Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944), η Ελλάδα ανέδειξε ήρωες, αλλά και δωσίλογους που συμμάχησαν με τον βάρβαρο κατακτητή. Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και διαβόητες φιγούρες αυτής της περιόδου ήταν ο Νικόλαος Μπουραντάς, αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας.
Ο Μπουραντάς όχι μόνο συνεργάστηκε στενά με τις δυνάμεις κατοχής, αλλά, προς την οργή του λαού, αθωώθηκε μεταπολεμικά και έκανε μια εντυπωσιακή καριέρα στην πολιτική και την κρατική μηχανή.
Από τη Νομική Σχολή στους «Μπουραντάδες»
Ο Νικόλαος Μπουραντάς (γενν. 1900) σπούδασε στη Νομική Σχολή και κατατάχθηκε στην Αστυνομία Πόλεων το 1921. Κατά την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά (1939), έφερε τον βαθμό του Αστυνόμου και ήταν Διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών.
Η φήμη του συνδέθηκε με το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων που οργάνωσε και διοικούσε. Οι 700 άνδρες αυτής της μονάδας έγιναν ευρέως γνωστοί ως «Μπουραντάδες».
Ο αρχιβασανιστής της Κατοχής
Με την έλευση των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών το 1941, ο Μπουραντάς και η μονάδα του μετατράπηκαν σε εγχώριους συνεργάτες των Ναζί, με καθήκοντα πολύ πιο σκοτεινά από τα αστυνομικά.
- Συνεργασία σε επιχειρήσεις: Οι «Μπουραντάδες» συμμετείχαν μαζί με τους Γερμανούς σε «καθαριστικές» επιχειρήσεις κατά αντιστασιακών ομάδων στα προάστια της Αθήνας (Καλλιθέα, Βύρωνας, Κοκκινιά, Καισαριανή).
- Συλλήψεις και βασανιστήρια: Θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για συλλήψεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις πραγματικών ή υποτιθέμενων αντιστασιακών. Συνήθως, συνέλαβαν τους υπόπτους και τους παρέδιδαν στις αρχές κατοχής, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να βασανίζονται, να εκτελούνται ή να στέλνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο Μπουραντάς έμεινε στη συνείδηση του εξαθλιωμένου λαού των Αθηνών ως ο αρχιβασανιστής.
Η σκανδαλώδης αθώωση και η οργή του λαού
Μετά την απελευθέρωση, ο Νικόλαος Μπουραντάς οδηγήθηκε στο Ειδικό Πρωτοδικείο Αθηνών για Δοσίλογους (Νοέμβριος 1945) με βαρύ κατηγορητήριο για προδοτικό ρόλο, συνεργασία με τους Ναζί, βασανισμούς και φόνους πατριωτών. Μεταξύ των κατηγόρων ήταν και ο γνωστός αγωνιστής Μανώλης Γλέζος.
Παρά τα συντριπτικά στοιχεία, ο δικαστής Δημήτριος Γκολφινόπουλος αθώωσε τον Μπουραντά (27 Νοεμβρίου 1945).
Η υπερασπιστική γραμμή υποστήριξε ότι οι «Μπουραντάδες» κατέστειλαν την αντίσταση για να σώσουν τον ελληνικό πληθυσμό από την ολοκληρωτική επιβολή των κατακτητών και ότι ο ίδιος δρούσε υπό την απειλή της ζωής του. Η κοινή δράση με τους κατακτητές σε μπλόκα, όπως αυτό της Καλλιθέας, χαρακτηρίστηκε ως «ατυχής σύμπτωση».
Η αθώωση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και την οργή του ελληνικού λαού, ο οποίος αδυνατούσε να δεχτεί ότι ένας από τους δημίους του παρέμεινε ατιμώρητος.
Από δωσίλογος σε βουλευτής
Η ατιμωρησία του Μπουραντά δεν σταμάτησε εκεί. Όχι μόνο παρέμεινε ελεύθερος, αλλά προήχθη ξανά σε επικεφαλής της Αστυνομίας Πόλεων.
Η κορύφωση της πολιτικής του ανέλιξης ήρθε το 1950, όταν έθεσε υποψηφιότητα με το κόμμα «Ελληνική Αναγέννηση» του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη (πρώην υπουργού Ασφάλειας της δικτατορίας Μεταξά).
Ο άλλοτε συνεργάτης των κατακτητών κατάφερε να εκλεγεί Βουλευτής του νομού Αττικοβοιωτίας, εκπροσωπώντας πλέον τον ελληνικό λαό στη Βουλή των Ελλήνων.
Ο Νικόλαος Μπουραντάς ολοκλήρωσε την αξιοσημείωτη καριέρα του ως Αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Ελλάδος (1959-1960) και πέθανε το 1981, παραμένοντας μία από τις πιο αμφιλεγόμενες φιγούρες της νεοελληνικής ιστορίας, ως σύμβολο της ατιμωρησίας της μεταπολεμικής περιόδου.
.jpg)