Η ιστορία του δοκιμιογράφου Περικλή Γιαννόπουλου και της ζωγράφου Σοφίας Λασκαρίδου είναι μία από τις πιο παθιασμένες και τραγικές ερωτικές ιστορίες των αρχών του 20ού αιώνα στην Ελλάδα. Ο έρωτάς τους, που γεννήθηκε στην Καλλιθέα και στην Ακρόπολη, είχε ως μοναδικό, προδιαγεγραμμένο τέλος τον θάνατο, αντανακλώντας τις βαθιές φιλοσοφικές πεποιθήσεις του Γιαννόπουλου.
Η γνωριμία στην Καλλιθέα
Ο Περικλής Γιαννόπουλος (λογοτέχνης, μεταφραστής και πατέρας του κινήματος του Ελληνοκεντρισμού) και η Σοφία Λασκαρίδου (η πρώτη γυναίκα που φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών) συναντήθηκαν τυχαία το 1899 στην Καλλιθέα, κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου. Η έλξη ήταν άμεση και αμοιβαία.
- Η ομορφιά ως ιδανικό: Ο Γιαννόπουλος, ένας άνδρας με έντονη προσωπικότητα και βαθιά αγάπη για το ελληνικό φως, ενθουσιαζόταν με την ομορφιά της Λασκαρίδου.
- Η Ακρόπολη ως καταφύγιο: Τα ραντεβού τους ήταν περιπλανήσεις στην Αττική, με συχνές επισκέψεις στην Ακρόπολη και στο εκκλησάκι του Αη Δημήτρη, όπου ο Γιαννόπουλος ένιωθε πιο κοντά στο ιδανικό του.
Η σύγκρουση: Έρωτας εναντίον ελευθερίας και τέχνης
Ο Γιαννόπουλος ζήτησε από τον πατέρα της Λασκαρίδου το χέρι της, αλλά έλαβε μια ευγενική, πλην όμως ψυχρή άρνηση. Ο πατέρας της, όπως και η ίδια η Σοφία, πίστευαν ότι η αφοσίωση στην τέχνη και η ελευθερία ήταν πάνω από τον έρωτα:
- Η άρνηση γάμου: Η Σοφία δεν βιαζόταν, πιστεύοντας στον έρωτα χωρίς νομικά πλαίσια.
- Η θυσία για την τέχνη: Η Λασκαρίδου αγωνίστηκε για να σπουδάσει. Μετά από συνάντηση με τον βασιλιά Γεώργιο, ο νόμος καταργήθηκε το 1903 και έγινε η πρώτη Ελληνίδα φοιτήτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1907 κέρδισε υποτροφία για σπουδές στο Μόναχο.
Ο Γιαννόπουλος, αν και παραπονέθηκε, σεβάστηκε την απόφασή της να φύγει, αλλά αρνήθηκε να την ακολουθήσει, καθώς δεν μπορούσε να αποχωριστεί την Ελλάδα και την Ακρόπολη.
Η «υπέρτατη ηδονή» του θανάτου
Ο Γιαννόπουλος συχνά μιλούσε για τον θάνατο, θεωρώντας τον την «υπέρτατη ηδονή» και την απόλυτη γαλήνη. Σε μία τους συνάντηση στον Σκαραμαγκά, λίγο πριν την αναχώρηση της Σοφίας, της αποκάλυψε το σχέδιό του:
«Αν σε χάσω ποτέ… θα αυτοκτονήσω στο μέρος αυτό. Θα φύγω μυστικά και ωραία, θα εξαφανιστώ...»
Τα τελευταία χρόνια της μοναξιάς του, εντάθηκε η αποθάρρυνση, καθώς τα βιβλία του δεν είχαν την αναμενόμενη απήχηση και ένιωθε «μόνος και ξεκρέμαστος» στα 49 του χρόνια.
Η σκηνοθετημένη αυτοκτονία
Τη Μεγάλη Πέμπτη του 1910, ο Γιαννόπουλος σκηνοθέτησε το θάνατό του σύμφωνα με το ιδανικό που είχε περιγράψει στον φίλο του:
- Μπήκε καβάλα σε ένα άλογο φορώντας άσπρα ρούχα στη θάλασσα του Σκαραμαγκά.
- Αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι.
- Το άλογο βγήκε στη στεριά, ενώ ο ίδιος χάθηκε στη θάλασσα.
Η σορός του ξεβράστηκε 13 ημέρες μετά. Η Αθήνα συγκλονίστηκε από το πρωτοφανές γεγονός.
Η αντίδραση της Σοφίας
Η Σοφία Λασκαρίδου έμαθε για τον χαμό του στο τρένο, επιστρέφοντας από το Μόναχο. Πήγε στον Σκαραμαγκά την ημέρα που η θάλασσα ξέβρασε τη σορό του, περιγράφοντας στα απομνημονεύματά της:
«Είχε περάσει 13 ημέρες στη θάλασσα, αλλά ήταν πάντα ωραίος. Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου και το φίλησα...»
Η Σοφία αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κόβοντας την καρωτίδα της, αλλά τη σταμάτησε η μητέρα της. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της και επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έζησε μέχρι τα 89 της χρόνια, στο πατρικό της σπίτι στην οδό Λασκαρίδου και Φιλαρέτου στην Καλλιθέα, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας.
