Η Κατερίνα Γώγου (1940-1993) υπήρξε μια σπάνια περίπτωση καλλιτέχνιδας, ηθοποιού και ποιήτριας, που επέλεξε έναν απόλυτα δικό της, ασυμβίβαστο δρόμο. Γεννήθηκε στην Αθήνα και βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια κατά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Από μικρή ηλικία έδειξε κλίση στην υποκριτική, σπούδασε σε κορυφαίες σχολές και σύντομα χαρακτηρίστηκε «παιδί-θαύμα». Έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση το 1952, μόλις στα 12 της, και έγινε γνωστή μέσα από δευτερεύοντες ρόλους σε δημοφιλείς ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως το «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» και «Μια τρελή τρελή οικογένεια». Σε αυτές τις ταινίες ενσάρκωνε ανάλαφρες και ανέμελες φιγούρες, ρόλοι εντελώς αντίθετοι από τον πραγματικό, βαθιά μοναχικό και ανήσυχο χαρακτήρα της.
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας ταινίας γνώρισε τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1967 και απέκτησε τη μοναχοκόρη της, Μυρτώ. Παρόλο που συνέχισε την υποκριτική μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70, σημειώνοντας επιτυχίες, η Κατερίνα Γώγου έβαζε συνεχώς εμπόδια στον εαυτό της, καθώς η βαθιά της αγάπη για την ποίηση και το γράψιμο ήταν εντονότερη. Τελικά, αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην ποίηση. Το 1978 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, «Τρία Κλικ Αριστερά», με αντισυμβατική γραφή, γεμάτη οργή, επαναστατικότητα και έντονες αναρχικές ιδέες. Το βιβλίο γνώρισε τεράστια, σπάνια για ποιητική συλλογή, επιτυχία, ξεπερνώντας τις 40.000 πωλήσεις και μεταφράστηκε στα αγγλικά. Παρόλα αυτά, επέστρεψε στον κινηματογράφο για ρόλους πιο κοντά στον πραγματικό της εαυτό, πρωταγωνιστώντας στο «Βαρύ Πεπόνι» (1977), για το οποίο κέρδισε το Α' Βραβείο Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και στην «Παραγγελιά» (1980), όπου ακούστηκαν ποιήματά της.
Μαζί με την αναγνώριση, άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια η αυτοκαταστροφική τάση που την κατέτρυχε. Άρχισε να πίνει αλκοόλ, και δυστυχώς, η κόρη της, Μυρτώ, παρασύρθηκε σε χρήση ουσιών σε νεαρή ηλικία. Η Γώγου προσπάθησε να τη βοηθήσει, αλλά δεν τα κατάφερε, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί και η ίδια. Ήταν γνωστή για την έντονη αντισυμβατική δράση της στον αντιεξουσιαστικό χώρο των Εξαρχείων, όπου συμμετείχε σε επιτροπές για την αποφυλάκιση αναρχικών και στήριζε ανοιχτά όσους θεωρούσε αδικημένους. Η σχέση της με την αστυνομία ήταν προβληματική, με συχνές συλλήψεις, φτάνοντας μάλιστα να συλληφθεί ως ύποπτη για τη δολοφονία δύο αστυνομικών το 1980, αν και αφέθηκε ελεύθερη λόγω έλλειψης αποδείξεων.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, η ψυχολογική της κατάσταση επιδεινώθηκε. Κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, επισκεπτόταν ψυχιάτρους και την κυρίευε ο φόβος της μοναξιάς και η απογοήτευση. Η οικονομική της κατάσταση ήταν επίσης δύσκολη, καθώς ήταν άνεργη και τα βιβλία της δεν της εξασφάλιζαν σταθερό εισόδημα. Στις αρχές της δεκαετίας του '90, απομονώθηκε όλο και περισσότερο, νιώθοντας ότι ο κύκλος της είχε κλείσει. Στις 3 Οκτωβρίου 1993, σε ηλικία μόλις 53 ετών, βρέθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο σπίτι της στον Κεραμικό και ξεψύχησε κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο. Ο θάνατός της αποδόθηκε σε κοκτέιλ χαπιών και αλκοόλ, επιβεβαιώνοντας τους φόβους πολλών φίλων της για το αυτοκαταστροφικό της τέλος.
Η κόρη της, Μυρτώ, μετά το τραυματικό γεγονός και με την παρότρυνση του πατέρα της, μπήκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης και μετακόμισε στην Ιταλία, όπου έχτισε μια νέα ζωή ως ζωγράφος και ποιήτρια. Το 2014 κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή. Ωστόσο, το 2015, κατά τη διάρκεια ενός σπάνιου ταξιδιού της στην Αθήνα, η Μυρτώ βρέθηκε νεκρή κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η Κατερίνα Γώγου, με τον πρόωρο θάνατό της, έγινε σύμβολο της αντιεξουσιαστικής ποίησης, εντασσόμενη στους «αγίους των Εξαρχείων» μαζί με τον Νικόλα Άσιμο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Τα ποιήματά της παραμένουν γραμμένα στους τοίχους της γειτονιάς, ως μια μόνιμη υπενθύμιση της παρουσίας της, μιας γυναίκας που έμεινε ασυμβίβαστη, αυθεντική και μαχητική μέχρι το τέλος.