Το όνομα Σάντα Άμπε (Abe Sada) στοιχειώνει ακόμα τις σελίδες της ιστορίας του ιαπωνικού εγκλήματος, συνδεδεμένο με μια απέραντη σεξουαλική διαστροφή, αίμα και θάνατο που σόκαρε τη συντηρητική κοινωνία της δεκαετίας του 1930. Η ιστορία της, μιας πρώην γκέισας, πόρνης και σερβιτόρας, είναι συνώνυμη με το φρικτό έγκλημα που διέπραξε: έπνιξε τον εραστή της, Κιτσίτσο Ισίντα, κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, τον ευνούχισε και πήρε μαζί της τα γεννητικά του όργανα ως ένα μακάβριο, ερωτικό ενθύμιο.
Η ζωή της Σάντα Άμπε ξεκίνησε με σκληρό τρόπο, καθώς σε ηλικία μόλις 15 ετών υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από συγγενή της. Ο πατέρας της, στην προσπάθειά του να σβήσει την ντροπή, πούλησε τη νεαρή Σάντα σε οίκο εκπαίδευσης για γκέισες. Εκείνη, όμως, εκδιώχθηκε λόγω του «κακού χαρακτήρα» της, με αποτέλεσμα τα επόμενα χρόνια να ασκήσει το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου στην Οσάκα. Όλα άλλαξαν όταν έπιασε δουλειά σε εστιατόριο και γνωρίστηκε με τον εργοδότη της, Κιτσίτσο Ισίντα, έναν ευκατάστατο εστιάτορα. Η Άμπε τον ερωτεύτηκε με πάθος, αλλά η ζήλια της για τη σύζυγο του Ισίντα έγινε αφόρητη.
Η σχέση του παράνομου ζευγαριού κυλούσε με ένταση, ώσπου η Σάντα παρακολούθησε μια παράσταση όπου μία γκέισα απειλούσε τον εραστή της με μαχαίρι. Η εικόνα την εντυπωσίασε και την ηδόνισε τόσο, ώστε την επόμενη μέρα αγόρασε η ίδια ένα μαχαίρι και έπεισε τον Ισίντα να το χρησιμοποιήσουν στα ερωτικά τους παιχνίδια. Μετά από σαράντα οκτώ ώρες αχαλίνωτου σεξουαλικού ντελίριου, στο οποίο το μαχαίρι είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, η Άμπε τύλιξε τη ζώνη του κιμονό της γύρω από τον λαιμό του Ισίντα. Η πράξη επαναλήφθηκε αρκετές φορές εκείνη τη νύχτα. Ενώ ο Ισίντα κοιμόταν βαριά, έχοντας πάρει ηρεμιστικά, η Άμπε τύλιξε για τελευταία φορά τη ζώνη γύρω από τον λαιμό του και τον στραγγάλισε. Αργότερα ομολόγησε ότι ένιωσε «ανακούφιση» και «απερίγραπτο συναίσθημα ελευθερίας».
Το αποκορύφωμα της φρίκης ήρθε αμέσως μετά. Αφού παρέμεινε πλάι στον νεκρό εραστή της για ώρες, αποφάσισε να του κόψει τα γεννητικά όργανα με το μαχαίρι, τα τύλιξε σε μια σελίδα περιοδικού και τα πήρε μαζί της. Με το αίμα του, έγραψε στον καθρέφτη του δωματίου τη φράση «Σάντα και Κιτσίτσο», φόρεσε το εσώρουχο του νεκρού και χάθηκε στην πρωινή ομίχλη. Όταν ανακαλύφθηκε το πτώμα, η αστυνομία εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό. Η Άμπε, παρόλο που δεν προσπάθησε να κρυφτεί, βρέθηκε δύο μέρες αργότερα σε ένα ξενοδοχείο. Όταν παραδόθηκε, εξήγησε την αποτρόπαιη πράξη της με μια φράση που έμεινε στην ιστορία: «Τον αγαπούσα τόσο πολύ που τον ήθελα ολότελα δικό μου».
Η δίκη της Σάντα Άμπε υπήρξε η πλέον πολύκροτη και σεξουαλικά φορτισμένη της δεκαετίας του '30 στην Ιαπωνία. Παρότι κρίθηκε ένοχη για το ειδεχθές έγκλημα, καταδικάστηκε σε μόλις έξι χρόνια φυλάκισης, αποφυλακιζόμενη στα τέσσερα. Η απεχθής της πράξη δεν ξεχάστηκε, αλλά μετατράπηκε σε έναν σκοτεινό μύθο. Η Άμπε έγινε διασημότητα μετά την αποφυλάκισή της, έγραψε βιβλίο, έδωσε συνεντεύξεις και συζητούσε για το «Περλ Χάρμπορ» και την «ερεβώδη βραδιά» της. Η ιστορία της ενέπνευσε συγγραφείς, ποιητές, αλλά και τον κινηματογράφο, με αποκορύφωμα την υπερ-τολμηρή ταινία του Ναγκίσα Όσιμα, «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων». Η ίδια η Άμπε πέθανε μόνη το 1971 σε ένα μοναστήρι, συντροφιά με τις παραληρηματικές της αναμνήσεις. Το πιο παράξενο, ωστόσο, συνέβη μετά τον θάνατό της: το πέος και οι όρχεις του άτυχου εραστή, που εκτίθονταν για χρόνια στο Ανατομικό Μουσείο του Πανεπιστημίου του Τόκιο, εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι η ίδια η Σάντα τα είχε κλέψει για να τα έχει μαζί της για πάντα.
.jpg)