Οκτώβριος 1945. Οι τοίχοι του Δικαστηρίου στο Ηράκλειο της Κρήτης είναι βαμμένοι με αίμα. Πέντε κατακρεουργημένα πτώματα πετιούνται από το παράθυρο στον δρόμο από ένα οργισμένο πλήθος που ουρλιάζει για εκδίκηση. Το σοκαριστικό γεγονός μεταδίδεται από τα διεθνή πρακτορεία.
Πώς έφτασε ένα ολόκληρο χωριό να λιντσάρει μια πενταμελή οικογένεια μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου; Η απάντηση βρίσκεται σε μια σκοτεινή ιστορία προδοσίας και αίματος που ξεκίνησε στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής και αποκαλύπτεται μέσα από το βιβλίο του βετεράνου αστυνομικού συντάκτη, Πάνου Σόμπολου, «Βεντέτες».
Η προδοσία: Μια οικογένεια στην υπηρεσία των Ναζί
Στο μικρό χωριό Σάρχος του Ηρακλείου, η οικογένεια του Μιχάλη Σ. δεν ήταν σαν τις άλλες. Ο πατέρας, η μητέρα Ελένη, οι κόρες Χαρίκλεια και Μαρία και ο γιος Σταύρος, επέλεξαν να συνεργαστούν με τον εχθρό. Έγιναν έμμισθοι πράκτορες των Γερμανών, καταδίδοντας τους συγχωριανούς τους. Οι δύο κόρες, μάλιστα, είχαν συνάψει ερωτικές σχέσεις με τον κατακτητή: η μία με Γερμανό αξιωματικό και η άλλη με Έλληνα συνεργάτη των Ναζί.
Η βεντέτα ξεκινά: "Το αίμα ζητά εκδίκηση"
Τον Ιούνιο του 1944, η αντίσταση αποφάσισε να δράσει. Αντάρτες εισέβαλαν στο σπίτι της Μαρίας και εκτέλεσαν τον δωσίλογο σύντροφό της. Σύμφωνα με τους άγραφους νόμους της βεντέτας, δεν πείραξαν τη γυναίκα.
Η οικογένεια όμως, αντί να σιωπήσει, ορκίστηκε εκδίκηση. Πήγαν στη γερμανική διοίκηση και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, έδωσαν μια λίστα με 40 ονόματα συγχωριανών τους, ζητώντας από τους Γερμανούς να πάρουν το αίμα τους πίσω.
Η αντίδραση των Ναζί ήταν άμεση και αδίστακτη. Ένα γερμανικό απόσπασμα έφτασε στο Σάρχος και, με την υπόδειξη των παιδιών της οικογένειας, συνέλαβε 50 άνδρες. Εκτέλεσαν τους 20 στην πλατεία του χωριού και άλλους 15 λίγο πιο έξω. Μέσα σε λίγες ώρες, 35 άνθρωποι έπεσαν νεκροί από τα γερμανικά αντίποινα, εξαιτίας της προδοσίας μιας και μόνο οικογένειας.
Η δίκη: Η απόφαση που έγινε σπίθα
Μετά την Απελευθέρωση, ήρθε η ώρα της δικαιοσύνης. Η οικογένεια των πέντε δωσιλόγων οδηγήθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο στο Ηράκλειο τον Οκτώβριο του 1945. Έξω από το δικαστήριο, είχαν μαζευτεί χιλιάδες οργισμένοι Κρητικοί, ανάμεσά τους οι μαυροφορεμένες γυναίκες του Σάρχου που είχαν χάσει τους δικούς τους.
Στις 30 Οκτωβρίου, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, η οποία έμελλε να γίνει η σπίθα που θα άναβε τη φωτιά:
Χαρίκλεια (η κόρη με τον Γερμανό αξιωματικό): Καταδικάστηκε σε θάνατο.
Μαρία (η άλλη κόρη): Ισόβια κάθειρξη.
Σταύρος (ο γιος): 3 χρόνια φυλάκιση.
Ελένη (η μητέρα): 4 χρόνια φυλάκιση.
Κωνσταντίνος (ο ανήλικος γιος): Αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών.
Για το πλήθος που ζητούσε «θάνατο σε όλους τους προδότες», η απόφαση ήταν μια προσβολή. Η οργή μετατράπηκε σε μανία.
Το λιντσάρισμα: Η "λαϊκή" δικαιοσύνη
Γύρω στη μία το μεσημέρι, το πλήθος ξέφυγε από τον κλοιό της χωροφυλακής. Οι πόρτες του δικαστηρίου έσπασαν. Δεκάδες εξαγριωμένοι συγγενείς των θυμάτων όρμησαν στο γραφείο όπου κρατούνταν οι πέντε κατηγορούμενοι.
Η σκηνή που ακολούθησε ήταν βγαλμένη από αρχαία τραγωδία. Όπως περιγράφει ο Πάνος Σόμπολος, «τους κατέσφαξαν, άνοιξαν το παράθυρο του γραφείου και τα κατακρεουργημένα πτώματά τους τα πέταξαν στο δρόμο».
Τα πτώματα και των πέντε, ακόμα και του αθωωθέντος ανηλίκου, μαζεύτηκαν και θάφτηκαν ανώνυμα σε έναν λάκκο. Οι τέσσερις Κρητικοί που κατηγορήθηκαν για το λιντσάρισμα, τελικά αθωώθηκαν.
Μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ
Η τραγωδία στο Σάρχος δεν ήταν απλώς μια πράξη αυτοδικίας. Ήταν η κορύφωση του πόνου και της οργής ενός λαού που είδε τους γείτονές του να τον προδίδουν. Ήταν, ταυτόχρονα, ένα σύμπτωμα της ευρύτερης αποτυχίας της μεταπολεμικής Ελλάδας να τιμωρήσει παραδειγματικά τους συνεργάτες των κατακτητών.
Με τις περισσότερες υποθέσεις δωσιλογισμού να καταλήγουν σε αθωώσεις ή ποινές-χάδι, το αίσθημα της ατιμωρησίας δηλητηρίασε την ελληνική κοινωνία για δεκαετίες. Η σφαγή στο δικαστήριο του Ηρακλείου παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές υπενθυμίσεις εκείνης της εποχής.
