Κάθε 28η Οκτωβρίου γιορτάζουμε το Έπος του 1940, το ιστορικό «Όχι» της Ελλάδας στην ιταλική απαίτηση και τις μεγάλες νίκες του Ελληνικού Στρατού στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η νίκη αυτή δεν ήταν μόνο μια στρατιωτική επιτυχία, αλλά μια εκδήλωση του αδούλωτου φρονήματος και της περηφάνιας του ελληνικού λαού, που δόθηκε κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Η απόφαση για την ιταλική εισβολή
Η απόφαση για την ιταλική εισβολή πάρθηκε στη Ρώμη στις 15 Οκτωβρίου 1940, σε σύσκεψη του δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι με την στρατιωτική ηγεσία, παρά την αντίθετη γνώμη πολλών στρατηγών, όπως ο Πιέτρο Μπαντόλιο. Ο Μουσολίνι, κινώντας ενάντια στη γνώμη του στρατού, όρισε τελικά ως ημερομηνία της επίθεσης την 28η Οκτωβρίου, με στόχο την αιφνιδιαστική κατάληψη στρατηγικών σημείων.
Οι δυνάμεις στο μέτωπο και η ελληνική άμυνα
Ο Ελληνικός Στρατός υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο προετοιμαζόταν για την επίθεση με το σχέδιο άμυνας «ΙΒ» (Ιταλία-Βουλγαρία). Παρότι ο Ιωάννης Μεταξάς είχε οχυρώσει τα σύνορα με τη Βουλγαρία (Οχυρά Μεταξά), ο αγώνας για εξοπλισμό ήταν αγώνας δρόμου.
Στην έναρξη του πολέμου, η ιταλική υπεροχή ήταν συντριπτική σε αριθμούς:
- Ιταλοί: Περίπου 100.000 άνδρες, 163 άρματα μάχης και 463 αεροσκάφη.
- Έλληνες: Μόλις 35.000 άνδρες, μηδενικά άρματα και 177 αεροσκάφη.
Η υπεροχή των Ιταλών ήταν μόνο υλική, καθώς δεν είχαν το ηθικό και το σθένος των Ελλήνων, οι οποίοι μάχονταν για την Πατρίδα, το σπίτι και το χωράφι τους.
Το ιστορικό «Όχι» και η μάχη της Πίνδου
Στις 3:00 π.μ. της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης Εμανουέλε Γκράτσι παρέδωσε το τελεσίγραφο στον Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. Η απάντηση του Μεταξά συμπυκνώθηκε στην ιστορική φράση «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».
Οι Ιταλοί ξεκίνησαν αμέσως τις επιθέσεις στην Ήπειρο και την Πίνδο, καθώς και βομβαρδισμούς σε άμαχες πόλεις (Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Κέρκυρα).
Στην Πίνδο, η επίλεκτη ιταλική μεραρχία αλπινιστών Τζούλια (10.800 άνδρες) αντιμετώπισε το ελληνικό Απόσπασμα Πίνδου υπό τον Συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη.
- Αρχικά, οι Ιταλοί εισέβαλαν σε χωριά, αλλά η άμεση ενίσχυση του Ελληνικού Στρατού και η αντεπίθεση οδήγησε στην ανακατάληψη των περιοχών.
- Η συντριβή της μεραρχίας Τζούλια ολοκληρώθηκε στη Βοβούσα στις 3 Νοεμβρίου, από την Μεραρχία Ιππικού που κάλυψε 300 χιλιόμετρα σε χρόνο ρεκόρ.
- Οι γυναίκες της Πίνδου ανέλαβαν ηρωικά τον ανεφοδιασμό, μεταφέροντας πολεμοφόδια στα βουνά, ακόμη και 18 ώρες δρόμο, αφήνοντας πίσω τους παιδιά και γέρους.
Η ελληνική αντεπίθεση και το έπος του 731
Μετά την αποτυχία της ιταλικής επίθεσης, ο ελληνικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση με στόχο την κατάληψη της Κορυτσάς. Η αντεπίθεση ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου, με σκληρές μάχες στα οχυρά της Μοράβας και της Κλεισούρας.
- Ύψωμα 731: Η πιο άγρια μάχη γράφτηκε στο Ύψωμα 731, βόρεια της Κλεισούρας. Εκεί, οι Τρικαλινοί και Σερραίοι υπερασπιστές αντιμετώπισαν με αυτοθυσία τα επίλεκτα φασιστικά τμήματα (Μελανοχίτωνες) του Μουσολίνι, χρησιμοποιώντας συχνά την τακτική της λόγχης και της χειροβομβίδας. Το ύψωμα δέχτηκε 100.000 βλήματα σε 2,5 ώρες, αλλά έμεινε στον ελληνικό έλεγχο.
- Εαρινή επίθεση Μουσολίνι: Ο Μουσολίνι, έχοντας γίνει παγκόσμιο ανέκδοτο λόγω των ηττών, έφτασε στην Αλβανία τον Μάρτιο του 1941 για να ηγηθεί προσωπικά της επιχείρησης «Πριμαβέρα» με 25 μεραρχίες, η οποία επίσης απέτυχε.
Ο άλλος εχθρός: Κρύο και απώλειες
Ο «άλλος» και ίσως πιο αδυσώπητος εχθρός των Ελλήνων στρατιωτών ήταν ο βαρύς χειμώνας του 1940-41.
- Το κρύο έθεσε εκτός μάχης χιλιάδες άντρες, οι οποίοι πολεμούσαν σε υψόμετρα που ξεπερνούσαν τα 2.000 μέτρα.
- Τα κρυοπαγήματα ήταν πρωτόγνωρα και προκάλεσαν φρικτές στιγμές στα ορεινά χειρουργεία, οδηγώντας σε ακρωτηριασμούς των κάτω άκρων σε πολλές περιπτώσεις.
Το τέλος του έπους και η παρακαταθήκη
Η νικηφόρα πορεία του Ελληνικού Στρατού έλαβε τέλος όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα στις 7 Απριλίου 1941, αναγκάζοντας τη χώρα να αντιμετωπίσει δύο εχθρούς σε δύο μέτωπα. Στις 20 Απριλίου 1941, ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον γερμανικό στρατό.
Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος στοίχισε τη ζωή σε περίπου 15.000 Έλληνες νεκρούς, με πολλούς να παραμένουν άταφοι στη Βόρεια Ήπειρο. Η διαδικασία ανεύρεσης και ταφής των πεσόντων στρατιωτών μας ξεκίνησε μετά από συμφωνία με την Αλβανία το 2018.
.jpg)