Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή ενός εκπαιδευτικού που δεν καταγράφεται σε κανένα πρακτικό συλλόγου διδασκόντων, δεν αποτυπώνεται σε καμία αξιολόγηση και δεν εμφανίζεται σε καμία στατιστική του Υπουργείου Παιδείας. Είναι η στιγμή που μπαίνει στην τάξη, κοιτάζει τους μαθητές του και συνειδητοποιεί πως σήμερα δεν έχει άλλο απόθεμα να δώσει. Όχι επειδή έπαψε να αγαπά τη δουλειά του. Αλλά επειδή έχει δώσει τόσα πολλά, για τόσο μεγάλο διάστημα, χωρίς να έχει βρει τον χρόνο, τον χώρο ή τη στήριξη για να αναπληρώσει όσα έχασε.
Αυτό είναι το burnout των εκπαιδευτικών. Και ίσως η μεγαλύτερη αδικία γύρω από αυτό να είναι ότι συχνά αντιμετωπίζεται ως ατομικό πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης θεσμικής αποτυχίας.
Ζούμε σε μια εποχή που απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να είναι τα πάντα. Να μεταδίδει γνώση, να καλλιεργεί κριτική σκέψη, να διαχειρίζεται τη βία, να θεραπεύει τις πληγές της κοινωνικής ανισότητας, να κατανοεί τις οικογενειακές δυσκολίες, να ενσωματώνει την τεχνολογία, να συμπληρώνει ατελείωτα έγγραφα, να προσαρμόζεται σε κάθε μεταρρύθμιση και να αποδεικνύει διαρκώς ότι επιτελεί το έργο του. Του ζητάμε να εμπνέει, ακόμη κι όταν ο ίδιος έχει πάψει να εμπνέεται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργάζεται. Και, κυρίως, του ζητάμε να τα κάνει όλα αυτά με χαμόγελο.
Η κοινωνία έχει μετατρέψει την παιδαγωγική ευθύνη σε μια σχεδόν απεριόριστη υποχρέωση, χωρίς να αναγνωρίζει πάντα τα όρια του ανθρώπου που την επωμίζεται.
Το παράδοξο είναι συγκλονιστικό. Το σχολείο διδάσκει στα παιδιά τη σημασία της ψυχικής ανθεκτικότητας, της αυτογνωσίας, της ισορροπίας και της φροντίδας του εαυτού. Όμως πόσο συχνά επιτρέπει στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς να εφαρμόσουν όσα διδάσκουν; Πόσο εύκολα μπορεί ένας δάσκαλος να μιλήσει για την αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όταν αισθάνεται ότι η δική του αξιοπρέπεια δοκιμάζεται καθημερινά από τη μισθολογική, αλλά και κοινωνική απαξίωση, την υπερφόρτωση και την έλλειψη ουσιαστικής υποστήριξης;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο εκπαιδευτικός κουράζεται. Κάθε ουσιαστική εργασία έχει κόπο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο κόπος παύει να συνδέεται με την αίσθηση του νοήματος. Όταν η προσπάθεια δε συνοδεύεται από την αίσθηση ότι κάτι αλλάζει. Όταν η δημιουργικότητα υποχωρεί μπροστά στην υποχρέωση, η παιδαγωγική κρίση μπροστά στη γραφειοκρατική συμμόρφωση και ο ενθουσιασμός μπροστά στην ανάγκη απλώς να βγει η ημέρα.
Τότε συμβαίνει κάτι βαθύτερο από την κόπωση. Ο εκπαιδευτικός αρχίζει να αποσύρει σταδιακά ένα κομμάτι του εαυτού του από την εργασία του, για να μπορέσει να συνεχίσει να την εκτελεί. Παραδίδει το μάθημα, διεκπεραιώνει τις υποχρεώσεις, διορθώνει τα γραπτά, προχωρά στην επόμενη ημέρα. Μπορεί να εξακολουθεί να είναι συνεπής, αλλά να μην αισθάνεται πια ζωντανός μέσα σε αυτό που κάνει.
Κι εδώ βρίσκεται ένας κίνδυνος που υπερβαίνει κατά πολύ το ατομικό επίπεδο: όταν η εξουθένωση γίνεται κανονικότητα, το εκπαιδευτικό σύστημα κινδυνεύει να διατηρεί τη λειτουργία του, ενώ χάνει σταδιακά ένα μέρος από τη δημιουργική και ανθρώπινη δύναμή του.
Δεν υπάρχει παιδαγωγική χωρίς παρουσία. Δεν υπάρχει ουσιαστική διδασκαλία χωρίς ενδιαφέρον. Και το ενδιαφέρον δεν είναι ανεξάντλητος φυσικός πόρος που το κράτος μπορεί να αντλεί από τους εκπαιδευτικούς επ’ αόριστον.
Είναι ανθρώπινη δύναμη. Χρειάζεται χρόνο, εμπιστοσύνη, αναγνώριση, ελευθερία και συνθήκες που να επιτρέπουν στον άνθρωπο να παραμένει άνθρωπος.
