Πώς μπορεί ένας φόνος να γίνει χωρίς κανένα κίνητρο; Αυτή η ερώτηση στοιχειώνει μέχρι και σήμερα μια από τις πιο παράξενες υποθέσεις στα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά. Ένας «φόνος κατά παραγγελία» που φαντάζει βγαλμένος από σενάριο αστυνομικού θρίλερ, αλλά συνέβη στην πραγματικότητα, αφήνοντας πίσω του πολλά ερωτήματα για την ανθρώπινη ψυχή.
Μια γνωριμία που οδήγησε στην τραγωδία
Η ιστορία ξεκίνησε με μια φαινομενικά απλή γνωριμία ανάμεσα στον Ματθαίο Μονσελά, έναν 39χρονο υπάλληλο πάρκινγκ, και την Γιόλα (Γεωργία) Βαγενά, μια 40χρονη οδοντίατρο. Μέσα από τις καθημερινές τους συζητήσεις, ο Μονσελάς έμαθε για το δράμα της Βαγενά: έναν δυστυχισμένο γάμο που την είχε οδηγήσει σε βαθιά απόγνωση και σκέψεις αυτοκτονίας.
Η Βαγενά, απογοητευμένη και χωρίς το κουράγιο να βάλει τέλος στη ζωή της μόνη της, έκανε μια αδιανόητη «πρόταση»: ζήτησε από τον Μονσελά να την σκοτώσει. Με τις νυχτερινές τους βόλτες, η πίεση προς τον Μονσελά γινόταν όλο και μεγαλύτερη, μέχρι που του έδωσε ένα όπλο για να ολοκληρώσει την «παραγγελία» της.
Το φονικό στο Μαρκόπουλο και η ομολογία
Το μοιραίο βράδυ της 11ης Ιανουαρίου 1994, το ζευγάρι κατέληξε σε έναν ερημικό δρόμο κοντά στο Μαρκόπουλο. Εκεί, η Βαγενά βγήκε από το αυτοκίνητο και με επιτακτικό τρόπο ζήτησε από τον Μονσελά να την πυροβολήσει. Εκείνος το έκανε, πυροβολώντας τρεις φορές από απόσταση δύο μέτρων. Πανικόβλητος, εγκατέλειψε το πτώμα και το όπλο, προσπαθώντας να επιστρέψει στην κανονικότητα.
Η Αστυνομία, μετά από σύντομη έρευνα, έφτασε στον Μονσελά. Αρχικά αρνήθηκε, αλλά σύντομα ομολόγησε το έγκλημα, υποστηρίζοντας ότι το έκανε από οίκτο και πως είχε προσπαθήσει να την τραυματίσει αντί να τη σκοτώσει, ελπίζοντας ότι αυτό θα ευαισθητοποιούσε τον σύζυγό της.
Μια δίκη χωρίς προηγούμενο
Το δικαστήριο βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, καθώς έπρεπε να κρίνει έναν φόνο «κατά παραγγελία» χωρίς οικονομικό κίνητρο. Η υπεράσπιση του Μονσελά υποστήριξε την ανθρωποκτονία με συναίνεση, αλλά το δικαστήριο δεν έκανε δεκτή αυτή τη γραμμή.
Ο Ματθαίος Μονσελάς καταδικάστηκε σε 12 χρόνια και 9 μήνες φυλάκισης, λαμβάνοντας το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Αποφυλακίστηκε το 1998, αλλά η ζωή του δεν επέστρεψε ποτέ στην κανονικότητα. Έζησε για χρόνια σε μια σπηλιά, ρακένδυτος, με το παράπονο ότι η κοινωνία δεν του έδωσε ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Μια τραγική κατάληξη για ένα έγκλημα που ακόμα και σήμερα παραμένει αναπάντητο.
