Η περιοχή του Barking στο Ανατολικό Λονδίνο έζησε έναν εφιάλτη μεταξύ του 2014 και του 2015, όταν τέσσερις νεαροί άνδρες βρέθηκαν νεκροί σε κοντινές τοποθεσίες, με παρόμοιο και ύποπτο τρόπο. Ο Γκάμπριελ Κοβάρι, ο Άντονι Ουάλγκεϊτ, ο Ντάνιελ Γουίτγουορθ και ο Τζακ Τέιλορ, όλοι τους μέλη της ομοφυλοφιλικής κοινότητας, κατέληξαν από υπερβολική δόση της ουσίας GHB, γνωστής και ως «ναρκωτικό του βιασμού». Παρά τις ενδείξεις, τη μικρή απόσταση ανάμεσα στα σημεία ανεύρεσης των σορών και την ίδια αιτία θανάτου, η τοπική αστυνομία αντιμετώπισε αρχικά τις υποθέσεις ως συμπτώσεις, αυτοκτονίες ή θανάτους που σχετίζονταν με την κατάχρηση ναρκωτικών, αφήνοντας έναν κατά συρροή δολοφόνο ελεύθερο να συνεχίσει το έργο του.
Η τραγική αμέλεια των αρχών του Barking και του Dagenham επέτρεψε στον δράστη, Στήβεν Πορτ, να χτυπήσει ξανά. Ο Πορτ, ένας μοναχικός άνδρας με περίεργη προσωπικότητα και βαθιά κόμπλεξ, χρησιμοποιούσε ψεύτικα προφίλ σε gay εφαρμογές γνωριμιών όπως το Grinder και το Sleepy Boy για να προσεγγίσει τα θύματά του. Τα ναρκωνόταν με GHB και στη συνέχεια τα κακοποιούσε σεξουαλικά. Όταν πέθαιναν, ο Πορτ πετούσε τα πτώματα σε κοντινά σημεία—ένα κοιμητήριο, ένα πάρκο—αγνοώντας τη φρίκη των πράξεών του. Σε μία περίπτωση, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να γράψει ένα ψεύτικο σημείωμα αυτοκτονίας για τον Ντάνιελ Γουίτγουορθ, προσπαθώντας να συνδέσει τον θάνατό του με εκείνον του Κοβάρι και να ισχυροποιήσει τη θεωρία της αυτοκτονίας, κάτι που οι αστυνομικοί αποδέχτηκαν χωρίς περαιτέρω έλεγχο του γραφικού χαρακτήρα.
Ωστόσο, η αλήθεια ήρθε στο φως χάρη στην ακατάβλητη επιμονή των οικογενειών και των φίλων των θυμάτων. Ο Τζον Πέιπ, πρώην συγκάτοικος του Γκάμπριελ Κοβάρι, δεν πείστηκε ποτέ για την αυτοκτονία του φίλου του και άρχισε τη δική του διαδικτυακή έρευνα. Οι αδελφές του Τζακ Τέιλορ, Ντόνα και Τζεν, αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι ο αδελφός τους έκανε χρήση ναρκωτικών. Μετά από αφόρητες πιέσεις προς την αστυνομία, κατάφεραν να δουν υλικό από κάμερες ασφαλείας, ανακαλύπτοντας πως ο Τζακ δεν ήταν μόνος του πριν τον θάνατό του, όπως ισχυρίζονταν οι αρχές. Η επιμονή τους οδήγησε στη δημοσιοποίηση του βίντεο και, τελικά, στην αναγνώριση του Πορτ από γνωστούς του.
Η σύλληψη του Στήβεν Πορτ δεν άργησε να έρθει. Στην κατοχή της αστυνομίας βρισκόταν ήδη το DNA του, καθώς είχε συλληφθεί το 2014 για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης στην υπόθεση του Άντονι Ουάλγκεϊτ, όταν παραδέχτηκε ότι μετέφερε το πτώμα του Άντονι έξω από το σπίτι του. Το DNA του Πορτ ταυτοποιήθηκε και στο μπλε σεντόνι που βρέθηκε δίπλα στη σορό του Ντάνιελ Γουίτγουορθ. Η έρευνα μεταφέρθηκε στη Μητροπολιτική Αστυνομία, η οποία διενήργησε μια εις βάθος έρευνα. Ο υπολογιστής του Πορτ, ο οποίος είχε επιστραφεί σε αυτόν αμέσως μετά την πρώτη του σύλληψη, αποκάλυψε αναζητήσεις για «ναρκωτικό βιασμού», «πόρνο με βιασμούς» και «υποτακτικά αγόρια», επιβεβαιώνοντας τα άρρωστα κίνητρά του.
Τον Νοέμβριο του 2016, ο Στήβεν Πορτ κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία των τεσσάρων νεαρών ανδρών, καθώς και για ναρκώσεις, δηλητηριάσεις και σεξουαλικές επιθέσεις σε άλλους επτά. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, χωρίς τη δυνατότητα αποφυλάκισης, κλείνοντας έτσι οριστικά την ιστορία του κατά συρροή δολοφόνου του Barking. Η υπόθεση αυτή αποτελεί μια σκοτεινή υπενθύμιση όχι μόνο του κινδύνου των διαδικτυακών γνωριμιών με αγνώστους, αλλά και της καταστροφικής συνέπειας που μπορεί να έχει η αστυνομική αδιαφορία και η έλλειψη διασύνδεσης πληροφοριών, ειδικά όταν πρόκειται για τα μέλη ευάλωτων κοινοτήτων.
.jpg)