Έξω, το Αιγαίο άφριζε και το μελτέμι χτυπούσε με μανία τους ασβεστωμένους τοίχους του ξωκλησιού. Από το βάθος, χαμηλά στο λιμάνι, ο άνεμος κουβαλούσε σπασμένα κομμάτια από κλαρίνα και βιολιά. Δεκαπενταύγουστος. Το νησί γιόρταζε τον θρίαμβο της ζωής, την καρδιά του καλοκαιριού που παλλόταν μέσα στον ήλιο και την αρμύρα.
Εκείνοι, όμως, είχαν αφήσει πίσω τους τη βαβούρα. Ο άνδρας έσκυψε ελαφρά για να περάσει τη χαμηλή ξύλινη πόρτα της εκκλησίας, κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά του. Ήταν δεν ήταν δύο χρονών, ένα μικρό, ζεστό βάρος με μάτια ορθάνοιχτα, που κοιτούσαν περιεργάζοντας τις σκιές που χόρευαν στο ημίφως. Μέσα στον ναό, η δροσιά της πέτρας συναντούσε τη μυρωδιά από το λιωμένο κερί, το λιβάνι και το ξερό θυμάρι που είχε τρυπώσει από το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ακούμπησε το παιδί στο πάτωμα. Εκείνο έπιασε αμέσως το μπατζάκι του, ψάχνοντας την ασφάλεια, καθώς τα μικρά του δάχτυλα εξερευνούσαν τον χώρο. Ο άνδρας πήρε ένα λεπτό κίτρινο κερί από το παγκάρι. Το κράτησε στα χέρια του για λίγο, νιώθοντάς το να μαλακώνει από τη θερμοκρασία του δέρματός του.
Σαν σήμερα.
Η σκέψη ήρθε αθόρυβα, όπως έρχονται όλες οι μεγάλες αλήθειες. Η μέρα που το νησί γιόρταζε, ήταν η μέρα που ο δικός του κόσμος είχε σταματήσει. Η απουσία της δεν ήταν πια ένας οξύς πόνος που του έκοβε την ανάσα, αλλά ένας μόνιμος, σιωπηλός κάτοικος. Όπως έγραφαν και οι ποιητές, η απουσία είναι κι αυτή ένας τόπος. Μια χώρα που την περπατάς μόνος σου, ψηλαφώντας στο σκοτάδι.
«Έλα» ψιθύρισε, με τη φωνή του να σπάει την ησυχία του ιερού χώρου.
Σήκωσε το παιδί ψηλά. Τα μικρά, αδέξια χεράκια του ενώθηκαν με τα δικά του, πιάνοντας μαζί το κερί. Πλησίασαν τη φλόγα από το κεντρικό καντήλι. Το παιδί κοίταξε τη φωτιά με δέος κι ένα χαμόγελο άρχισε να διαγράφεται στο πρόσωπό του, καθώς η φλόγα πήδηξε στο δικό τους φιτίλι. Δεν καταλάβαινε τον θάνατο. Καταλάβαινε μόνο το φως.
Ο άνδρας κοίταξε το πρόσωπο του παιδιού, λουσμένο σε αυτή τη μικρή, χρυσή λάμψη. Τα μάτια του είχαν το δικό της σχήμα. Εκείνη τη στιγμή, το συνειδητοποίησε. Η μνήμη των ανθρώπων που αγαπήσαμε δεν είναι ένα σκοτεινό δωμάτιο γεμάτο πένθος. Είναι το φως που επιμένει όταν κλείνεις τα μάτια.
Εκείνοι που φεύγουν νωρίς, δε χάνονται. Γίνονται ο αέρας που φυσάει στα πανιά κάθε διαδρομής μας και το φως που φωτίζει αμείωτα κάθε μονοπάτι μας.
Στερέωσαν μαζί το κερί στην άμμο του μανουαλιού. Η φλόγα του τρεμόπαιξε, πάλεψε για λίγο με το ρεύμα του αέρα που έμπαινε από την πόρτα και μετά στάθηκε όρθια, δυνατή.
«Παναγία, μητέρα όλων των ανθρώπων, πρόσεχε εκεί στην αγκαλιά σου τη δική μας μητέρα».
Ο άνδρας πήρε το παιδί από το χέρι. Βγήκαν ξανά έξω, στο εκτυφλωτικό κυκλαδίτικο φως. Ο αέρας τούς χτύπησε το πρόσωπο. Κάτω, το πανηγύρι συνεχιζόταν. Η ζωή, αδυσώπητη και υπέροχη, δε σταματούσε ποτέ. Προχωρούσε. Όπως προχωρούσαν - έπρεπε να προχωρήσουν - κι αυτοί.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, 15/08/2026.
