Η Σφαγή στο Δήλεσι, γνωστή και ως το Δράμα του Ωρωπού, αποτελεί ένα από τα πιο θλιβερά και καθοριστικά γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ένα περιστατικό που το 1870 συγκλόνισε την Ευρώπη και προκάλεσε σοβαρό διπλωματικό πλήγμα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Την εποχή εκείνη, η ληστεία βρισκόταν σε έξαρση, παρά τα μέτρα των διαδοχικών κυβερνήσεων, και μία από τις πλέον διαβόητες συμμορίες ήταν αυτή των αδερφών Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη. Η μοίρα τους θα διασταυρωνόταν με μία ομάδα επιφανών Ευρωπαίων περιηγητών, με οδυνηρές συνέπειες.
Το πρωί της Δευτέρας 29 Μαρτίου 1870, μία ομάδα Άγγλων και Ιταλών ευγενών και διπλωματών, μεταξύ των οποίων ο λόρδος και η λαίδη Muncaster, ο Frederick Vyner (εγγονός του πρώην πρωθυπουργού της Βρετανίας Gladstone), και οι γραμματείς των αγγλικών και ιταλικών πρεσβειών, ξεκίνησε από την Αθήνα για μια επίσκεψη στον Μαραθώνα, συνοδευόμενη από τέσσερις έφιππους χωροφύλακες. Κατά την επιστροφή τους, στην περιοχή μεταξύ Πικερμίου και Σπάτων, η ομάδα δέχθηκε επίθεση από τη συμμορία των Αρβανιτάκηδων, που αριθμούσε περίπου 25 ληστές. Οι ληστές υπερίσχυσαν, αιχμαλώτισαν τους περιηγητές και τους οδήγησαν σε ένα κρησφύγετο στην Πεντέλη, απειλώντας τους στρατιώτες που προσπάθησαν να τους πλησιάσουν.
Λόγω δυσκολιών στη μετακίνηση, οι ληστές αποφάσισαν να απελευθερώσουν τις γυναίκες και τους τραυματίες, επιστρέφοντάς τους στην Αθήνα. Αμέσως μετά, έστειλαν τους όρους τους στο ελληνικό κράτος: ζητούσαν 50.000 αγγλικές λίρες ως λύτρα και, το πιο κρίσιμο, παροχή αμνηστείας και διακοπή κάθε καταδίωξης. Ενώ η βρετανική πλευρά υποστήριζε την ικανοποίηση των όρων, ο Υπουργός Στρατιωτικών, Σκαρλάτος Σούτσος, αρνήθηκε κατηγορηματικά την αμνηστία, θεωρώντας την απαράδεκτο εξευτελισμό για την αξιοπρέπεια του κράτους. Αυτή η κυβερνητική αδιαλλαξία και η καθυστέρηση στην απάντηση εξόργισε τους ληστές, οι οποίοι, καταδιωκόμενοι από στρατιωτικό απόσπασμα προς τον Ωρωπό και το Δήλεσι, προχώρησαν στην τραγική εκτέλεση των απειλών τους.
Η ανεπιτυχής έκβαση των διαπραγματεύσεων οδήγησε στη δολοφονία τεσσάρων από τους ομήρους: του γραμματέα της αγγλικής πρεσβείας Edward Herbert, του γραμματέα της ιταλικής πρεσβείας Alberto de Boyl, του δικηγόρου Lidy και του Frederick Vyner. Ακολούθησε σφοδρή μάχη στο Δήλεσι, όπου επτά ληστές, μεταξύ των οποίων ο Χρήστος Αρβανιτάκης, σκοτώθηκαν, αλλά έχασαν τη ζωή τους και δέκα Έλληνες στρατιώτες. Ο αρχηγός, Τάκος Αρβανιτάκης, κατάφερε να διαφύγει προς τα τουρκικά σύνορα, όπου οι τουρκικές αρχές τον άφησαν ανενόχλητο. Τα κεφάλια των φονευθέντων ληστών εκτέθηκαν δημόσια στο Πεδίον του Άρεως, σε μία προσπάθεια επίδειξης κρατικής πυγμής.
Οι συνέπειες για την Ελλάδα υπήρξαν καταστροφικές. Η χώρα αναγκάστηκε να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων με 22.000 λίρες για την καθεμία και η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε. Ο ευρωπαϊκός τύπος, εξοργισμένος από το γεγονός, χαρακτήριζε την Ελλάδα ως «φωλέα ληστών και πειρατών», πλήττοντας ανεπανόρθωτα το διεθνές της κύρος. Η υπόθεση ανέδειξε επίσης την πολιτική διαπλοκή της ληστείας, καθώς στη δίκη που ακολούθησε φωτογραφήθηκε ως εγκέφαλος της απαγωγής ο Άγγλος μεγαλοτσιφλικάς Frank Noel, ενώ υπήρξαν κατηγορίες για σχέσεις με τους ληστές και κατά του Υπουργού Σούτσου, ο οποίος φερόταν να τους χρησιμοποιούσε για την προστασία των εκτεταμένων εκτάσεών του. Παρόλο που το γεγονός αυτό υπήρξε πηγή εθνικού διασυρμού και βαρέων οικονομικών συνεπειών, λειτούργησε ως καταλύτης, πυροδοτώντας μια εσωτερική εκστρατεία κατά της ληστείας που οδήγησε στην πλήρη εξάλειψή της.