Η τραγωδία στο Μάτι στις 23 Ιουλίου 2018 αποτελεί ένα από τα πιο μελανά σημεία στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Αυτή η καταστροφική πυρκαγιά, που έπληξε την Ανατολική Αττική, άφησε πίσω της δεκάδες θύματα και μια κοινωνία σοκαρισμένη από την ένταση και την ταχύτητα του φαινομένου. Παρόλο που η περιοχή βρισκόταν σε υψηλό επίπεδο επικινδυνότητας («νούμερο τέσσερα») για εκδήλωση πυρκαγιάς και οι επίσημες δηλώσεις μιλούσαν για «πολύ σκληρή και συστηματική δουλειά» για «απόλυτη θωράκιση», η πραγματικότητα αποδείχθηκε εφιαλτική.
Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας, με τους ανέμους να ενισχύονται επικίνδυνα, η προσοχή του Ενιαίου Συντονιστικού Κέντρου Επιχειρήσεων (ΕΣΚΕ) ήταν στραμμένη στη μεγάλη πυρκαγιά που είχε εκδηλωθεί στα Γεράνεια Όρη, πάνω από την Κινέτα. Αυτή η εστίαση οδήγησε σε μια μοιραία μετακίνηση δυνάμεων: τα πυροσβεστικά οχήματα που θα έπρεπε να βρίσκονται σε ετοιμότητα κοντά στην Πεντέλη είχαν απομακρυνθεί για να συνδράμουν στην κατάσβεση της Κινέτας. Η αρχική εστία της φωτιάς, που ξέσπασε στον Ταού της Πεντέλης από έναν πολίτη που έκαιγε ξερά κλαδιά χωρίς να σβήσει πλήρως τη φωτιά, βρήκε έτσι πρόσφορο έδαφος για να επεκταθεί ανεξέλεγκτα.
Η ταχύτητα εξάπλωσης της πυρκαγιάς ήταν πρωτοφανής. Μέσα σε λίγη ώρα, η φωτιά κατευθύνθηκε προς τις κατοικημένες περιοχές, την Καλλιτεχνούπολη και το Νέο Βουτσά, αιφνιδιάζοντας τους κατοίκους, οι οποίοι δεν είχαν λάβει καμία προειδοποίηση για τον επερχόμενο κίνδυνο. Λίγο αργότερα, η πύρινη λαίλαπα πέρασε τη Λεωφόρο Μαραθώνος και κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς τις παραθαλάσσιες περιοχές του Ματιού και του Κόκκινου Λιμανιού. Η έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου εκκένωσης και η απουσία έγκαιρης προειδοποίησης μετέτρεψε την καθημερινότητα των παραθεριστών σε έναν αγώνα δρόμου για τη σωτηρία, με πολλούς να εγκλωβίζονται και να βρίσκουν τραγικό θάνατο. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία κατοίκου, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος την ατμόσφαιρα να γίνεται όλο και πιο βαριά, αναγκάστηκε να στείλει άμεσα τα μέλη της οικογένειάς του προς το λιμάνι, θεωρώντας το ως το μόνο ασφαλές σημείο.
Η ανθρώπινη τραγωδία ήταν δυσθεώρητη, καθώς υπήρχαν οικογένειες που έχασαν έως και πέντε μέλη συγχρόνως. Στο νοσοκομείο, οι εγκαυματίες και οι συνοδοί τους αντιμετώπισαν μία ακόμη οδυνηρή κατάσταση: την απουσία κρατικής μέριμνας και την προσπάθεια συγκάλυψης των αναγκών. Υπήρχαν εντολές να μην προσεγγίζονται οι τραυματίες ούτε από δημοσιογράφους, ενώ οι οικογένειες βρέθηκαν να πληρώνουν από την τσέπη τους για βασικά είδη όπως καρέκλες για να κοιμηθούν οι συνοδοί, φαγητό και ακόμη και ιατρικά υλικά που το κράτος θεωρούσε «καλλυντικά», όπως οι ειδικές κρέμες και τα πιεστικά ενδύματα για τα εγκαύματα.
Αυτή η θλιβερή κατάσταση κινητοποίησε την κοινωνία των πολιτών. Εθελοντές και οργανώσεις, όπως η «Σάλβια» (Salvia), στάθηκαν δίπλα στους εγκαυματίες και τις οικογένειές τους, αναδεικνύοντας τις τραγικές ελλείψεις και ασκώντας πίεση. Μέσα από αυτόν τον αγώνα, επιτεύχθηκαν τελικά σημαντικές αλλαγές: το ελληνικό κράτος αναγκάστηκε να καλύψει πλέον πλήρως, μέσω του ΕΟΠΥΥ, όλα τα συσκευάσματα και τα αναγκαία υλικά για τους εγκαυματίες σε όλη την Ελλάδα, χωρίς καμία οικονομική συμμετοχή των ασθενών. Αν και αυτή η βελτίωση ήρθε αργά για τα θύματα του 2018, αποτελεί μια παρακαταθήκη για το μέλλον. Η μνήμη της 23ης Ιουλίου 2018 παραμένει μια επώδυνη υπενθύμιση για την ανάγκη συνεχούς θωράκισης του κρατικού μηχανισμού, τη σημασία της έγκαιρης προειδοποίησης και την ανεκτίμητη αξία της αλληλεγγύης σε στιγμές εθνικής τραγωδίας.