Η Ελισάβετ Μπάθορι (Elizabeth Báthory) παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο διαβόητες και αιμοδιψείς φιγούρες στην ιστορία της ανθρωπότητας, κερδίζοντας τον ανατριχιαστικό τίτλο της «Κόμισσας του Αίματος». Γεννημένη σε μία από τις ισχυρότερες και πλουσιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Ουγγαρίας τον 16ο αιώνα, η Μπάθορι ήταν μία γυναίκα με τεράστια πολιτική επιρροή και δύναμη. Μετά τον γάμο της με τον Φέρεντς Νάνταζντι, η ζωή της επικεντρώθηκε στο επιβλητικό κάστρο Τσάχτιτσε, το οποίο έμελλε να γίνει ο τόπος διεξαγωγής των φρικιαστικότερων εγκλημάτων που αποδόθηκαν ποτέ σε γυναίκα.
Οι κατηγορίες που βάραιναν την Κόμισσα ήταν τρομακτικές και αφορούσαν τη συστηματική κακοποίηση, βασανισμό και δολοφονία εκατοντάδων νεαρών κοριτσιών, κυρίως υπηρετριών και φτωχών κοπέλων που προσλάμβανε στο κάστρο της. Λέγεται ότι η Μπάθορι διέπραττε τις αποτρόπαιες πράξεις της για χρόνια, με την βοήθεια πιστών συνεργατών, και οι φήμες για τη σαδιστική της φύση εξαπλώθηκαν πέρα από τα τείχη του κάστρου. Ωστόσο, η πιο διαδεδομένη και ανατριχιαστική πτυχή του μύθου της είναι η εμμονή της με την αιώνια ομορφιά και νιότη, η οποία την οδήγησε, σύμφωνα με τον θρύλο, στο να λούζεται στο αίμα των παρθένων θυμάτων της, πιστεύοντας ότι έτσι θα διατηρούσε τη λάμψη της.
Οι επίσημες έρευνες ξεκίνησαν το 1610, έπειτα από διαταγή του Βασιλιά Ματθία Β΄ της Ουγγαρίας, ο οποίος πείστηκε από τις καταγγελίες και την εξαφάνιση πολλών κοριτσιών. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ενδείξεις βασανιστηρίων και πτώματα στο κάστρο Τσάχτιτσε, ενώ οι καταθέσεις των μαρτύρων και των συνεργατών της Μπάθορι έφεραν στο φως έναν συγκλονιστικό αριθμό θυμάτων, ο οποίος, αν και αμφισβητείται ιστορικά, εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 300 και 650. Παρόλο που οι τέσσερις κύριοι συνεργάτες της δικάστηκαν και εκτελέστηκαν, η Μπάθορι, λόγω του υψηλού κοινωνικού της κύρους και της επιρροής της οικογένειάς της, δεν δικάστηκε ποτέ δημόσια.
Η τιμωρία της ήταν διαφορετική, αλλά εξίσου οριστική: τέθηκε σε κατ’ οίκον ισόβια κάθειρξη μέσα σε ένα δωμάτιο του δικού της κάστρου, με τον τοίχο να χτίζεται γύρω της, αφήνοντας μόνο μια μικρή σχισμή για να της περνούν φαγητό και νερό. Η Κόμισσα του Αίματος πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1614, παραμένοντας αιχμάλωτη στις δικές της φρικαλεότητες. Η ιστορία της Ελισάβετ Μπάθορι, με τα στοιχεία του ιστορικού γεγονότος να μπλέκονται άρρηκτα με τον σκοτεινό λαϊκό φόβο, έχει παγιωθεί στον δυτικό πολιτισμό, εμπνέοντας αμέτρητα έργα, και αποτελεί ένα διαχρονικό σύμβολο του απόλυτου κακού και της αριστοκρατικής διαστροφής.
