο για την πιο στυγερή απόπειρα ανθρωποκτονίας μεταξύ συζύγων. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δεκαεπτά χρόνια κάθειρξη και ισόβια απέλαση, χωρίς να του αναγνωρίσει ελαφρυντικά.
Σήμερα, η Βαλμπόνα προσπαθεί να επιβιώσει με βαριά αναπηρία, έχοντας χάσει την επαφή που θα ήθελε με τα παιδιά της, παλεύοντας να σταθεί όρθια σε μια κοινωνία που γρήγορα ξέχασε την τραγωδία της. Η περίπτωσή της, ωστόσο, δεν αποτελεί απλώς ένα έγκλημα ακραίας βίας. Αποτελεί μια ηχηρή υπενθύμιση για το πώς η νοσηρή κτητικότητα μεταμφιέζεται σε αγάπη, και πόσο εύκολα η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να φτάσει μέχρι τον θάνατο. Αν γνωρίζετε κάποια γυναίκα που δέχεται βία ή είστε και η ίδια θύμα, η γραμμή 15900 είναι εκεί για να σπάσει τη σιωπή και να σώσει ζωές.