Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των αρχών του 20ού αιώνα, παράλληλα με τα πολεμικά μέτωπα, διεξαγόταν ένας άλλος, πιο σκοτεινός πόλεμος: η συστηματική εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών. Οι Νεότουρκοι, υπό τον Ταλαάτ, Ενβέρ και Τζεμάλ, έβλεπαν τους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Ασσύριους ως «εσωτερικό εχθρό». Η λύση τους ήταν τα Αμελέ Ταμπουρού (Amele Taburu) – επίσημα «τάγματα εργασίας», στην πραγματικότητα, τάγματα θανάτου.
Αυτή η ψυχρή στρατιωτική απόφαση αποτέλεσε το οργανωμένο πλαίσιο για τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, οδηγώντας σε έναν αργό και βασανιστικό θάνατο χιλιάδες άντρες, των οποίων η μνήμη ζει ακόμα στις προσφυγικές γειτονιές της Ελλάδας.
Η εντολή για την εξόντωση και ο ρόλος του Λίμαν φον Σάντερς
Το σύστημα των Ταγμάτων Εργασίας νομιμοποιήθηκε από τον Γερμανό στρατηγό Όθων Λίμαν φον Σάντερς (Otto Liman von Sanders), επικεφαλής της στρατιωτικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος είχε τον πλήρη έλεγχο του οθωμανικού στρατού από το 1913.
Ο φον Σάντερς πίστευε ότι οι χριστιανοί στρατιώτες θα μπορούσαν να προδώσουν την Αυτοκρατορία στους Συμμάχους. Έτσι, έδωσε τη σαφή διαταγή: να αφαιρεθούν τα όπλα από τους χριστιανούς και να μεταφερθούν σε «εργασίες υποστήριξης». Αυτή η στρατιωτική γραφειοκρατική πράξη άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο για τη μαζική εξόντωση. Όπως έγραψε αργότερα ο Αμερικανός πρέσβης Χένρι Μόργκενταου, ο φον Σάντερς γνώριζε πως τα τάγματα ήταν τάγματα θανάτου και παρόλα αυτά τα ενέκρινε.
Οι πορείες θανάτου και οι συνθήκες στα στρατόπεδα
Οι πρώτες στρατολογήσεις ξεκίνησαν το 1915-1916, παρασύροντας νέους άντρες από τη Σμύρνη, την Καππαδοκία και τον Πόντο σε πορείες με τα πόδια. Αυτές οι πορείες, που ο Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη, Γιώργος Χόρτον, χαρακτήρισε ως «φρικτή ακολουθία εν κινήσει», ήταν η πρώτη φάση της εξόντωσης:
- Έλλειψη εφοδίων: Η τροφή ήταν λιγοστή, το νερό ακόμα λιγότερο.
- Άμεσες εκτελέσεις: Όποιος κουραζόταν ή κατέρρεε ξυλοκοπούνταν ή εκτελούνταν επιτόπου από τους Τούρκους αξιωματικούς και χωροφύλακες.
Όσοι επέζησαν των πορειών οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας σε περιοχές όπως η Καισάρεια, η Σεβάστεια, το Εσκήσεχίρ και, αργότερα, στον Πόντο. Εκεί, δούλευαν 12 ώρες την ημέρα, χωρίς επαρκή εργαλεία, φτιάχνοντας δρόμους, γέφυρες και οχυρά. Η πείνα και η εξάντληση σκότωναν περισσότερο από τις σφαίρες. Οι νεκροί θάβονταν βιαστικά ή έμεναν άταφοι, μετατρέποντας κάθε «Αμελέ Ταμπουρού» σε κολαστήριο.
Το σύστημα επανήλθε με ακόμα μεγαλύτερη βαρβαρότητα από τον Κεμαλικό στρατό μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), όταν δεκάδες χιλιάδες άντρες της Σμύρνης και των παραλίων οδηγήθηκαν στα βάθη της Ανατολίας (Κιουτάχεια, Αφιόν Καραχισάρ, Άγκυρα).
Ιστορική αδικία και μνήμη
Υπολογίζεται ότι πάνω από 200.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας χάθηκαν στα Τάγματα Εργασίας, χωρίς να περιλαμβάνονται όσοι πέθαναν σε πορείες ή φυλακές. Μαζί με τους Αρμένιους και τους Ασσύριους, το μαρτύριό τους αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παρόλο που πρεσβείες και ο Ερυθρός Σταυρός γνώριζαν την έκταση της τραγωδίας, κανείς δεν παρενέβη. Ο Όττο Λίμαν φον Σάντερς, παρά τις εκκλήσεις των Ελλήνων, αφέθηκε ελεύθερος μετά από σύντομη κράτηση στη Μάλτα το 1920. Επέστρεψε στη Γερμανία, έγραψε τα απομνημονεύματά του χωρίς να αναφέρει τα εγκλήματα και πέθανε ήσυχα το 1929, ως ήρωας για τη χώρα του, χωρίς ποτέ να λογοδοτήσει.
Η μνήμη των θυμάτων, που δεν έχουν μνήμα, μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά στους απογόνους των προσφύγων. Στα προσφυγικά χείλη, το όνομα «Λίμαν» ακουγόταν με τρόμο, καθώς οι γιαγιάδες θυμούνταν: «Μας πήρε ο Λίμαν τα παιδιά». Η ιστορία, όμως, δεν ξέχασε.
