Η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να περικόψει μία διδακτική ώρα από το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών στην Α’ Λυκείου προκειμένου να εισαγάγει το μάθημα της Οικονομίας, δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική προσαρμογή. Αντιθέτως, αποτελεί μια ακόμα ένδειξη της σταδιακής αλλά σταθερής απαξίωσης των ανθρωπιστικών σπουδών στο ελληνικό σχολείο και μάλιστα εις βάρος ενός θεμελιώδους μαθήματος για την πολιτισμική, γλωσσική και φιλοσοφική συγκρότηση των μαθητών.
Τα Αρχαία Ελληνικά δεν είναι απλώς μια “παλαιά” γλώσσα. Είναι ένας ζωντανός δίαυλος σύνδεσης με την πνευματική μας κληρονομιά, το βάθος του στοχασμού, την καταγωγή της δημοκρατίας, της ρητορικής και της ηθικής φιλοσοφίας. Η μελέτη τους συνιστά άσκηση στη δομή της σκέψης, στην ακρίβεια της έκφρασης, στην ερμηνεία εννοιών που διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο έως σήμερα. Κάθε περικοπή σε αυτό το μάθημα δεν είναι απλώς μια ώρα λιγότερη· είναι μια ώρα λιγότερης επαφής με το ίδιο το νόημα της Παιδείας ως καλλιέργειας ελεύθερων και κριτικά σκεπτόμενων ανθρώπων.
Αναγνωρίζοντας βεβαίως την ανάγκη εισαγωγής χρηστικών γνώσεων όπως η Οικονομία, θα περίμενε κανείς το Υπουργείο να λειτουργήσει με περισσότερο ορθολογισμό και με σεβασμό στις παιδαγωγικές ιεραρχήσεις. Αντί να αφαιρείται χρόνος από έναν θεμελιώδη ανθρωπιστικό κλάδο, θα ήταν πολύ προτιμότερο —και απολύτως εύλογο— να ενισχυθεί η γλωσσική και γραμματειακή παιδεία των μαθητών εκεί που καταγράφεται διαπιστωμένη αδυναμία: στα Νέα Ελληνικά.
Οι επιδόσεις των μαθητών στο μάθημα της Έκθεσης στις πανελλαδικές εξετάσεις καταγράφονται σταθερά χαμηλές, με πλήθος υποψηφίων να αδυνατούν να διαχειριστούν δομικά τη γραπτή έκφραση ή να αναπτύξουν πειστικά έναν συλλογισμό. Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα αποτελέσματα των διεθνών διαγωνισμών PISA, όπου η Ελλάδα σημειώνει εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις στην κατανόηση γραπτού λόγου. Αυτό δεν αποτελεί μόνο εκπαιδευτικό, αλλά βαθύτατα κοινωνικό πρόβλημα: η αδυναμία κατανόησης κειμένων ισοδυναμεί με μειωμένη δυνατότητα συμμετοχής στον δημόσιο λόγο, στην κοινωνική ζωή, ακόμη και στην εργασία.
Η ενίσχυση λοιπόν της διδασκαλίας των Νέων Ελληνικών —μέσω προσθήκης διδακτικών ωρών και ανανέωσης των διδακτικών προσεγγίσεων— είναι επείγουσα και απολύτως τεκμηριωμένη. Μια τέτοια κίνηση όχι μόνο δεν θα αντιστρατευόταν την ανάγκη για χρηστική εκπαίδευση, αλλά θα την υπηρετούσε με πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο: κανένας οικονομικός γραμματισμός δεν έχει νόημα χωρίς γλωσσικό γραμματισμό. Χωρίς τη δυνατότητα να διαβάσεις, να ερμηνεύσεις, να εκφραστείς.
Η Παιδεία δεν είναι ένα άθροισμα δεξιοτήτων, αλλά ένα σύστημα διαμόρφωσης πολιτών. Οι Ανθρωπιστικές Σπουδές, και ιδιαίτερα η γλώσσα –αρχαία και νέα– είναι ο σκελετός αυτής της διαμόρφωσης. Αντί να αντικαθιστούμε τον έναν ακρογωνιαίο λίθο με έναν άλλον άσχετο, οφείλουμε να ενισχύουμε τη συνοχή και τη λογική του οικοδομήματος.
Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης δεν θα έρθει με αποσπασματικές προσθαφαιρέσεις ωρών, αλλά με στρατηγική ενίσχυση των βασικών γνωστικών εργαλείων που δίνουν στους μαθητές τη δυνατότητα να σταθούν αυτόνομα, υπεύθυνα και δημιουργικά στον κόσμο. Και τα Αρχαία Ελληνικά είναι, αναμφίβολα, ένα από αυτά.
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, M.Ed. Φιλόλογος
