Η ιστορία της Lay's ξεκινά με την αποτυχία και την επιμονή ενός ανθρώπου, του Herman Lay, ο οποίος γεννήθηκε το 1909 στη Βόρεια Καρολίνα. Μετά την αποβολή του από το κολέγιο, ο Lay ξεκίνησε την καριέρα του στην εταιρεία τροφίμων Sunshine Biscuits. Ωστόσο, η Μεγάλη Ύφεση του 1929 τον βρήκε άνεργο στα 20 του χρόνια, γεγονός που του δίδαξε την ανάγκη να διασφαλίσει την οικονομική του ανεξαρτησία. Στην επόμενη δουλειά του, στην Bartlett Food Company, στο Nashville του Τενεσί, ο Lay ξεκίνησε τη «δευτερεύουσα απασχόλησή» του, η οποία έμελλε να μεταμορφώσει την αγορά τροφίμων των ΗΠΑ.
Ως πλανόδιος πωλητής, ο Herman Lay υιοθέτησε ως σήμα κατατεθέν του να παραδίδει σακούλες με πατατάκια στους πελάτες του, γεμίζοντας το πίσω μέρος του Ford Model A με το νέο αυτό προϊόν. Εκείνη την εποχή, τα πατατάκια υπήρχαν από τη δεκαετία του 1850, αλλά η πραγματική επανάσταση ήρθε το 1926, όταν αναπτύχθηκε μια μέθοδος για τη σφράγισή τους σε σακούλες από κερί, διατηρώντας τα φρέσκα και καθιστώντας τα φορητά σνακ. Ο Lay είδε την τεράστια δυναμική αυτής της καινοτομίας. Μετά την επιτυχία του, αποφάσισε να ρισκάρει, λαμβάνοντας τραπεζικό δάνειο για να αγοράσει την αντιπροσωπεία από τον πρώην εργοδότη του, μετονομάζοντάς την σε H. W. Lay Distribution Co. Λίγα χρόνια αργότερα, συγκέντρωσε 40.000 δολάρια από πώληση μετοχών και εξαγόρασε ολόκληρη την Bartlett Food Company, με όραμα να δημιουργήσει ένα προσιτό brand πατατακιών για τον μέσο Αμερικανό. Τα πρώτα πατατάκια Lay's πωλούνταν για 10 σεντς το πακέτο και σύντομα η ζήτηση οδήγησε σε μαζική παραγωγή.
Για να ξεχωρίσει από τον ανταγωνισμό, ο Herman Lay χρησιμοποίησε την ευφυΐα του στο μάρκετινγκ. Η Lay's έγινε η πρώτη εταιρεία σνακ που διαφήμισε στην τηλεόραση το 1944. Αργότερα, χρησιμοποίησε ως εκπρόσωπο τον ηθοποιό που έπαιξε το Δειλό Λιοντάρι στον «Μάγο του Οζ» και δημιούργησε την πασίγνωστη ατάκα: «Betcha can't eat just one» («Στοιχηματίζω ότι δεν μπορείς να φας μόνο ένα»). Ένας άλλος βασικός παράγοντας επιτυχίας ήταν η καινοτομία των προϊόντων: η Lay's ήταν η πρώτη που προσέφερε τα κυματιστά (ruffled) πατατάκια, τα οποία έσπαγαν δυσκολότερα μέσα στη συσκευασία. Το 1950, η Lay's ήταν ήδη ηγέτης στην αγορά. Η μεγαλύτερη καινοτομία ήρθε αργότερα, όταν εξασφάλισε τα δικαιώματα για μία κατοχυρωμένη μέθοδο του Ιρλανδού κατασκευαστή πατατακιών Joe Spud Murphy, η οποία επέτρεπε την προσθήκη καρυκευμάτων κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος. Αυτή η τεχνική οδήγησε στην κυκλοφορία των πρώτων γεύσεων, όπως τυρί και κρεμμύδι και αλάτι και ξύδι, εκτοξεύοντας την εταιρεία σε νέο επίπεδο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η H.W. Lay & Company είχε ετήσιες πωλήσεις 45 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο κύριος ανταγωνιστής της ήταν η Frito Company, μια εταιρεία τσιπς καλαμποκιού που ξεπερνούσε τη Lay's σε πωλήσεις κατά 30%. Το 1961, ο Herman Lay αποφάσισε να μην εμπλακεί σε πόλεμο τιμών και αντίθετα, οργάνωσε τη συγχώνευση των δύο εταιρειών, δημιουργώντας τη Frito-Lay και το πρώτο εθνικό αμερικανικό brand. Ο Lay διατήρησε τη θέση του ως Διευθύνων Σύμβουλος της νέας εταιρείας, η οποία κυκλοφόρησε γρήγορα εμβληματικά brands όπως Doritos, Funyuns, Munchos και Pringles. Το 1965, ο Lay οργάνωσε μία ακόμα ιστορική συγχώνευση: αυτή τη φορά, με μία εταιρεία αναψυκτικών, την Pepsi-Cola, δημιουργώντας την PepsiCo. Ο Lay είδε τη συνένωση των δυνάμεων ως τρόπο εδραίωσης στην αμερικανική αγορά και ως ευκαιρία για επιθετική διεθνή επέκταση.
Σήμερα, η Frito-Lay λειτουργεί ως θυγατρική της PepsiCo, η οποία είναι ένας παγκόσμιος κολοσσός με ετήσια έσοδα που ξεπερνούν τα 85 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Lay's κατέχει το 41% της αγοράς πατατακιών, με τα προϊόντα της να καταλαμβάνουν έως και το 80% των ραφιών σε πολλά καταστήματα. Ένα μεγάλο μέρος της συνεχιζόμενης επιτυχίας της οφείλεται στην ικανότητά της να καινοτομεί συνεχώς με 200 και πλέον γεύσεις πατατακιών, προσαρμοσμένες στις τοπικές προτιμήσεις (όπως φύκια Νόρι ή ψητό χτένι). Ο Herman Lay μετέτρεψε ένα δάνειο 2.000 δολαρίων σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία, παραμένοντας στο Εκτελεστικό Συμβούλιο της PepsiCo μέχρι τον θάνατό του το 1982. Η κληρονομιά του ζει σε κάθε σούπερ μάρκετ και περίπτερο σε όλο τον κόσμο, ως ο «εγκέφαλος» της τροφής που έχτισε την Αμερική.