Ίσως, μάλιστα, έχουμε παρεξηγήσει την έννοια του εκπαιδευτικού λειτουργήματος. Την έχουμε χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα για να απαιτούμε διαρκή αυτοθυσία. Σαν να σημαίνει ότι όποιος αγαπά το επάγγελμά του οφείλει να ανέχεται τα πάντα. Σαν να ακυρώνεται η αφοσίωσή του όταν διεκδικεί καλύτερες συνθήκες εργασίας, αξιοπρεπείς αποδοχές, λιγότερη γραφειοκρατία και ουσιαστική ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Όμως το λειτούργημα δεν είναι συμβόλαιο αυτοεγκατάλειψης.
Η αγάπη για τους μαθητές δεν υποχρεώνει τον εκπαιδευτικό να παραμερίζει διαρκώς τη δική του ζωή. Η αφοσίωση δεν καταργεί το δικαίωμα στην ανάπαυση. Και η ευθύνη απέναντι στα παιδιά δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μηχανισμό ενοχής κάθε φορά που ένας άνθρωπος λέει: «Δεν αντέχω άλλο».
Αντίθετα, μια ώριμη εκπαιδευτική πολιτική θα έπρεπε να αντιμετωπίζει την ευημερία των εκπαιδευτικών ως αναπόσπαστο στοιχείο της ποιότητας της εκπαίδευσης. Με πλήρη στελέχωση των σχολείων, λογικό φόρτο εργασίας, περιορισμό των άσκοπων διοικητικών-γραφειοκρατικών απαιτήσεων και πρόσληψη γραμματειών για τα ζητήματα αυτά, μείωση διδακτικού ωραρίου, μείωση των παιδιών ανά τάξη, σημαντική αύξηση των αποδοχών, νωρίτερη συνταξιοδότηση από το διδακτικό έργο, ουσιαστική επιμόρφωση, επαγγελματική αυτονομία, συνεργατικό κλίμα και πραγματική πρόσβαση σε υποστήριξη. Όχι με ευχολόγια περί ανθεκτικότητας ούτε με σεμινάρια διαχείρισης άγχους που αφήνουν ανέγγιχτες τις συνθήκες που το παράγουν. Γιατί δεν μπορείς να διδάσκεις σε κάποιον να διαχειρίζεται καλύτερα την εξάντλησή του, ενώ εξακολουθείς να τον εξαντλείς.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που οφείλουμε να σκεφτούμε. Κάθε παιδί που περνά την πόρτα του σχολείου έχει ανάγκη από έναν ενήλικο που να μπορεί να το ακούσει πραγματικά. Να αντιληφθεί τη σιωπή του, να αναγνωρίσει την προσπάθειά του, να διακρίνει πίσω από μια δύσκολη συμπεριφορά μια ανεκπλήρωτη ανάγκη. Αυτή η δυνατότητα δε γεννιέται από εγκυκλίους. Δεν εξασφαλίζεται με δείκτες απόδοσης. Προϋποθέτει χρόνο, ψυχική διαθεσιμότητα και ανθρώπους που δε βρίσκονται διαρκώς σε κατάσταση εσωτερικής επιβίωσης.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι χάνουν οι εκπαιδευτικοί όταν εξουθενώνονται. Είναι τι χάνουν οι μαθητές, τι χάνει το σχολείο και, τελικά, τι χάνει μια κοινωνία όταν εξαντλεί εκείνους στους οποίους εμπιστεύεται το μέλλον της.
Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να μετράμε την προσφορά ενός εκπαιδευτικού με βάση όσα αντέχει να θυσιάσει. Να πάψουμε να θεωρούμε αυτονόητο ότι θα καλύψει με προσωπικό χρόνο τις ελλείψεις του συστήματος, με συναισθηματική εργασία την απουσία υποστήριξης και με προσωπική αυταπάρνηση κάθε οργανωτική αδυναμία. Ένα σχολείο δεν είναι ανθρώπινο επειδή οι εκπαιδευτικοί του αντέχουν τα πάντα. Είναι ανθρώπινο όταν δεν τους αναγκάζει να τα αντέχουν όλα μόνοι τους.
Και ίσως η πιο ουσιαστική μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση να μην αρχίζει από ένα νέο πρόγραμμα σπουδών, μια νέα πλατφόρμα ή μια ακόμη εγκύκλιο. Ίσως να αρχίζει από μια απλή, σχεδόν αυτονόητη παραδοχή που έχουμε ξεχάσει: Ο εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς το μέσο με το οποίο μια κοινωνία μορφώνει τα παιδιά της. Είναι και ο ίδιος ένας άνθρωπος που δικαιούται να ζει με αξιοπρέπεια, να εργάζεται χωρίς να διαλύεται και να διατηρεί ζωντανό το νόημα αυτού που προσφέρει.
Γιατί όταν ένας εκπαιδευτικός εξαντλείται, δε σβήνει απλώς ένα φως μέσα σε μια τάξη. Σβήνει, λίγο-λίγο, η δυνατότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας να πιστεύει ότι το μέλλον μπορεί να γίνει καλύτερο. Και αυτή δεν είναι προσωπική του αποτυχία. Είναι μια συλλογική ευθύνη που δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να αγνοούμε.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, Φιλόλογος M.Ed.
