Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, συνδεδεμένη με το εμβληματικό «Όχι» που σηματοδότησε την είσοδο της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, η απόφαση δεν πάρθηκε από μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, αλλά από τον Ιωάννη Μεταξά, τον δικτάτορα της 4ης Αυγούστου, ενός καθεστώτος με σαφείς ιδεολογικές συμπάθειες προς τον Άξονα.
Γιατί, λοιπόν, ένας φασίστας ηγέτης επέλεξε να αντισταθεί σε μία άλλη φασιστική δύναμη; Ποια ήταν η πραγματική του σκέψη και η δική του εξήγηση για την ιστορική απάντηση;
Η στιγμή του τελεσίγραφου και η εξήγηση του Μεταξά
Στις 3:00 π.μ. της 28ης Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρέσβης, Εμανουέλε Γκράτσι, επέδωσε στον Μεταξά το τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Η Ιταλία ζητούσε την ελεύθερη διέλευση του στρατού της και την κατοχή στρατηγικών ελληνικών θέσεων (λιμάνια, αεροδρόμια) για «λόγους ασφαλείας». Ουσιαστικά, ζητούσε άνευ όρων υποταγή.
Η απάντηση του Μεταξά ήταν άμεση και κατηγορηματική. Σύμφωνα με τις καταγραφές, η εξήγηση του Μεταξά για την απόφαση να αντισταθεί βασιζόταν σε δύο βασικούς πυλώνες:
Η υπεράσπιση της εθνικής τιμής
Ο Μεταξάς θεωρούσε ότι η επιλογή δεν ήταν απλώς μεταξύ «πολέμου» ή «ειρήνης», αλλά μεταξύ πολέμου με αξιοπρέπεια και εξευτελιστικής υποταγής. Στα ημερολόγιά του και τις μεταγενέστερες δηλώσεις του, φαίνεται να πίστευε ακράδαντα ότι η αποδοχή των ιταλικών απαιτήσεων θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε:
- Συνεχείς ιταλικές απαιτήσεις: Ακόμη και αν η Ελλάδα δεχόταν το πρώτο τελεσίγραφο, οι Ιταλοί θα συνέχιζαν να ζητούν νέα εδάφη και κυριαρχικά δικαιώματα, οδηγώντας στην τελική εθνική διάλυση της χώρας.
- Ηθική κατάρρευση: Η άμεση υποταγή θα διέλυε το ηθικό του λαού και του στρατού, καθιστώντας οποιαδήποτε μελλοντική αντίσταση αδύνατη.
Για τον Μεταξά, η αντίσταση, ακόμη και με οδυνηρό κόστος, ήταν ο μόνος δρόμος για τη διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας και της ιστορικής συνείδησης.
Το γεωπολιτικό αδιέξοδο και ο Άγγλος βασιλιάς
Το δεύτερο, και ίσως καθοριστικότερο, στοιχείο ήταν η ρεαλιστική εκτίμηση της γεωπολιτικής κατάστασης. Ο Μεταξάς, παρά τις φασιστικές του ιδέες, ήταν υποχρεωμένος να λάβει υπόψη του:
- Την αγγλόφιλη ηγεσία: Ο ίδιος ο δικτάτορας ήταν δοτός από τον Βασιλιά Γεώργιο Β', ο οποίος ήταν σταθερά Αγγλόφιλος. Η ηγεσία του στρατού και τα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας ήταν προσκολλημένα στη βρετανική σφαίρα επιρροής, η οποία είχε κυριαρχήσει στην Ελλάδα από τους Βαλκανικούς Πολέμους.
- Την αναπόφευκτη βρετανική παρέμβαση: Μια απάντηση «Ναι» στην Ιταλία θα σήμαινε ρήξη με τη Μεγάλη Βρετανία. Η Βρετανία, με τον πανίσχυρο Βασιλικό Ναυτικό της (Royal Navy), θα επενέβαινε αμέσως, είτε μέσω αποκλεισμού είτε μέσω στρατιωτικής εισβολής, προκαλώντας εμφύλιο σπαραγμό και αναπόφευκτη πτώση του Μεταξά.
- Επιλογή της εθνικής ενότητας: Ο Μεταξάς επέλεξε να αποφύγει τη διχόνοια (όπως αυτή που σημάδεψε τον Εθνικό Διχασμό) και να συσπειρώσει το έθνος ενάντια σε έναν εξωτερικό εχθρό, μια επιλογή που του εξασφάλιζε τη στήριξη του Βασιλιά και τη συνοχή του στρατού.
Στην ουσία, το «Όχι» του Μεταξά ήταν η επιλογή του λιγότερο κακού σε ένα γεωπολιτικό αδιέξοδο, όπου η συμμαχική επιρροή και η εθνική υπερηφάνεια υπερίσχυσαν της ιδεολογικής συμπάθειας προς τον Άξονα.
Το παράδοξο του Δικτάτορα: Ιδεολογία vs. εθνικό συμφέρον
Το «Όχι» του 1940 αποτελεί το μεγαλύτερο παράδοξο του καθεστώτος Μεταξά. Ο δικτάτορας, που είχε καταργήσει τις πολιτικές ελευθερίες, φυλακίσει τους αντιφρονούντες και επιβάλει λογοκρισία, έμελλε να συμβολίσει την ελευθερία και την αντίσταση του ελληνικού λαού.
Η απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από τα κίνητρα του Μεταξά, επέτρεψε στον ελληνικό στρατό να πολεμήσει με ενότητα και να σημειώσει τις αρχικές νίκες που καθόρισαν την πορεία του πολέμου. Ο Μεταξάς, αναγκασμένος να υπηρετήσει το εθνικό συμφέρον και όχι την ιδεολογία, έγινε άθελά του το πρόσωπο μιας ηρωικής εποχής.
