Η κωμόπολη του Μελιγαλά, στη Μεσσηνία, παραμένει ογδόντα χρόνια μετά το Σεπτέμβριο του 1944, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γνωστή για ένα και μόνο πράγμα: την περιβόητη πηγάδα της. Το ερώτημα που διχάζει μέχρι και σήμερα το πολιτικό προσκήνιο δεν είναι τι συνέβη, αλλά πώς θα ονομαστεί: ήταν μια σφαγή αθώων ή μια άγρια απονομή δικαιοσύνης; Η μεταπολεμική Ελλάδα χρησιμοποίησε τα γεγονότα αυτά ως την πρώτη προσπάθεια ενσωμάτωσης του δοσιλογισμού της Κατοχής, βαφτίζοντάς τον "μάχιμο πατριωτισμό", μετατρέποντας τον Μελιγαλά σε μια αντικομμουνιστική γιορτή μίσους, η οποία για χρόνια διοργανωνόταν ακόμα και από το επίσημο κράτος. Για να κατανοήσουμε την αλήθεια, πρέπει να εξετάσουμε τις δύο αντίπαλες πλευρές που συγκρούστηκαν στην περιοχή.
Τα Τάγματα Ασφαλείας, γνωστά και ως γερμανοτσολιάδες ή Ράλληδες, ήταν παραστρατιωτικές μονάδες που συνεργάστηκαν ενεργά με τις δυνάμεις Κατοχής, εξοπλισμένες από τη Βέρμαχτ. Κεντρικός τους στόχος, ξεκάθαρα, ήταν η αξιοποίηση του αντικομμουνιστικού αισθήματος ώστε να μετατραπεί η αντιφασιστική αντίσταση σε εμφύλιο πόλεμο, εξοικονομώντας γερμανικό αίμα. Ο Μελιγαλάς υπήρξε η βασική τους έδρα και ορμητήριο στη Μεσσηνία, όπου το Τρίτο Τάγμα Εθελοντών Χωροφυλακής, με την υποστήριξη μιας τοπικής πολιτικής επιτροπής, ανέλαβε "καθαριστικές επιχειρήσεις" σε συνεργασία με τους κατακτητές. Αυτές οι επιχειρήσεις εγκαινίασαν έναν κύκλο βίας, μαζικών συλλήψεων, βασανιστηρίων και εκτελέσεων, οι οποίες οδήγησαν τελικά στις εκδικήσεις των ημερών της απελευθέρωσης.
Από την άλλη πλευρά, ο ΕΛΑΣ, το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ και η μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση στην Ελλάδα, έδρευε ήδη στην Πελοπόννησο. Μετά την απελευθέρωση της Καλαμάτας, οι αντάρτες κινήθηκαν κατά του Μελιγαλά. Η κατάληψη της κωμόπολης ήταν στρατηγικά απαραίτητη, καθώς αποτελούσε το αρχηγείο και το σύμβολο των δοσίλογων Ταγμάτων Ασφαλείας. Η μάχη έλαβε χώρα από τις 13 έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1944. Παρά την ισχυρή οχύρωση της πόλης, η οποία περιελάμβανε συρματοπλέγματα, χαρακώματα και βαρύ γερμανικό οπλισμό, και την ύπαρξη πάνω από χιλίων υπερασπιστών, ο Μελιγαλάς τελικά έπεσε στα χέρια των ανταρτών. Αξίζει να σημειωθεί πως δύο προσπάθειες διαπραγματεύσεων για παράδοση, συμπεριλαμβανομένης μιας από βρετανική ομάδα, απορρίφθηκαν από τους ταγματασφαλίτες. Ο ΕΛΑΣ, μάλιστα, είχε λάβει εξουσιοδότηση από το Συμμαχικό Στρατηγείο και την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας για τη διεξαγωγή αυτής της μάχης.
Μετά τη λήξη της σύγκρουσης, ακολούθησε μια άγρια εισβολή οργισμένων αμάχων της περιοχής, ειδικά κατοίκων των χωριών που είχαν υποφέρει από τις επιδρομές των Ταγμάτων. Ήταν μια καθαρή εκδήλωση εκδίκησης, καθώς μόνο στη Μεσσηνία οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους είχαν εκτελέσει περίπου 2.000 Έλληνες. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων από επιτροπή του ΕΑΜ και η σύσταση ανταρτοδικείου με στόχο την άμεση απονομή δικαιοσύνης, όπου όσοι καταδικάστηκαν οδηγούνταν για εκτέλεση στο ξεροπήγαδο έξω από την κωμόπολη.
Ο ακριβής αριθμός των νεκρών καλύφθηκε από μεταπολεμικούς μύθους, με τη φιλολογία της ακροδεξιάς και της Χούντας να ανεβάζει το νούμερο ακόμα και στις 5.000. Ωστόσο, η αναλυτική ιστοριογραφία και τα στοιχεία των ίδιων των "συλλόγων θυμάτων" καταρρίπτουν τον βασικό μύθο περί "σφαγής γυναικόπαιδων". Σε σύνολο 1.144 ονομάτων που περιλαμβάνονται σε βιβλία της πλευράς των θυμάτων, καταγράφονται μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Το συντριπτικό 96,8% του συνόλου ήταν άνδρες μάχιμης ηλικίας. Τα πιο αξιόπιστα στοιχεία, όπως η έκθεση του απεσταλμένου του Τσόρτσιλ, Sir Walter Citrine, αναφέρουν ότι ανασύρθηκαν περίπου 600 πτώματα.
Συνοψίζοντας, ο Μελιγαλάς δεν ήταν μια άσκοπη σφαγή αθώων, αλλά το άγριο και εκδικητικό αποτέλεσμα της απονομής δικαιοσύνης των αντιστασιακών και των θυμάτων της Κατοχής εναντίον των ενόπλων συνεργατών των κατακτητών. Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών, δηλαδή του γεγονότος ότι επρόκειτο για ταγματασφαλίτες, αποτέλεσε βασικό στοιχείο της μεταπολεμικής στρατηγικής του κράτους για τη δικαίωση του δοσιλογισμού και την εξίσωση ηθικά του ναζισμού με την αντίσταση, στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του '44 αποτελούν μια από τις πιο σκληρές στιγμές του εμφυλίου πολέμου εντός του πολέμου, όπου η οργή του λαού και η επιτακτική ανάγκη για δικαιοσύνη εκδηλώθηκαν με τον πιο βίαιο τρόπο.
.jpg)