Η ιστορία του Σκλαβενίτη, ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους λιανικής στην Ελλάδα, είναι μια αφήγηση ανθεκτικότητας, καινοτομίας και στρατηγικών κινήσεων που ξεκινά από τη Λευκάδα της δεκαετίας του '30. Μετά από οικονομικές δυσκολίες και την απώλεια των γονιών τους στην κατοχική Αθήνα του 1942, τα αδέρφια Σπύρος και Γιάννης Σκλαβενίτης, με το εμπόριο να κυλάει στις φλέβες τους, στρώθηκαν στη δουλειά. Ξεκίνησαν πουλώντας είδη πρώτης ανάγκης από έναν πάγκο στη Βαρβάκειο και γρήγορα αντιλήφθηκαν τη ζήτηση για οικιακά προϊόντα. Το 1954, μαζί με τον φίλο τους Μιλτιάδη Παπαδόπουλο, ιδρύουν την «Σκλαβενίτης και Σία» με έδρα τα Πετράλωνα, δραστηριοποιούμενοι αρχικά στη χονδρική πώληση τροφίμων.
Ο κλάδος των προϊόντων νοικοκυριού, παρότι έχει τεράστια ζήτηση, χαρακτηρίζεται από πολλούς προμηθευτές και χαμηλές τιμές, καθιστώντας δύσκολη τη διαφοροποίηση. Η λύση για τους ιδρυτές ήταν η τεχνολογική ανάπτυξη. Ο Σκλαβενίτης έγινε η πρώτη ελληνική εταιρεία που δέχτηκε τηλεφωνικές παραγγελίες, μια καινοτομία για τη δεκαετία του '60. Το 1967, ιδρύουν την «Τηλεφωνική Εξυπηρέτηση Πελατών» (Τηλεξίπ), ουσιαστικά την πρώτη υπηρεσία delivery στην Ελλάδα. Χάρη σε αυτή την εξέλιξη και τη σταθερή ποιότητα, η εταιρεία άρχισε να χτίζει ισχυρή φήμη. Με τις παραγγελίες να αυξάνονται, ο Σκλαβενίτης κατάφερε να εφαρμόσει τις «οικονομίες κλίμακας», επιτρέποντάς του να ρίχνει τις τιμές πολύ χαμηλότερα από τον ανταγωνισμό και να υιοθετήσει το κλασικό του σλόγκαν: «Τόσο φθηνά όσο πουθενά».
Με την αύξηση της ζήτησης, η εταιρεία άνοιξε το πρώτο της κατάστημα λιανικής πώλησης (μπακάλικο) και, το 1971, υιοθέτησε ένα νέο επαναστατικό μοντέλο από το εξωτερικό: το σούπερ μάρκετ. Η ιδέα αυτή, που έφερε όλα τα τρόφιμα τυποποιημένα, με ημερομηνίες λήξης και self service, σε έναν ενιαίο χώρο, ήταν ένα «θαύμα» για την εποχή, απλοποιώντας δραστικά τη διαδικασία των αγορών. Το πρώτο σούπερ μάρκετ άνοιξε στο Περιστέρι. Για τα επόμενα 20 χρόνια, η εταιρεία επεκτάθηκε αργά και σταθερά στην Αττική και τη Νότια Ελλάδα, όμως η επέκταση σε άλλες περιοχές, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, ήταν απαγορευτική λόγω του ισχυρού ανταγωνισμού από αλυσίδες όπως ο Μαρινόπουλος και ο Μασούτης.
Η νέα χιλιετία έφερε προβλήματα εσωτερικής διαχείρισης. Μετά τον θάνατο των ιδρυτών, η εταιρεία μοιράστηκε σε πολλά μέλη της οικογένειας. Τα παιδιά του Σπύρου Σκλαβενίτη, Στέλιος, Μαρία και Γεράσιμος, ανέλαβαν την εξουσία, εξαγοράζοντας σταδιακά τις μετοχές. Ωστόσο, η πραγματική ευκαιρία ήρθε με την οικονομική κρίση του 2008. Λόγω των εσωτερικών προβλημάτων, ο Σκλαβενίτης δεν μπόρεσε να επεκταθεί τόσο γρήγορα όσο οι ανταγωνιστές του πριν την κρίση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην πάρει τα τεράστια δάνεια που χαντάκωσαν άλλες αλυσίδες. Η συντηρητική πολιτική οδήγησε σε αυξημένη φερεγγυότητα, με τις τράπεζες να την εμπιστεύονται περισσότερο. Έτσι, ο Σκλαβενίτης βγήκε από την κρίση ως ένα από τα success stories.
Με τη ρευστότητα να ρέει, η εταιρεία προχώρησε σε μια σειρά στρατηγικών εξαγορών: το 2014 απέκτησε τον Χαλκιαδάκη στην Κρήτη και τη γερμανική αλυσίδα Macro, ενώ η ιστορική συγχώνευση του 2017 με τον Μαρινόπουλο της εξασφάλισε επιτέλους πανελλαδικό δίκτυο καταστημάτων. Σήμερα, ο Σκλαβενίτης απαριθμεί πάνω από 500 καταστήματα και έχει αναδειχθεί στην τέταρτη μεγαλύτερη επιχείρηση σε πωλήσεις σε όλη την Ελλάδα, ξεπερνώντας ακόμα και τον ΟΤΕ σε τζίρο, ο οποίος το 2022 άγγιξε τα 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτή η επιτυχία αποδεικνύει ότι μια απλή αποθήκη τροφίμων στα Πετράλωνα, με όπλα την καινοτομία, τη συντηρητική διαχείριση και την εστίαση στη χαμηλή τιμή, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν οικονομικό γίγαντα.