Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι, σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία της απελευθέρωσής της από τον μόχθο. Από την επινόηση του άροτρου μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση και την τεχνητή νοημοσύνη, οι άνθρωποι δεν επεδίωξαν απλώς να επιβιώσουν, αλλά να εργαστούν λιγότερο. Και όμως, στον 21ο αιώνα, σε μια εποχή αφθονίας γνώσης και αυτοματισμού, επιστρέφουμε σε συνθήκες που θυμίζουν τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα: 13ωρα εργασίας, 6ήμερες εβδομάδες και δεύτερες δουλειές για να καλυφθούν τα βασικά.
Η Ελλάδα, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θεματοφύλακας του πολιτισμού που γέννησε την έννοια της “σχόλης”, θεσμοθέτησε πλέον την επιλογή να εργάζεται κάποιος έως και 13 ώρες την ημέρα. Μια ρύθμιση που καμία άλλη χώρα της ΕΕ δεν έχει υιοθετήσει• όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή ξέρει τι κόστος έχει για την κοινωνία.
Από τον ατμό στον ηλεκτρισμό και πίσω
Όταν οι εργάτες στα εργοστάσια του Μάντσεστερ το 1840 διεκδικούσαν το οκτάωρο, δεν ζητούσαν πολυτέλεια• ζητούσαν ανθρώπινη υπόσταση. Και κατάφεραν κάτι επαναστατικό: να ορίσουν τον ελεύθερο χρόνο ως δικαίωμα. Η εφεύρεση του ηλεκτρισμού και των υπολογιστών έφερε την υπόσχεση ότι η ανθρωπότητα θα εργάζεται λιγότερο και θα ζει περισσότερο.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική και η αυτοματοποίηση προσφέρουν τη δυνατότητα να εκτελούνται οι περισσότερες εργασίες με ελάχιστο ανθρώπινο κόπο. Ωστόσο, το σύστημα βρίσκει έναν τρόπο να αναπαράγει την ανάγκη για εργασία. Όχι γιατί χρειάζεται ο άνθρωπος, αλλά γιατί χρειάζεται ο έλεγχος.
Η υπερεργασία ως μηχανισμός πειθάρχησης
Όταν εργάζεσαι 13 ώρες την ημέρα, δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς. Να εξεγερθείς. Να συμμετάσχεις.
Έχεις μόνο χρόνο να καταναλώσεις και να κοιμηθείς.
Η εργασία δεν είναι πλέον παραγωγή. Είναι τρόπος να κρατηθεί ο πολίτης απασχολημένος, κουρασμένος και πειθαρχημένος.
Αυτό το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Είναι παγκόσμιο. Όμως στην Ελλάδα του 2025 γίνεται σύμβολο: μια χώρα που μαστίζεται από δεκαετίες λιτότητας, φτώχειας και υπογεννητικότητας, επιλέγει να εξοντώσει ακόμη περισσότερο τον πυρήνα της κοινωνίας της: τον εργαζόμενο.
Το παράδοξο της παραγωγικότητας
Αν η παραγωγικότητα ήταν το ζητούμενο, θα επενδύαμε σε λιγότερες ώρες, περισσότερη ξεκούραση και δημιουργικότητα.
Όλες οι έρευνες – από τις σκανδιναβικές χώρες έως τις πιλοτικές μελέτες της Ιαπωνίας – δείχνουν πως λιγότερες ώρες εργασίας οδηγούν σε καλύτερα αποτελέσματα, όχι χειρότερα.
Γιατί τότε νομοθετούμε το αντίθετο;
Διότι δεν μιλάμε για παραγωγικότητα. Μιλάμε για δομή εξουσίας.
Οι πολίτες που εργάζονται εξουθενωμένοι για να πληρώσουν το ρεύμα τους, δεν θα ζητήσουν συμμετοχή στη δημοκρατία, καλύτερη παιδεία ή μέλλον για τα παιδιά τους. Θα νιώθουν «ευγνώμονες» που έχουν δουλειά. Αυτή είναι η νέα μορφή φεουδαρχίας: η εργασία ως χάρη, όχι ως δικαίωμα.
Ο χρόνος είναι πολιτικό ζήτημα
Ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης εμπειρίας.
Το πόσο χρόνο έχεις να παίξεις με το παιδί σου, να φιλοσοφήσεις, να διαβάσεις ένα ποίημα, να βαρεθείς, να αγαπήσεις — καθορίζει αν ζεις ως άνθρωπος ή απλώς ως παραγωγική μονάδα.
Το 13ωρο δεν είναι πρόοδος. Είναι παλινδρόμηση σε ένα σκοτεινό μέλλον στο οποίο ο πολίτης δεν έχει χρόνο να είναι πολίτης.
Αν δεν διεκδικήσουμε τον χρόνο μας, δεν θα έχουμε μέλλον
Η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση έρχονται. Μπορούν να αντικαταστήσουν σχεδόν όλες τις χειρωνακτικές και γνωστικές εργασίες. Τότε ποιος είναι ο ρόλος του ανθρώπου; Να γίνει περιττός; Ή να βρει νόημα έξω από την εργασία;
Η απάντηση δεν είναι να δουλεύουμε περισσότερο. Είναι να ξαναορίσουμε το τι σημαίνει να ζεις.
Όχι ως μηχανή παραγωγής, αλλά ως άνθρωπος με σκέψη, αισθήματα και χρόνο.
Αν το 13ωρο γίνει ο κανόνας, τότε το μέλλον δεν θα έχει την ευφυΐα της τεχνολογίας. Θα έχει την κούραση των σκλάβων.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να δουλέψουμε 13 ώρες.
Το ερώτημα είναι: θέλουμε να ζούμε έτσι;
Αποστόλης Ζυμβραγάκης
