Η ιστορία του Φωκά ξεκινά το 602 μ.Χ. ως μια ελπίδα για τον λαό της Κωνσταντινούπολης. Ένας απλός εκατόνταρχος που επιλέχθηκε με κλήρο από τις επαναστατημένες λεγεώνες, ο Φωκάς έγινε Αυτοκράτορας με τις επευφημίες του πλήθους, το οποίο κατηγορούσε τον προκάτοχό του, Μαυρίκιο, για την πείνα και τις οικονομικές επιβαρύνσεις. Ωστόσο, η πρώτη του πράξη έδειξε το πραγματικό πρόσωπο του ελευθερωτή: διέταξε τον αφανισμό ολόκληρης της οικογένειας του Μαυρίκιου. Μπροστά στα μάτια του, αποκεφαλίστηκαν οι πέντε γιοι του, ενώ λέγεται ότι από την πληγή του μικρότερου έτρεξε αίμα και γάλα. Ακολούθησε η εκτέλεση του ίδιου του Μαυρίκιου, με τα κεφάλια τους να καρφώνονται σε πάσσαλους. Αυτή η σφαγή ήταν απλώς η αρχή μιας οκταετούς διακυβέρνησης που μεταμόρφωσε τον Φωκά στον πιο μακάβριο τύραννο που γνώρισε το Βυζάντιο.
Με την αυτοκρατορική οικογένεια εκτός παιχνιδιού, ο Φωκάς ξεκίνησε ένα κύμα εκκαθαρίσεων εναντίον κάθε ικανού στρατηγού και αξιωματούχου που θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή, όπως ο αδερφός του Μαυρίκιου, Πέτρος, και ο στρατηγός Κομεντίολος, του οποίου το σώμα αφέθηκε ως τροφή για τα σκυλιά. Ακόμη και ο Ναρσής, ένας ήρωας των Περσικών πολέμων που επαναστάτησε, πείστηκε να παραδοθεί με αυτοκρατορικούς όρκους, μόνο για να δει τον Φωκά να αθετεί την υπόσχεσή του και να διατάσσει τον Ναρσή να καεί ζωντανός. Ο Φωκάς ήταν εξίσου σκληρός με τον ίδιο τον λαό. Το 608 μ.Χ., μετά από προσβολές που δέχτηκε στον Ιππόδρομο («Ανάτυλο Φωκά, πάλι τον κάυκο ἔπιες, πάλι τὸν νοῦν ἀπώλεσες»), διέταξε τη σφαγή των παρευρισκομένων. Οι πηγές αναφέρουν πάνω από 3.000 εκτελέσεις ή ακρωτηριασμούς, με τα θύματα να πνίγονται σε σακιά ή να ακρωτηριάζονται, με τα μέλη τους να εκτίθενται δημοσίως. Η αντίδρασή του σε μια βίαιη εξέγερση στην Αντιόχεια ήταν εξίσου οργισμένη: διόρισε τον Κομενταλή Ανατολής, έναν στρατηγό με ιδιαίτερα κακόβουλο χαρακτήρα ονόματι Βονόσο, ο οποίος προέβη σε μαζικές εκτελέσεις με φρικτούς τρόπους, χρησιμοποιώντας αγρία θηρία και επεκτείνοντας τις βαρβαρότητες ακόμη και εναντίον μοναχών και γυναικείων μοναστηριών.
Η παράνοια του Φωκά τον οδήγησε σε ακόμη πιο ακραίες πράξεις. Όταν αποκαλύφθηκε μια συνωμοσία εναντίον του, ο Φωκάς διέταξε τον σκληρό βασανισμό της Κωνσταντίνας, χήρας του Μαυρίκιου, και την εκτέλεσή της, μαζί με τις τρεις κόρες της, στο ίδιο σημείο όπου είχε εκτελέσει τον άντρα και τους γιους της. Το τέλος των συνωμοτών, ωστόσο, ήταν το πιο μακάβριο όλων. Ο Ελπίδιος, ένας από τους συνομότες, βασανίστηκε με διαταγή να του ξεριζώσουν τη γλώσσα, να του κόψουν τα χέρια και τα πόδια, να τον περιφέρουν ως αξιοθέατο μέσα στην πόλη και, τέλος, να του βγάλουν τα μάτια. Αφού ήταν ανήμπορος να δει, να κουνηθεί ή να μιλήσει, τοποθετήθηκε σε μια βάρκα που σπρώχθηκε στη θάλασσα και πυρπολήθηκε. Άλλοι συνομότες βασανίστηκαν με τοξοβολία και κρεμάστηκαν σε πασσάλους.
Η τυραννία του Φωκά έφτασε στο τέλος της όταν ο Ηράκλειος επαναστάτησε. Ο Φωκάς και ο έμπιστός του Λεόντιος, σε μια πράξη εκδίκησης και χάους, άρπαξαν το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο και πέταξαν όλα τα χρήματα στη θάλασσα. Ο λαός τελικά εισέβαλε στο παλάτι. Ο Φωκάς συνελήφθη από τον Φώτιο, του οποίου τη γυναίκα είχε βιάσει, και οδηγήθηκε ενώπιον του Ηράκλειου. Στον περίφημο διάλογο, όταν ο Ηράκλειος τον ρώτησε: «Με αυτό τον τρόπο άθλιε κυβέρνησες;», ο Φωκάς απάντησε: «Εσύ πιστεύεις θα κυβερνήσεις καλύτερα;». Μετά από αυτό, ο Ηράκλειος διέταξε τον Φωκά να διαμελιστεί: πρώτα κόπηκαν τα χέρια και τα πόδια του, μετά οι βραχίονες, αφαιρέθηκαν τα γεννητικά του όργανα λόγω των βιασμών, και τέλος, αποκεφαλίστηκε, όπως είχε κάνει και αυτός στον Μαυρίκιο. Το κεφάλι και το δεξί του χέρι περιφέρθηκαν στην πόλη. Το σώμα του, μαζί με τον Λεόντιο, σύρθηκε στους δρόμους, και τελικά κάηκαν όλοι στον Ιππόδρομο. Ο Φωκάς άφησε πίσω του μια αυτοκρατορία με άδεια ταμεία, έναν αποδεκατισμένο στρατό και τη φήμη του χειρότερου ηγέτη, με τους κατοίκους να πιστεύουν ότι ήταν η θεία τιμωρία για τις αμαρτίες τους.
.jpg)